Στον διάλογο για τη νεωτερικότητα, που εξελίσσεται από τις σελίδες των «Νέων Εποχών», δημοσιεύονται σήμερα δύο ενδιαφέροντα κείμενα. Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος καταθέτει τις απόψεις του για τις σχέσεις του μεταμοντέρνου με την Ορθοδοξία, αφού προηγουμένως ανατρέξει στην παράδοση του Διαφωτισμού όπως διαμορφώθηκε στη Δύση και όπως μεταφέρθηκε στα καθ’ ημάς. Ο καθηγητής κ. Δ. Δημητράκος αναφέρεται στους αντιπάλους του μεταμοντέρνου και εξετάζει πού οφείλεται η αντίσταση στη νεωτερικότητα.
Η ριζική αμφισβήτηση των πάντων στη σύγχρονη κοινωνία συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της νομιμοποιητικής ιδιότητας του Λόγου (με την έννοια της λογικής): αυτό είναι το κύριο μήνυμα του μεταμοντέρνου (ή μετανεωτερικού) στοχασμού. Σκοπός του τελευταίου είναι «αποδόμηση», όπως λέγεται, του Λόγου. Αυτό που πραγματοποιεί όμως δεν είναι τίποτε λιγότερο από το να μεταμορφώνει το παράλογο σε κάτι άλλο από τον εαυτό του. Πρόκειται για μια μεταμόρφωση που είναι μαγική όπως όλες οι μεταμορφώσεις. Οπως όμως συμβαίνει και με όλες τις πράξεις μαγείας, προϋποτίθεται η ευπιστία εκείνου που μαγεύεται και η προθυμία του να δεχθεί κάποιο υποκατάστατο του Λόγου. Συχνά αυτό επιτυγχάνεται με την απόσπαση της συναίνεσης του αναγνώστη ή του ακροατή μέσα από λεκτικές απεικονίσεις ή ρητορικά σχήματα, ετυμολογικο-ποιητικά ευρήματα και άλλα συναφή.
Δεν υπάρχει τίποτε το καινούργιο σε όλα αυτά. Η μάχη ανάμεσα στη λογική και τη ρητορική, τη γνώση και τη λεκτική ή εικονιστική μαγεία είναι αρχαιότατη. Το νέο στοιχείο που φέρνουν οι επιχειρούμενες μεταμορφώσεις του παραλόγου από σύγχρονους ζηλωτές του μεταμοντέρνου συνίσταται στην υποκατάσταση του Λόγου με κάτι άλλο που στρέφεται εναντίον του και μάλιστα στο όνομα της «προόδου» και αυτού που στην Αμερική κυρίως ταυτίζεται με το «πολιτικώς ορθόν», δηλαδή, τη «ριζοσπαστική» ορθοδοξία στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Η στάση αυτή παρουσιάζεται ως αντίθεση στον «λογοκεντρισμό», στον «εξουσιαστικό λόγο» της επιστήμης, στην αλλοτρίωση, στην αποικιοκρατία και στην ανδροκρατία.
Αυτή η εναντίωση στον Λόγο είναι το νομιμοποιητικό κίνητρο αυτού του εγχειρήματος. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται, τα μέγιστα ταχυδακτυλουργική, είναι εκείνη που αξιοποιεί τη σύγχυση ανάμεσα στην αναγνώριση της ύπαρξης παράλογων στοιχείων στον ψυχισμό και τη συμπεριφορά του ανθρώπου και τη νομιμότητα που υποτίθεται ότι έχει το παράλογο ως κατηγορία σκέψης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι φανερή σε κάθε άνθρωπο που διαθέτει κοινό νου. Αγνοείται όμως σκόπιμα από τους τυρευτούς του παραλόγου. Και ως «απόδειξη» της ορθότητας της σκέψης τους, μη μπορώντας βέβαια να επικαλεσθούν τη λογική, χωρίς να αυτο-αναιρεθούν, προβάλλουν την ίδια την πράξη της «αποδόμησης» στην οποία αποδύονται και μέσω της οποίας επικυρώνεται η «αλήθεια» τους.
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να γίνει μια απαραίτητη διευκρίνιση. Είναι απόλυτα θεμιτή η επιφυλακτικότητα που μπορεί κανείς να έχει μπρος την ιδέα της παντοδυναμίας του Λόγου, στην οποία πιστεύει ο δογματικός ή πρωτογενής ορθολογισμός. Από εκεί όμως ως την κατάλυση του Λόγου υπάρχει μεγάλη διαφορά. Σε αυτή την κατάλυση ακριβώς προβαίνει ο μισόλογος, όπως ονομάζεται από τον πλατωνικό Σωκράτη ο εχθρός του Λόγου και του διαλόγου. Και αυτή η κατάλυση αναγορεύεται σε αυτοθεμελιωτική αρχή από τους υποστηρικτές του μεταμοντέρνου, η οποία επιβάλλεται «επαναστατικώ δικαίω».
