Ο τίτλος της σημερινής συνάντησης εμφανίζεται αμφίσημος. Αν στα ελληνικά καλούμαστε να μιλήσουμε για «τη νέα κοινωνική αλληλεγγύη», μιλώντας γαλλικά θα μετατοπισθούμε προς τις «νέες μορφές αλληλεγγύης», για να οδηγηθούμε στη «νέα πολιτική αλληλεγγύη» στα αγγλικά. Αθελά του λοιπόν, ίσως, ο «δαίμων» της μετάφρασης της προτεινόμενης θεματολογίας επέβαλε τη μετασημασιολόγηση ενός όρου και μιας προβληματικής που παραμένουν αντικείμενα μιας συνεχούς απορίας. Προτού να γίνει διακύβευμα, η αλληλεγγύη είναι πρόβλημα.
Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνει αλληλεγγύη, μια έννοια τόσο φορτισμένη ώστε να μπορεί να σηματοδοτήσει τίποτε και τα πάντα; Από τη συμβολική αναπαράσταση μιας οποιασδήποτε κοινότητας ως προς ό,τι θεωρεί «κοινό» ως τη θεσμική κατοχύρωση του γενικόλογου φιλελεύθερου ιδεολογήματος της αδελφότητας, και από τη διαχρονική αξιακή αλληλοαναγνώριση των ανθρώπων ως αυτόνομων φορέων αξιών ως τη συμβολική ratio essendi της Πολιτείας. Δεν πρόκειται όμως φυσικά περί αυτού. Στο σημερινό πλαίσιο, και από την πλευρά της Αριστεράς που υποτίθεται ότι μας απασχολεί, το ερώτημα περιορίζεται στις σύγχρονες πολιτικές μορφές οικονομικής αλληλεγγύης, δηλαδή στις τρέχουσες και αναγνωρισμένες μορφές θεσμικής ευθύνης και υποχρέωσης του Ολου-Πολιτείας για κάποιου τύπου και βαθμού συνδρομή στις υλικές ανάγκες των ατόμων. Με άλλα λόγια, η σημερινή σήμανση της αλληλεγγύης πρέπει να αντιστοιχεί στις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις σύγχρονες φιλελεύθερες – καπιταλιστικές κοινωνίες.
Ετσι, οι σκέψεις που θα ακολουθήσουν προϋποθέτουν μια σειρά από παραδοχές. Πρώτον, ότι η κοινωνία είναι δομημένη άνισα, ως προς το θεμελιώδες ζήτημα της κατανομής των οικονομικών πόρων. Δεύτερον, ότι λόγω της ανισότητας αυτής ορισμένα από τα μέλη της κοινωνίας συναντούν ανυπέρβλητες δυσκολίες να ικανοποιήσουν τις άμεσες υλικές τους ανάγκες. Τρίτον, ότι υπό ορισμένους όρους το Ολο καλείται να συνδράμει τα αδύναμη μέλη του είτε με απευθείας παροχές πόρων είτε με θεσμικές παρεμβάσεις. Και τέταρτον, ότι η οικονομική αλληλεγγύη αναδεικνύεται σε ευρύτερο και ρητό πολιτικό πρόβλημα και διακύβευμα.
Οι παραδοχές αυτές τοποθετούν το ζήτημα της αλληλεγγύης στο συγκεκριμένο ιστορικοκοινωνικό του πλαίσιο. Παρ’ όλο λοιπόν που δεν υπάρχει, ούτε και είναι δυνατόν να νοηθεί κοινωνία δίχως κάποια μορφή αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της, στις σημερινές κοινωνίες, η αλληλεγγύη δεν μπορεί να αναπαρασταθεί αλλιώς παρά ως επικεντρωμένη στην οικονομική προστασία των ανθρώπων από ορισμένες από τις συνέπειες της εξατομίκευσης και του κατακερματισμού του κοινωνικού σώματος. Ετσι, η αλληλεγγύη θα εμφανισθεί ως θεσμικά κατοχυρωτέα στο σημείο εκείνο ακριβώς που φαίνεται να συναρτάται με τις αντιφατικές παρενέργειες της αφετηριακής φιλελεύθερης ισοπολιτείας: στο σημείο δηλαδή όπου αναγνωρίζεται «κάποια» θεσμική ευθύνη του Ολου για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών εκείνων των εξ υποθέσεως «ίσων» μελών της κοινωνίας που είναι «ήδη» σε μειονεκτική κατάσταση λόγω της καταστατικής «οικονομικής ανισότητας».
