Κάθε φορά που μπαίνουμε σε περίοδο παρατεταμένης εικοτολογίας για πρόωρες εκλογές πράγμα που συμβαίνει αρκετά συχνά στον τόπο μας προκύπτει και το θέμα του εκλογικού νόμου υπό τον οποίο αυτές θα διεξαχθούν. Και η αλλαγή του εκλογικού νόμου, δηλαδή του εκλογικού συστήματος, που πραγματοποιείται κάθε τόσο αποτελεί ένα μοναδικά ελληνικό φαινόμενο. Το εκλογικό σύστημα, για λόγους που δεν θα αναλύσω εδώ, αλλάζει ανάλογα με τη συγκυρία και ουδέποτε συναίνεσαν τα κόμματα στην καθιέρωση ενός πάγιου τρόπου εκλογής των αντιπροσώπων του Εθνους.
Σε άλλες δημοκρατίες το εκλογικό σύστημα είναι μόνιμο, με την έννοια ότι αλλάζει σε αραιά διαστήματα και με ειδική διαδικασία όπως συμβαίνει στη Γαλλία, για παράδειγμα, όπου απαιτείται η ψήφιση «οργανικού νόμου» ή έπειτα από επισταμένη έρευνα και ευρύτατη συζήτηση όπως γίνεται αυτόν τον καιρό στη Βρετανία με πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Τόνι Μπλερ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ θεωρητικά το άγραφο σύνταγμα της χώρας αυτής επιτρέπει στη Βουλή την ψήφιση οποιουδήποτε νόμου με απλή πλειοψηφία θέματα, όπως είναι αυτό του εκλογικού συστήματος, τα οποία θεωρούνται συνταγματικά απαιτούν γενικότερη συναίνεση. Γι’ αυτό και στη Βρετανία ουδέποτε γίνεται λόγος για ψήφιση εκλογικού νόμου, αλλά για εκλογική μεταρρύθμιση, η οποία πρέπει να βρει σύμφωνη την κοινή γνώμη και ίσως χρειασθεί να εκφρασθεί η τελευταία μέσα από δημοψήφισμα.
Μεταρρύθμιση και πολιτική συγκυρία
Με αυτό το σκεπτικό ο Τόνι Μπλερ ανέθεσε σε ειδική επιτροπή, υπό τον πρώην υπουργό Ρόι Τζένκινς, τη σύνταξη έκθεσης με σκοπό την αναμόρφωση του πλειοψηφικού συστήματος στενής περιφέρειας που ισχύει σήμερα στη Βρετανία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση των Εργατικών δεν έχει κανένα βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο συμφέρον να αλλάξει το εκλογικό σύστημα. Μια τέτοια αλλαγή ανταποκρίνεται στη βαθμιαία μετατόπιση των προτιμήσεων της κοινής γνώμης υπέρ ενός αναλογικότερου συστήματος. Και αυτό που φαίνεται ότι θα εγκριθεί είναι κάποιο μεικτό σύστημα αναλογικής εκπροσώπησης κατά ένα ποσοστό και πλειοψηφικής κατά το μεγαλύτερο ποσοστό.
Από μία άποψη, η μεταρρύθμιση αυτή αντανακλά το πρακτικό πνεύμα του Μπλερ, που δεν αναλογίζεται τόσο αν ένα εκλογικό σύστημα είναι δικαιότερο από κάποιο άλλο, αλλά αν εξυπηρετεί καλύτερα τις λειτουργικές ανάγκες της πολιτείας. Από την άλλη, η λειτουργικότητα του πολιτικού συστήματος υπό συνθήκες δημοκρατίας εξαρτάται άμεσα από την κρατούσα γνώμη για το αν το εκλογικό σύστημα καταγράφει ορθά την ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Ενα εκλογικό σύστημα πρέπει να λογίζεται δικαιότερο από ένα άλλο όταν και εφόσον η μεγάλη πλειονότητα του κοινού θεωρεί ότι είναι πράγματι δικαιότερο.
Αυτή η απλή αρχή που συνδέει το εκλογικό σύστημα, όχι με μια απόλυτη, αλλά με μια συμβατική αντίληψη για τη δημοκρατική εκπροσώπηση δεν είναι αποδεκτή στη χώρα μας, όπου στην πλειονότητά τους οι πολιτικώς δρώντες θεωρούν ότι η λαϊκή βούληση είναι συγκεκριμένη και εκφράσιμη, αρκεί να υπάρχει το ιδανικό και δίκαιο σύστημα που θα μπορεί να την καταγράψει. Για πολλούς, μάλιστα, τέτοιο σύστημα υφίσταται και δεν είναι άλλο από την «απλή και άδολη» αναλογική. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτή θεωρείται από τους υποστηρικτές της ότι είναι άδικη, εφόσον παραμορφώνεται η έκφραση της λαϊκής βούλησης.
