Είχε δίκιο ο Ανδρόνικος

Είχε δίκιο ο Ανδρόνικος Διάλογος για την τοιχογραφία της Βεργίνας Χ. ΣΑΑΤΣΟΓΛΟΥ-ΠΑΛΙΑΔΕΛΗ Οσοι πήραμε μέρος στην ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα, και συνεχίζουμε την έρευνα στον αρχαιολογικό της χώρο, βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα, αλλά και με τις επιπτώσεις του, καθώς η τόλμη του Μανόλη Ανδρόνικου να το αντιμετωπίσει σφαιρικά

Είχε δίκιο ο Ανδρόνικος


Οσοι πήραμε μέρος στην ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα, και συνεχίζουμε την έρευνα στον αρχαιολογικό της χώρο, βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα, αλλά και με τις επιπτώσεις του, καθώς η τόλμη του Μανόλη Ανδρόνικου να το αντιμετωπίσει σφαιρικά ήταν φυσικό να προκαλέσει τις αναμενόμενες αντιδράσεις. Οι διαφορετικές απόψεις δεν αναιρούν ούτε τη γνώση ούτε την επιστημοσύνη του και η φυσική απουσία του δεν ανέστειλε ούτε την ανασκαφική δραστηριότητα ούτε την επιστημονική δράση μας στη Βεργίνα. Το κοινό, όμως, που διάβασε τις απόψεις της κ. Παλαγγιά στο άρθρο της κυρίας Κιοσσέ («Το Βήμα της Κυριακής», 12.8.98) για την τοιχογραφία του μεγάλου τάφου της Βεργίνας, ίσως πραγματικά ένιωσε ότι του «κλέβουν ένα μέρος του ονείρου».


Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Η άποψη της κ. Παλαγγιά δεν είναι, κατ’ αρχήν, νέα. Πρώτη, το 1980, η αμερικανίδα αρχαιολόγος Phyllis Lehmann αμφισβήτησε την απόδοση του μνημείου στον Φίλιππο Β’, αντιπροτείνοντας την ταύτιση του νεκρού του θαλάμου με τον Φίλιππο Γ’ Αρριδαίο, και εγκαινιάζοντας έτσι έναν επιστημονικό διάλογο που συνεχίζεται ως σήμερα. Ο Μανόλης Ανδρόνικος είχε πολλές φορές την ευκαιρία να απαντήσει αμέσως στις περισσότερες από αυτές, εκθέτοντας ακόμη αναλυτικότερα τα επιχειρήματα που τον οδηγούσαν στην προτεινόμενη απόδοση.


Από τη θέση του μελετητή της τοιχογραφίας, μπορώ να καταθέσω με βεβαιότητα πως λιγοστές από τις παρατηρήσεις της συναδέλφου ανταποκρίνονται στα εικονογραφικά στοιχεία της παράστασης, επηρεάζοντας, ως ένα βαθμό, και τις ερμηνείες της. Ο νεαρός Αλέξανδρος, για παράδειγμα, στο μέσον της τοιχογραφίας, φορεί ελληνικότατο, πορφυρό ­ καθότι διάδοχος ­ χιτωνίσκο και όχι χιτώνα ανατολίτικο, επηρεασμένο από την περσική ενδυμασία, ενώ ο ώριμος, θριαμβευτικός, γενειοφόρος ιππέας, που ετοιμάζεται να σκοτώσει (χωρίς λεοντή) το λιοντάρι, δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον Φίλιππο Γ’ τον Αρριδαίο, όπως πρότεινε η συνάδελφος, καθώς γνωρίζουμε πως ήταν μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον Αλέξανδρο. Επιπλέον, ανήμπορος για έντονη δραστηριότητα, μπορούσε, ενδεχομένως, να ιππεύει, μάλλον όμως αδυνατούσε να κυνηγά.


Ο κυνηγός με το δίχτυ δεν έχει μουστάκι, είναι πράγματι μελαψός (όπως συνήθως αποδίδονται στα περισσότερα ζωγραφικά έργα της αρχαιότητας οι ανδρικές μορφές), αλλά δεν είναι Ινδός ή Πέρσης. Η ιδιόμορφη ενδυμασία του (ίσως η διφθέρα των αρχαίων πηγών, που φορούσαν οι άνθρωποι της υπαίθρου) μάλλον τον ταυτίζει με νεαρό, αμούστακο, ηλιοκαμένο, ορεσίβιο Μακεδόνα, επειδή δεν υπάρχουν ενδυματολογικά παράλληλα που να ερμηνεύουν την καταγωγή του, κυρίως όμως επειδή κανένα εικονογραφικό στοιχείο της παράστασης δεν παραπέμπει στην Ανατολή. Το κυνήγι της τοιχογραφίας διαδραματίζεται στον ευρωπαϊκό χώρο, προφανώς, κάπου στη Μακεδονία παραπέμποντας σε ένα γεγονός που προηγείται της εκστρατείας του Αλεξάνδρου και ενισχύοντας έτσι τη χρονολόγηση του τάφου πριν από τον θάνατό του. (Τεχνητοί παράδεισοι, μεταφυτευμένα πλατύφυλλα δένδρα, μελαψοί μυστακοφόροι και άλλα συναφή δεν συμβάλλουν στην κατανόηση της παράστασης.)