Πράγματι, στις κοινωνίες μας όλα τα μέσα ικανοποίησης των αναγκών, όλοι δηλαδή οι πόροι, βρίσκονται, κατ’ αρχήν τουλάχιστον, ήδη μοιρασμένοι ανάμεσα στα άτομα, μέσω των δεδομένων ατομικών δικαιωμάτων στον κατακερματισμένο, ιδιωτικοποιημένο και προκατανεμημένο πλούτο. Η αλληλεγγύη τίθεται λοιπόν κατ’ ανάγκην και κατ’ επιταγήν ως ζήτημα ανα-κατανομής του πλούτου αυτού που θα ακολουθήσει μετά την «πρώτη» και δεδομένη άνιση διανομή. Και έτσι θεσπίζεται μια διανομή «δύο ταχυτήτων», η οποία αντιστοιχεί σε ένα σιωπηρά αναγκαίο διπλό «κανονισμό» κατανομής, σε μια διπλή αξιακή σημασιολόγηση της κατανομής αυτής καθώς και σε μια διπλή σήμανση του χρόνου της κατανομής. Οι κοινωνίες μας οργανώνονται λοιπόν επί τη βάσει μιας «προ-αλληλέγγυας» διανομής των πόρων η οποία συνοδεύεται, σε ένα δεύτερο χρόνο, από μιαν «αλληλέγγυα» διανομή. Η αλληλεγγύη εμφανίζεται δηλαδή ως απλώς διορθωτική του απόλυτου φιλελεύθερου ιδεώδους, και της άτεγκτης ατομιστικής δικαιωματοκρατίας.
Αμήχανα και αντιφατικά συνυπάρχουν λοιπόν δύο συστήματα αξιών και σημασιών που οριοθετούν το προαιώνιο ζήτημα τού πώς θα μοιράζονται οι πόροι ανάμεσα στους κοινωνούς, δύο συστήματα που ενεργοποιούνται από δύο χωριστούς μηχανισμούς: από τη μια μεριά την αγορά ως θεμελιώδες προ-αλληλέγγυο σύστημα κατανομής και από την άλλη την Πολιτεία ως επικουρικό αλληλέγγυο μετα-αγοραίο σύστημα κατανομής πόρων. Η δεύτερη καλείται δηλαδή να επανορθώσει ορισμένα από τα άτοπα αποτελέσματα της πρώτης. Και αυτό γίνεται μέσω της θέσπισης της εκ των άνω πολιτικής ανα-κατανομής η οποία έπεται και διορθώνει την πρώτη προ-πολιτική αγοραία διανομή.
Με αυτήν την έννοια, η κοινωνική αλληλεγγύη, η ουσιαστική κοινωνική δικαιοσύνη, η επιείκεια της κατανομής και η γενική κοινωνική αρωγή ως ρητά αντικείμενα πολιτικής παρέμβασης και κοινωνικού προβληματισμού αρθρώνονται άρρηκτα και αντιφατικά με την καταστατική δικαιωματοκρατία, την οποία καλούνται να απαλύνουν. Αυτό ακριβώς είναι και το νέο μετα-φιλελεύθερο πολιτικό στοιχείο που διευρύνει και μετατρέπει την «αυστηρά» ουδέτερη φιλελεύθερη σύλληψη της διαδικαστικής δικαιοσύνης, στο πλαίσιο της οποίας ο καθένας δικαιούται να πάρει ό,τι τύποις δικαιούται, και τίποτε άλλο. Σε τούτο δε συνοψίζεται και η ριζικά αντιφατική αξιακή σήμανση της κοινωνίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Πράγματι, όπως όλες οι κοινωνίες, έτσι και η δική μας πρέπει να μπορεί να αυτοσημαίνεται ως «δικαία». Η πρόσληψη της δικαιοσύνης όμως είναι προφανώς ιστορική: και έτσι, από κάποιο σημείο και πέρα επικράτησε η αντίληψη ότι η άτεγκτη διαδικαστική δικαιωματοκρατία οδηγεί εκάστοτε σε καταφανείς «αδικίες», οι οποίες και in extremis θα πρέπει να μπορεί να αίρονται ή να αμβλύνονται, μέσω της αλληλέγγυας ανα-κατανομής ενός μέρους των πόρων. Και έτσι, στο μέτρο που η θεμελιώδης δικαιωματοκρατία δεν ανατρέπεται, η ανακατανομή που καλούμαστε να υλοποιήσουμε δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένης εμβέλειας. Η κοινωνική δικαιοσύνη μεταφράζεται σε «ολίγην» αλληλεγγύη, και κατά κανέναν τρόπο σε μια καταστατική αλληλεγγύη. Το πολιτικό ζήτημα της αλληλεγγύης εμφανίζεται μετα-καταστατικό και εγγενώς ανοικτό ως προς το εύρος και τη δικαιική και αξιακή σημασία του. Ο ατομοκρατικός φιλελευθερισμός δεν μπορεί ποτέ να δομηθεί ως οργανικά αλληλέγγυο αξιακό σύστημα. Επιδέχεται μόνο «διορθώσεις».
