1 Κατάληψη θα ‘πή αθέλητος φασισμός. Κάτω τα μισόλογα και η λούφα. Το έλεγα και το έγραφα σε καιρούς μεγαλύτερων ιδεολογικών συγχύσεων και αερογαμίας δικαιούμαι να το επαναλάβω και τώρα. Εάν δεν έχετε πάθει μιθριδατισμό, πέστε-μου πού έσφαλλα σε όσα έγραφα για το ίδιο ζήτημα πριν από ένδεκα χρόνια:
Ο κοινός εργαζόμενος Ελληνας (εννοώ τους πολίτες βήτα κατηγορίας που δέν είναι φοιτητές) κάνει χρήση του ιερού όπλου της απεργίας. Ο φοιτητής, κατα κάποιαν ατελή αναλογίαν, κάνει χρήση του όπλου της αποχής. Ορθώς δε, όταν σε ακραίες περιστάσεις (και για έναν εύλογα μικρόν αριθμό ωρών) θέλει να υπογραμμίση την υπέρτατη σημασία του θέματος που υποστηρίζει. Εντάξει. Αλλά οι «καταλήψεις» τί είναι; Είναι άλλη μια, δραματικότερη και σπάνια (;) χειρονομία για να περάση το μήνυμα. Και με πολλή σύνεση την εφάρμοσαν κάμποσοι φοιτητικοί σύλλογοι κι αυτές τις μέρες («εικονική» κατάληψη).
Πέστε-μου όμως, απο πού αρύεται τον τουπέ ο φοιτητής που εμφανίζεται στα γραφεία, στα σπουδαστήρια, στα εργαστήρια, τα μηχανουργεία του ΑΕΙ και… διατάσσει τους εργαζόμενους να σταματήσουν τη δουλειά-τους, να σταματήσουν τη μελέτη-τους, να σταματήσουν την έρευνά-τους, να εγκαταλείψουν τις υποχρεώσεις-τους απέναντι τρίτων ή απέναντι της επιστήμης και του μέλλοντός-των; Εμείς, χιλιάδες επιστήμονες, υπάλληλοι, τεχνίτες κλπ. δέν πήραμε εντολή απ’ τα δικά-μας επαγγελματικά σωματεία ν’ απεργήσουμε. Ούτε απ’ τις δημοκρατικά εκλεγμένες διοικήσεις των Πανεπιστημίων-μας να εγκαταλείψωμε τους χώρους δουλειάς-μας. Κι ούτε βέβαια είμαστε «εργοδότες» των απεργών φοιτητών για να μας… τιμωρήσουν, τάχα. Πώς λοιπόν τολμάει ο φοιτητής (ή, στην καλύτερη περίπτωση, η «συντονιστική επιτροπή αγώνα») να με πετάη έξω; Κι άν τολμήσω ν’ αρνηθώ να κινδυνεύω να προπηλακισθώ κιόλας;
Ο εργαζόμενος στο ΑΕΙ, ό,τι κι άν υποστή (και θέλω να σας διαβεβαιώσω οτι είμαστε ενίοτε έρμαια των ευκαιριακών πράξεων και ύβρεων διαφόρων μεμονωμένων «ατόμων» που εκμεταλλεύονται τις περιστάσεις), δέν μπορεί να προσφύγη στον φυσικό-του δικαστή (η σύγχυση περι της εννοίας του ασύλου πάει σύννεφο), αλλ’ ούτε και στις διαδικασίες που προβλέπονται απ’ τον Νόμο-Πλαίσιο (η Σύγκλητος υπ’ αυτές τις περιστάσεις δέν λειτουργεί άν υποθέσουμε οτι θα ήθελε και θα μπορούσε να κάνη κάτι).
Και διερωτώμαι. Ως πότε θα τραβάη αυτό το σκοινί; Πόσα χρόνια θα κρατάη ακόμη η αιδήμων αδιαφορία της κοινωνίας για όσα συμβαίνουν μέσα στα Πανεπιστήμια;
2 Αυτά έγραφα στις 16.11.1987 στο «Βήμα». Κι είπα να ξανακαταγγείλω την απερίγραπτη αυτή φθορά χρόνου, προσωπικών σχέσεων, περιουσίας (αλλά και σαφηνείας εννοιών), και να ξανα-αποφενακίσω ετούτα τα τερτίπια. Που δέν έχουν σχέση με το κουβάρι της Παιδείας. Κάμποση εφήμερη (αλλά γλυκόπιοτη) εξουσία απολαμβάνουν οι πρωτεργάτες, μόνο. Τίποτ’ άλλο.