Δεν κατανοώ, κατ’ αρχήν, τις υποθέσεις που ερμηνεύουν ορισμένα πολιτισμικά στοιχεία των αρχαίων Μακεδόνων, ως αποτελέσματα της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ανατολή, όταν είναι γνωστή από τον Ηρόδοτο η σχέση τους με τους Πέρσες, ήδη από τα τέλη του 6ου π.Χ. αι. Τέτοιοι θεσμοί, όπως το βασιλικό κυνήγι, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να εισαχθούν (αν τελικά εισήχθησαν) στη μακεδονική αυλή πολύ νωρίτερα από τον Αλέξανδρο. Λιοντάρια, άλλωστε, υπήρχαν στη Μακεδονία πριν από τα τέλη του 4ου π.Χ. αι., όπως μαρτυρεί ο Ξενοφώντας στον Κυνηγετικό του και ο Παυσανίας στην Περιήγησή του, περιγράφοντας τον γνωστό άθλο του Θεσσαλού Πουλυδάμαντα, που είχε σκοτώσει με τα χέρια του, ως νέος Ηρακλής, ένα λιοντάρι στον Ολυμπο, στα τέλη του 5ου π.Χ. αι. Το κυνήγι τους ήταν γνωστό στον βορειοελλαδικό χώρο τουλάχιστον από τα χρόνια του βασιλιά Αρχελάου (413-399 π.Χ.), που εξέδωσε νομίσματα με λιοντάρι στην πίσω πλευρά, το οποίο δαγκώνει σπασμένο δόρυ (σαφής μαρτυρία για κυνήγι λιονταριού στη Μακεδονία ήδη από τα τέλη του 5ου π.Χ. αι.). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει πως ο ίδιος βασιλιάς δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια ενός προφανώς ανάλογου κυνηγιού.


Τον σημαντικό ρόλο του κυνηγιού για τη μακεδονική κοινωνία τον αντανακλά ανάγλυφα η περίπτωση του Κασσάνδρου, που, μη έχοντας ως τα τριάντα πέντε του κατορθώσει να σκοτώσει κάπρο χωρίς δίχτυ, ήταν ταπεινωτικά αναγκασμένος να μετέχει στα συμπόσια της μακεδονικής αυλής, καθισμένος και όχι ανακεκλιμένος, όπως οι άλλοι συμποσιαστές.


Η τοιχογραφία με το κυνήγι στην πρόσοψη του μεγάλου τάφου της Βεργίνας υπήρξε σαφώς πολιτική επιλογή εκείνου που φρόντισε με τόση επιμέλεια για την ταφή του νεκρού. Ο Κάσσανδρος δύσκολα θα διάλεγε ένα θέμα που ως τα 35 του μάλλον θα προσπαθούσε να ξεχάσει. Είναι εντελώς απίθανο, επομένως, να τον αναγνωρίσουμε σε κάποια από τις μορφές της τοιχογραφίας, όπως προτείνει η κ. Παλαγγιά, σε μια ετεροχρονισμένη και ανακριβή σχέση με το κυνήγι. Αντίθετα, ο νεαρός Αλέξανδρος είχε κάθε λόγο ­ στους ταραγμένους μήνες που ακολούθησαν τη δολοφονία του πατέρα του και τη δική του ανάρρηση στον θρόνο ­ να επιλέξει ένα τέτοιο θέμα, που τον εικόνιζε, μαζί με τον νεκρό βασιλιά, σε μια κατ’ εξοχήν σημαντική ­ για τη μακεδονική αυλή ­ δραστηριότητα.


Αν από την ερμηνεία της τοιχογραφίας προκύπτει ένα ακόμη επιχείρημα για την ταύτιση του νεκρού με τον Φίλιππο Β’, λυπούμαι να διαπιστώνω συνεχώς πως ­ ακόμη και ανεξάρτητα από την ερμηνεία της ­ όσοι από τους συναδέλφους αμφισβήτησαν την άποψη του Μανόλη Ανδρόνικου (ανάμεσά τους συγκαταλέγεται τώρα η κ. Παλαγγιά) δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τους το μέγιστο, κατά τη γνώμη μου, λογικό και αρχαιολογικό του επιχείρημα: η πρωτογενής ταφή που καταγράψαμε κατά τη διάρκεια της ανασκαφής δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποδοθεί στον Φίλιππο Γ’, που εξετάφη από τον Κάσσανδρο, αρκετούς μήνες αργότερα από τον θάνατό του, για να ξαναταφεί (δευτερογενώς) μαζί με τη γυναίκα του, Ευρυδίκη, στις Αιγές.