Η κριτική αυτή στο μεταμοντέρνο εγχείρημα δεν πρέπει να συσκοτίζει το γεγονός της μεγάλης του δύναμης. Και η δύναμη του μεταμοντέρνου βρίσκεται στο σημείο ακριβώς που οι επικριτές του εντοπίζουν τη μεγαλύτερη αδυναμία του: στη σκόπιμη άγνοια της σημασίας της γνώσης και των κριτηρίων της, και την αναγωγή της σε «αφήγηση» ή σε «συνάρτηση εξουσίας». Οι αντίπαλοι της μεταμοντέρνας σκέψης επισημαίνουν ότι, αν οι ιδέες δεν έχουν σημασία ως προς το περιεχόμενό τους, ως προς την αλήθεια που αντιπροσωπεύουν, τη λογική τους συνοχή κλπ., τότε δεν υπάρχει λόγος να ληφθεί σοβαρά υπόψη ούτε και η μετανεωτερική σκέψη. Η τελευταία καταλήγει με τον τρόπο αυτόν στην αυτο-αναίρεσή της. Παράλληλα, οι κριτικοί του μεταμοντέρνου συνδέουν το γεγονός αυτό με την ασάφειά του, την ερμητική γραφή και την αποθέωση της ακατανόητης γραφής που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των μετανεωτερικών συγγραφέων. Και από τη στιγμή που καταδεικνύεται η δομική ασάφεια της μετανεωτερικής σκέψης και ο αυτο-αναιρετικός της χαρακτήρας, ακυρώνεται ως γνώση. Αρα μπορεί να αγνοηθεί.
Λάθος, διότι οι αντίπαλοι του μεταμοντέρνου δεν έχουν αντιληφθεί τη δύναμη που έχει, όχι τόσο το παράλογο, όσο η άρνηση της σημασίας της γνώσης και το περιττό επομένως της νόησης και της κατανόησης. Οι ορθολογικοί κριτικοί του μεταμοντέρνου δεν έχουν εκτιμήσει όσο έπρεπε το γεγονός ότι ο μισόλογος δεν υποχωρεί μπρος στη δύναμη του Λόγου και ότι ο προφήτης του παραλόγου έχει οπαδούς ακριβώς επειδή διδάσκει τη ματαιότητα ή τη σχετικότητα της γνώσης. Αν τα λεγόμενα του μεταμοντέρνου στοχαστή ελέγχονται ως αντιφατικά ή κενά νοήματος, η αφοπλιστική απάντηση που δίνει ο τελευταίος είναι ότι αυτο-τοποθετείται εκτός ελέγχου. Και οι οπαδοί του επιχαίρουν του γεγονότος ότι η σκέψη με την οποία ταυτίζονται μπορεί κάλλιστα να αγνοεί τους ελέγχους που της γίνονται. Γι’ αυτό και δύσκολα πτοείται ένας ζηλωτής του μεταμοντέρνου από έναν Sokal ή έναν Bricmont. Εχει μάθει από τους δικούς του «γκουρού» ότι η γνώση δεν διαφέρει και τόσο πολύ από τη μη γνώση, εφόσον κάθε τι που παρουσιάζεται ως τέτοια είναι απόρροια «εξουσιαστικού λόγου» ή είναι «αποδομήσιμη» στο όνομα της αντίθεσης σε αυτόν τον Λόγο. Δεν χρειάζεται, σε τελευταία ανάλυση, αν δεχθεί κανείς αυτήν τη σκέψη, να μπει στον κόπο να κατανοήσει το «σημαινόμενο» (δηλαδή, χονδρικά, το νόημα), από τη στιγμή που γνωρίζει το «σημαίνον» (δηλαδή, χονδρικά, το πλαίσιο) μιας σκέψης. Δεν χρειάζεται να υποβάλει τη σκέψη αυτή στη βάσανο του λογικού ελέγχου. Δεν έχει ανάγκη να σκεφθεί κριτικά, να χρησιμοποιήσει το λογικό του με τόλμη και υπευθυνότητα.
Ικανοποιείται με τον τρόπο αυτόν μια βαθύτερη ανάγκη αντίστασης που νιώθει οποιοσδήποτε στον άνεμο αλλαγής που φέρνει η έλευση της νεωτερικότητας και της ανοιχτής κοινωνίας, όπου το άτομο παύει να κηδεμονεύεται από δόγματα, αυθεντίες και εξουσίες. Η αντίσταση στη νεωτερικότητα και την ανοιχτή κοινωνία ανταποκρίνεται στη φυσιολογική συντηρητική ροπή που είναι βαθύτατα ριζωμένη στον άνθρωπο. Ο τελευταίος αναζητεί τη θαλπωρή και τη μαγεία μιας κλειστής κοινότητας την οποία άφησε πίσω του μαζί με τα είδωλα που κατάργησε ο σύγχρονος βίος. Η αναπαλαίωση που αντιπροσωπεύει το μεταμοντέρνο είναι τόσο πιο ελκυστική όσο συγκαλύπτει τον συντηρητικό της χαρακτήρα, μέσα από μια ρητορική που το εμφανίζει ως ιστορικά προχωρημένη μορφή σκέψης. Και φαίνεται πιο προχωρημένη μορφή από το ίδιο της το όνομα: αντιπαρατίθεται στο μοντέρνο, στο όνομα του νέου, «μετα»-μοντέρνου, πηγαίνοντας πέρα από αυτό, ξεπερνώντας τους φραγμούς του. Δίνει με αυτόν τον τρόπο στον εαυτό της ένα πλεονέκτημα έναντι του ιδεολογικού δογματισμού, αλλά και της κριτικής σκέψης, ότι μπορεί μέσα από μια «ατίθαση γραφή» και ένα κήρυγμα «ανταρσίας κατά του Λόγου» να μεταμορφώνει το παράλογο σε μη παράλογο: σε έναν τρόπο σκέψης που δεν είναι ούτε δογματικός ούτε ορθολογικός.
Μπορεί στ’ αλήθεια;
Μπορεί, από τη στιγμή που πολλοί άνθρωποι πιστεύουν σε ένα τέτοιο κήρυγμα και μαγεύονται από αυτό. Και το κήρυγμα αυτό είναι απόλυτα συμβατό με το καθεστώς ελευθερίας στο οποίο ζούμε. Αρκεί να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι τι δίνουν και τι παίρνουν.
Ο κ. Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής της Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