Αυτή ακριβώς η ειδοποιητικά φιλελεύθερη επανορθωτική αλληλεγγύη επικαθορίζει και τις τρέχουσες αντιφατικές θεσμικές μορφές της. Πρόκειται για σχετικές ανα-διανομές πόρων ανάμεσα στα άτομα, αλλά επίσης και σε σχετικές αναδιανομές των προϋποθέσεων για την ατομική πρόσβαση στους πόρους αυτούς, δηλαδή σε σχετικές αναδιανομές «ευκαιριών», ή ακόμη και σχετικές αναδιανομές «κινδύνων». Η αλληλεγγύη συνίσταται δηλαδή στην επιλεκτική, μερικής εμβέλειας και σχετικοποιημένης αξιακής θεμελίωσης πολιτική – δημοκρατική παρέμβαση σε ένα άλλως ισχύον και λειτουργούν πρωτογενές καθεστώς των αφετηριακά άνισων κοινωνικών κατανομών όλων των υλικών προϋποθέσεων για την ανθρώπινη επιβίωση και αξιοπρέπεια. Η αλληλεγγύη θεσπίζεται δηλαδή ως ένα σύστημα επικουρικών και διορθωτικών πολιτικών παρεμβάσεων.
Βασική έκφραση αυτού του αιτήματος υπήρξαν βέβαια το κοινωνικό κράτος, το αλληλέγγυο κράτος, τα κοινωνικά δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, εδώ και μισόν αιώνα, επιχειρήθηκε και θεσμοποιήθηκε μια συνεχής πολιτική αναδιανομή πόρων υπέρ των αδυνάτων, η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο μιας διαρκούς αντιπαράθεσης και σύγκρουσης ανάμεσα στις ενδιαφερόμενες πολιτικές ομάδες και κοινωνικές τάξεις. Συνεχώς αναδιατυπωνόμενος όμως ο εσωτερικός κοινωνικός «κανονισμός της αλληλεγγύης» δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε μιαν οριστική και πάγια συναίνεση ως προς τους συγκεκριμένους όρους του. Το προϊόν διανεμόταν και κυρίως ανα-διανεμόταν έπειτα από μιαν αέναη αντιπαράθεση των οργανωμένων συμφερόντων. Και έτσι, ο «δεύτερος χρόνος» της οικονομικής διανομής, ο χρόνος της διορθωτικής αλληλεγγύης αναδείχθηκε έτσι στο υπ’ αριθμόν ένα πολιτικό διακύβευμα. Η πολιτική ως οργανωμένη πρακτική δομούνταν και αναφερόταν ρητά σε αυτό το πρόβλημα, το οποίο και αναδείχθηκε ως το κύριο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης.
Αυτό ακριβώς το σύστημα ιδεών και παραστάσεων επί τη βάσει του οποίου διατυπώνονταν και αναδιατυπώνονταν οι κανονισμοί της αλληλεγγύης είναι εκείνο που βρίσκεται σε κρίση. Η συναίνεση ως προς τις διαδικασίες επί τη βάσει των οποίων θα ενεργοποιούνταν οι κυμαινόμενοι όροι της σχετικής αναδιανομής κατέρρευσε. Το σύστημα των τριμερών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στο κεφάλαιο, στην εργασία και στο Κράτος ως προς τον προσδιορισμό των ορίων και της εξέλιξης των μορφών της κατανομής και ανακατανομής του πλούτου αποδυναμώνεται γοργά, σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Και έτσι, ο προσδιορισμός και ο προγραμματισμός της αμοιβαίας σχέσης ανάμεσα στο ύψος των μισθών και στα ποσοστά του κέρδους έπαψε να αποτελεί αντικείμενο μιας ρητής κοινωνικοπολιτικής διαπραγμάτευσης. Η ίδια η λέξη «κορπορατισμός», που είχε υποτίθεται αναγγείλει μια νέα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αρχίζει και αποκτά αρνητικές συμπαραδηλώσεις. Κοντολογίς, η σημερινή κρίση είναι πριν από όλα μια κρίση στα κριτήρια της ανα-διανομής του κοινωνικού προϊόντος και μια κρίση των πολιτικών μηχανισμών και διαδικασιών μέσα από τις οποίες θα συγκεκριμενοποιούνταν η συγκεκριμένη πρόσληψη και θέσπιση της «ελάχιστης αλληλεγγύης». Και ταυτόχρονα η ίδια αυτή κρίση επεκτείνεται στο εμπεδωμένο σύστημα των κοινωνικών σημασιών ως προς την παράσταση και την οριοθέτηση της πολιτικής ως ειδικευμένης σφαίρας κοινωνικών δραστηριοτήτων.