Ακόμη και οι αντίπαλοι του αναλογικού συστήματος δέχονται «θεωρητικά» την υπεροχή του επειδή καταγράφει «ορθά» τη λαϊκή βούληση, όμως για λόγους πρακτικής σκοπιμότητας προτιμούν το πλειοψηφικό ή την «ενισχυμένη αναλογική», η οποία λειτουργεί ως οιονεί πλειοψηφικό. Δεν γίνεται όμως αντιληπτό το γεγονός ότι η ίδια η έννοια της «δίκαιης» εκπροσώπησης είναι θέμα σύμβασης που μπορεί να διαφέρει από χώρα σε χώρα και ότι δεν υπάρχει τρόπος για να ορισθεί η μία και μόνη, υποτιθέμενα αντικειμενική έκφραση της λαϊκής θέλησης. Από τη στιγμή που δεχόμαστε ότι μόνο άτομα βούλονται και ότι οι συλλογικές οντότητες είναι πλασματικές (ή, όπως συχνά λέγεται, «κοινωνικά κατασκευασμένες»), οποιαδήποτε υποτιθέμενη συλλογική θέληση είναι οντολογικά ανυπόστατη, έστω και αν είναι συμβατικά ή μεθοδολογικά χρήσιμη. Με άλλα λόγια, αυτό που ονομάζουμε «λαϊκή θέληση» είναι ένας συμβατικός μύθος με τον οποίο εκφράζουμε τον τρόπο που αποτυπώνεται το αποτέλεσμα των εκλογών σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι με κανέναν τρόπο και κάτω από οποιοδήποτε σύστημα μια ουσιολογική χαρτογράφηση της συλλογικής λαϊκής βούλησης.
Λαϊκή βούληση και αναλογική εκπροσώπηση
Η ιδέα της απόλυτα αναλογικής εκπροσώπησης δεν βρίσκει απήχηση σε όλες τις χώρες ούτε θεωρείται η απλή αναλογική το δικαιότερο σύστημα σε άλλες πολιτικές κουλτούρες. Είναι δύσκολο να πεισθεί ο μέσος βρετανός ψηφοφόρος ότι αυτός που κερδίζει τη σχετική πλειοψηφία στην εκλογική του περιφέρεια, αυτός που «τερματίζει πρώτος», κατά την καθιερωμένη έκφραση, δεν θα πρέπει να λογίζεται απόλυτος νικητής. Μόνο η ιδέα ότι υπάρχει μια ενιαία και συγκεκριμένη λαϊκή βούληση η οποία εκφράζεται διά της ψήφου της ως συλλογική οντότητα νομιμοποιεί την απλή αναλογική ως ιδανικό σύστημα δημοκρατικής εκπροσώπησης, από το οποίο όλα τα άλλα συστήματα αποτελούν πονηρές παρεκτροπές. Η ιδέα όμως αυτή, η οποία πηγάζει από τους Ιακωβίνους της Γαλλικής Επανάστασης, αποτελεί ένα απλό μύθευμα: εκείνο που είχε εκφράσει ο κόμης Μιραμπό το 1783 λέγοντας ότι η Εθνοσυνέλευση έπρεπε να αντιπροσωπεύει το έθνος τόσο πιστά όσο αντιπροσωπεύει τη χώρα ο γεωγραφικός της χάρτης. Στην περίπτωση αυτή ο κανόνας της πλειοψηφίας έχει την έννοια της προσέγγισης της ολότητας: 50%+1 είναι καλύτερη προσέγγιση της ολότητας από το 50% -1. Επομένως, υπό καθεστώς αναλογικής εκπροσώπησης η κατοχή της πλειοψηφίας ερμηνεύεται ως έκφραση (κατά προσέγγιση) της ενιαίας λαϊκής βούλησης.
Η χαρτογραφική αυτή θεώρηση της δημοκρατικής εκπροσώπησης δεν έχει όμως τίποτε το αυτονόητο, όπως τονίζει η σύγχρονη πολιτική θεωρία. Η ίδια η έννοια της λαϊκής βούλησης είναι προβληματική αν ληφθεί τοις μετρητοίς, όπως είναι προβληματική κάθε υποκατάσταση μιας συμβατικής (δηλαδή, καθαρά λεκτικής) έννοιας με μια οντότητα, που για να νομιμοποιηθεί ως τέτοια πρέπει να θεμελιωθεί λογικά και εμπειρικά. Με δύο λόγια, υπάρχει μία μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις για τη δημοκρατία. Από τη μία, έχουμε μια ιδέα στο πλαίσιο της οποίας ισχύει η γλωσσική σύμβαση να αποκαλείται το εκλογικό αποτέλεσμα «λαϊκή ετυμηγορία» ή και «θέληση του λαού» και να προκύπτουν ορισμένες συνέπειες από αυτό, που να απορρέουν από θεσμικά κατοχυρωμένους κανόνες. Από την άλλη, έχουμε την ουσιολογική αντίληψη που αποδίδει οντολογικές ιδιότητες σε αυτές τις συμβατικές εκφράσεις πιστεύοντας ότι πίσω από αυτές και πάνω από τους κανόνες και τους θεσμούς υπάρχει κάποια εντοπίσιμη συλλογική οντότητα που γυρεύει να εκφράσει τη βούλησή της («Οχι θεσμοί και κανόνες, μόνο λαός», κατά την αξιομνημόνευτη φράση πολιτικού ηγέτη προ δεκαετίας).
Η επικράτηση της συμβατικής έναντι της ουσιολογικής αντίληψης περί λαϊκής βούλησης στις ώριμες δημοκρατίες συμβαδίζει με την εγκατάλειψη του λαϊκισμού και των μυθολογικών αφετηριών μιας ορισμένης ρητορικής που αποθεώνει τον λαό ως αλάνθαστη συλλογική οντότητα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επικρατούσα ιδέα του καταλληλότερου εκλογικού συστήματος δεν βασίζεται ούτε σε μια ιδέα μοναδικής ορθότητας ενός συστήματος ούτε στο αν ευνοεί υπό την εκάστοτε πολιτική συγκυρία, αλλά σε μια ευρύτατη συναίνεση για την εκπροσωπευτικότητα, καθώς και την ανάγκη μονιμότητας σταθερών κανόνων που διέπουν μια δημοκρατία: ακριβώς αυτό το οποίο εμπνέει τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος που επιχειρεί η κυβέρνηση Μπλερ.
Ο κ. Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής της Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