Είναι όμως τούτο πολλαπλά επικίνδυνο. Πρώτον διοτι συνιστά υποκατάστατο λύσεων, αντί για μια ευθεία συγκεκριμένη και πειστική διεκδίκηση. Δεύτερον γιατι, εξαιτίας των θερμόαιμων αντιπαραθέσεων που προκαλεί, μετατοπίζει το πεδίον του προβληματισμού, και ματαιώνει τη συνειδητοποίηση των μηχανισμών που επηρεάζουν τα φαινόμενα. Και τρίτον γιατι συχνότατα, μια κατάληψη μεταλλάσσεται σε γιουρούσι εξωγενών άσχετων στοιχείων.
Καλά, σου λέει, αλλα «τί μορφές πάλης και πειστικότητας προτείνεις, μιάς και δέν μας αφήνεις να σε πετάμε έξω κι ούτε να σου κλείνουμε τον δρόμο που πάει σπίτι-σου»;
Εδώ, θ’ αμφισβητήσω στα ίσια την αγωνιστική θέληση των φοιτητών-μας: Εάν στ’ αλήθεια πίστευαν στο δίκηο-τους ενάντια στο Υπουργείο, θα στήναν μιαν ατέλειωτη διαδήλωση Πανεπιστημίου και Σταδίου, νύχτα-μέρα. Εχομε στην Αθήνα 100.000 φοιτητές. Αυτό μας κάνει 20.000 πεντάδες, δηλαδή 30 χιλιόμετρα μάκρος διαδήλωσης Κυβερνήσεις πέφτουν! Αντ’ αυτού, φεύγουν όλοι για μηνιαίες διακοπές, κι αφήνουν πίσω δέκα φιλαράκια να φυλάνε τα λουκέτα των «κατειλημμένων» κτιρίων…
Να θυμίσω, πάντως, οτι κι εκείνη η αέναη διαδήλωση που λέγαμε, στη μιά λωρίδα του δρόμου θα γινόταν όχι σ’ όλο το πλάτος του: Είναι εξ ίσου καλαμπαλίκι να συλλαμβάνης ομήρους όλους τους άλλους (που συμβαίνει να εργάζωνται κιόλας), και να τους «απαγορεύης» να κυκλοφορούν (όπως κάνουν τώρα τα καλόπαιδα των λυκείων-μας).
3 Καλά, και για την ταμπακέρα, δέν θα μας ‘πής; Οχι. Οχι σήμερα. Οι ταμπακέρες περνάν ο καπνιστής μένει: Οποιος αδιαφορεί για τα μέσα του αγώνα, σκάβει τον ίδιο-του τον λάκκο. Παρα ταύτα, δέν μπορώ να μήν θυμίσω στον (όντως) αγωνιστή κ. Αρσένη οτι η έμπνευση περι των ΠΣΕ και περι της πλημμυρίδας των Νέων Τμημάτων, παρα-ήτανε καταναλωτική για να μπορή να είναι πανεπιστημιακώς υγιής και παραγωγικώς ρωμαλέα…
Επιμένω όμως οτι μια παμφοιτητική δημόσια συζήτηση στο Σύνταγμα θα ήταν ΦΩΝΗ και παρουσία. Οι καταλήψεις είναι Απουσία...
Ιδού, τέλος, άλλη μια επίκαιρη υπόμνηση απ’ το παρελθόν: «(Ορισμένα κόμματα) με τη λαϊκίστικη και εργατίστικη πολιτική-τους και την άμιλλα σε κάθε μαξιμαλισμό, συνέβαλαν όσο κανείς άλλος στον αποπροσανατολισμό του λαού, στην τέλεια τύφλωσή-του σχετικά με τις εξελίξεις που έρχονται, και κατα συνέπεια στην έλλειψη κάθε ουσιαστικής προετοιμασίας ώστε η Ελλάδα να διεκδικήση τη θέση-της στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας» (Λ. Κύρκος, Ελευθεροτυπία 24 Νοεμ. ’87).
Ο κ. Θ. Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.