Φαίνεται πως ο επιστημονικός διάλογος συχνά συγκροτείται από μοναχικούς μονολόγους, που κινούνται παράλληλα, χωρίς πουθενά να συναντώνται. Μοναχικά κείμενα, για μοναχικά περιοδικά, που απευθύνονται σε μοναχικούς αναγνώστες.


Εντέλει, είμαστε όλοι εκτεθειμένοι στην κρίση της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας.


Το ευρύ κοινό μπορεί, εν τω μεταξύ, να διαφυλάσσει το όνειρό του.


Η κυρία Χρυσούλα Σαατσόγλου-Παλιαδέλη είναι επίκουρος καθηγήτρια της Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μέλος της Ανασκαφής στη Βεργίνα. Επιστολή της υπεύθυνης των ανασκαφών


Σχετικά με το δημοσίευμα της έγκριτης εφημερίδας σας της 12.7.98 για τη Βεργίνα και την ερμηνεία της τοιχογραφίας του κυνηγιού στη πρόσοψη του τάφου του Φιλίππου, θα μου επιτρέψετε να εκφράσω την έκπληξη και την απορία μου για την εμφανώς ελλιπή πληροφόρηση ως προς το θέμα και την εκτίμηση της Βεργίνας σήμερα. Με δεδομένο ότι τόσο η υπογράφουσα δημοσιογράφος όσο και γενικότερα η εφημερίδα σας διακρίνεστε για την έγκυρη και ελεγμένη γνώση των θεμάτων, δεν κατανοώ την έλλειψη των πληροφοριών στην παρουσίαση του θέματος. Δεν αναφέρομαι στις απόψεις της συναδέλφου, αφού σέβομαι και υπερασπίζομαι το δικαίωμα της έκφρασης της γνώμης, και μάλιστα της επιστημονικής, ελεύθερα. Μόνο στην περίπτωσή μας πρέπει να θυμίσω ότι ανάλογες απόψεις είχαν διατυπωθεί και ζώντος του Μ. Ανδρόνικου, ο οποίος μάλιστα έδωσε και ορισμένες απαντήσεις ­ αν δεν κάνω λάθος, από τις στήλες της εφημερίδας σας. Πιθανώς στο αρχείο σας έχετε την απάντηση. Δεν θα σταθώ στο επιστημονικό μέρος, γιατί πιστεύω ότι οι επιστημονικές συζητήσεις δεν γίνονται στις εφημερίδες. Ως προς το κενό όμως της ενημέρωσής σας, οφείλω μερικές πληροφορίες. Πρόσφατα η συνάδελφος κυρία Χρ. Παλιαδέλη παρέδωσε την τελική δημοσίευση της μελέτης της για την τοιχογραφία, μέρος της γενικής δημοσίευσης των βασιλικών τάφων. Συγχρόνως τελειώνει προσεχώς η μελέτη για τα πήλινα και μετάλλινα αγγεία των ίδιων τάφων, ενώ νομίζω ότι είναι γνωστό στους κύκλους των αρχαιολόγων η μελέτη του κ. Π. Φάκλαρη για τα όπλα.


Πιθανώς γνωρίζετε, τέλος, ότι στη Βεργίνα συνεχίζεται το ερευνητικό και εκπαιδευτικό έργο, όπως γινόταν από τον Γ. Μπακαλάκη και τον Μ. Ανδρόνικο και όπως το παρέλαβε και εκείνος από τον Κ. Ρωμαίο. Οι στόχοι του έργου είναι αυτοί που ορίστηκαν όσο ακόμη ζούσε ο Μ. Ανδρόνικος και αφορούν στη μελέτη και στη δημοσίευση των ανακαλυφθέντων μνημείων, των οποίων τα πνευματικά δικαιώματα διατηρούμε, καθώς και στη συνέχιση της έρευνας του αρχαιολογικού χώρου της Βεργίνας.


Η ομάδα των αρχαιολόγων – συνεργατών του Μ. Ανδρόνικου, κάτω από την ευθύνη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, συνεχίζει το μακροχρόνιο έργο του στη Βεργίνα, έργο που αποτελεί και τη βάση για την αντίστοιχη δράση της Πολιτείας και του ΥΠΠΟ στον ίδιο τόπο.


Υπεύθυνοι απέναντι στους μαθητές μας και στην Πολιτεία, αλλά και στον δάσκαλό μας, έχοντας όχι μόνο συνείδηση αλλά και εμπειρία της σημασίας του έργου, αποδίδουμε βαθμιαία την εργασία αυτή και τα μνημεία κατ’ αρχάς στην επιστημονική κοινότητα και στη συνέχεια με νηφάλιο λόγο στο ευρύ κοινό. Ελπίζουμε ότι τα μέσα ενημέρωσης και ο Τύπος θα συμπαρασταθούν στην προσπάθεια αυτή με ανάλογο προς το παρελθόν ζήλο.


Με τιμή


Η Διευθύντρια της Ανασκαφής της Βεργίνας Σ. Δρούγου Καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version