Στο σημερινό πλαίσιο, το δύσκολο και το πρωτόγνωρο, ξανακαλούμαστε λοιπόν να ορίσουμε την κοινωνική αλληλεγγύη, και μαζί της και το νόημα της Αριστεράς. Μια νέα αλληλεγγύη για μια νέα Αριστερά. Για μιαν Αριστερά η οποία, ως τώρα τουλάχιστον, οριζόταν κατ’ ανάγκην σε σχέση με την πολιτική αναδιανομή, σε σχέση δηλαδή με τον τρόπο που η πολιτική καλείται να παρέμβει στις συνθήκες της υλικής ζωής των μελών της κοινωνίας. Πράγματι, τα νοήματα Δεξιά και Αριστερά με αυτήν την έννοια, έπονταν και έπονται του νοήματος της «πολιτικής» ως ειδικά οργανωμένης και ονοματισμένης δέσμης κοινωνικών πρακτικών και παρεμβάσεων. Αν η ιστορική διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς απέκτησε το σταθερό αξιακό της νόημα πάνω στη βάση της αξιακής εμμονής τής τελευταίας στην ανάγκη προβολής τής καταστατικής ισότητας των ανθρώπων ως προς τις υλικές συνθήκες οι οποίες προσδιορίζουν την καθημερινή τους ζωή, προφανώς η εμμονή αυτή καλούνταν να υλοποιηθεί κατ’ εξοχήν στο πολιτικό πεδίο. Από πλευράς Αριστεράς λοιπόν, και από τη στιγμή που αποκλείστηκαν οι επαναστατικές προοπτικές, το κύριο πολιτικό διακύβευμα εντοπιζόταν στη μεγιστοποίηση της σχετικής κοινωνικής αλληλεγγύης, και μάλιστα ως τα έσχατα δυνατά της όρια. Αν για την ιστορική Δεξιά η πολιτική είχε ως αμετάθετο στόχο την ελάχιστη δόμηση ενός μηχανισμού που καλούνταν να προασπίσει και να αναπαραγάγει τα ατομικά δικαιώματα, και ανάμεσά τους κατά πρώτο λόγο τα ιδιοκτησιακά, η ιστορική Αριστερά εμφάνιζε ως λόγο ύπαρξής της την ελαχιστοποίηση των οικονομικών ανισοτήτων μέσω και διά του προγραμματισμού μιας «αλληλέγγυας» πολιτικής που θα πραγματοποιούσε μια ριζική ανακατανομή των πόρων.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ιστορική αμηχανία της τρέχουσας αντίληψης για το τι μπορεί να σημαίνει Αριστερά. Σήμερα, μέσα από τις νέες ισχύουσες αξιακές αφετηρίες της κοινωνίας, η αξία ισότητα εξακολουθεί βέβαια να προβάλλεται ρητορικά, εμφανίζεται όμως ολοένα και περισσότερο ως καθαρά επικουρική αφετηρία των κοινωνικών ρυθμίσεων. Η πάντα διαπραγματεύσιμη και εξ ορισμού σχετική αλληλεγγύη τείνει να μετασημασιολογείται σε «ελάχιστη» ή επικουρική αλληλεγγύη. Εκείνο που ως τώρα νοούνταν εξ υποθέσεως ως «μέγιστο διαπραγματεύσιμο» μέγεθος αλληλεγγύης και συναρτιόταν από την κυμαινόμενη πολιτική δύναμη και πειθώ της Αριστεράς να επιβάλλει τις απόψεις της, αναδεικνύεται ως πολιτικά και αξιακά επικουρική αφετηρία. Με αυτήν την έννοια η ιστορική ιδιαιτερότητα της σημερινής συγκυρίας εντοπίζεται στο ότι ο αριστερός πολιτικός λόγος προσκρούει σε μια δομική κρίση των δικών του αξιών. Εγκαταλείποντας, σχετικοποιώντας ή αποδεχόμενη την πολιτική επικουρικότητα της αξίας της ισότητας, η οποία ως τώρα εξωθούσε στο αίτημα για τη μεγιστοποίηση της αλληλέγγυας ανακατανομής, η Αριστερά εμφανίζεται ουσιαστικά παραιτημένη από την ιστορική της αφετηρία. Και συνακόλουθα τείνει να εκλογικεύσει την πολιτική της ύπαρξη με βάση άλλα ιδεολογήματα και άλλες προδιαγραφές που έρχονται σε αντίφαση με τις ιστορικές της θεμελιώσεις. Αυτό είναι ίσως το κύριο σημείο στο οποίο επικεντρώνεται η δυσανεξία του σύγχρονου αριστερού πολιτικού λόγου.
* Στο επόμενο φύλλο η «αρμοδιότητα» της Πολιτικής και η ιδέα της προόδου.
Ο κ. Κ. Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
