Αναμέναμε επί μακρόν, ματαίως, την έκφραση γνώμης Ηρακλειωτών αρμοδιοτέρων από εμάς, προς το κείμενο των φίλων αρχιτεκτόνων κκ. Ν. Σκουτέλη και Φλ. Ζανόν, της Κυριακής 28ης Ιουνίου, για την πλατεία Ελευθερίας του Ηρακλείου Κρήτης. Το κείμενο, διασκευή της εισηγητικής έκθεσης της μελέτης, είναι εντυπωσιακό. Η συγκροτημένη ανάλυση ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων, αρχιτεκτονικών πολεοδομικών θέσεων, εκπαιδευτικών προοπτικών, κατασκευαστικών ιδεών και επιτευγμάτων είναι γοητευτική.
Εν τούτοις υπάρχουν, όπως παραδέχονται οι καλοί αρχιτέκτονες, πολλές αντιρρήσεις από τον κόσμο. Είμαστε μόνο δύο απλοί Ηρακλειώτες, περιπατητές και φίλοι από κάποιες δεκαετίες της πλατείας αυτής. Ας μας επιτραπεί η διατύπωση μερικών παρατηρήσεων.
Η πλατεία σε οποιονδήποτε οικισμό απετέλεσε χώρο αναψυχής και, μεταγενέστερα (ή κατά δευτερεύουσα χρήση), επίδειξης και αντεπίδειξης δυνάμεων. Η δυνατότητα αυτή τονίζεται σε πλατείες μεγαλουπόλεων, και μάλιστα προσχεδιασμένες (ενώπιον ανακτόρων…), όπου οι σχετικοί χώροι είναι πολλοί με ανάλογη δυνατότητα επιλογών. Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη χρήση μάλλον προέχει. Κατά συνέπεια, πρέπει να τονίζεται η αίσθηση της ασφάλειας που παρέχεται από την προβολή στοιχείων γνωστών, παραδοσιακών, εκείνων που έχουν τη μεγαλύτερη διάρκεια και γνωριμία με τους χρήστες του χώρου.
Και αυτό που έχει σημασία «δεν είναι μόνο η φυσική εικόνα των πραγμάτων αλλά το ριζικό τους, το ίχνος της ιστορίας τους» κατά τον Ruskin, όπως μας θυμίζει η κυρία Σουζάννα Αντωνακάκη στα «Νέα» της 11ης Ιουνίου ε.έ.
Τα βασικά στοιχεία της πλατείας μας, που είναι παραδεκτά και από τους μελετητές, υπήρξαν το υπέροχο χώμα στο έδαφος (ως το 1968) και το τμήμα των ενετικών τειχών από την ανατολική πλευρά της, με τις κομψές καμπύλες των οχυρωματικών προβολών τους (καταλήγουν στους προμαχώνες Sabionera και Vituri), τις ορθές γωνίες των εσοχών και τις ευθείες της πανίσχυρης λιθοδομής τους. Νεότερα στοιχεία είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου από τη βόρεια πλευρά, το κτίριο των παλαιών τουρκικών στρατώνων, ήδη Νομαρχίας, από τη δυτική πλευρά (κατασκευή των μέσων του περασμένου αιώνα), που δεν στερείται χαρακτήρα ούτε περνά απαρατήρητο παρά την κατάτμησή του και την εμφάνιση των σύγχρονων ογκωδών κατασκευών στην πλατεία, το παλαιό κτίριο άλλοτε ιδιοκτησίας «Παπακαλιάτη» από τη νοτιοδυτική πλευρά, και το «Ηρώο» με τον λόφο της «Ακ Ντάμπιας» από τον Νότο.
Τι ελήφθη απ’ αυτά υπόψη; Το πατημένο χώμα, που πάνω του έπαιξαν δεκάδες χιλιάδες Ηρακλειωτόπουλα, συνοδευόμενα από τους γονείς των, κάτω από τον ίσκιο των ευκαλύπτων, των φοινίκων, των μανολιών και των πικροδαφνών, αγνοήθηκε ως υλικό χρηστικό. Οχι διότι, από τον καιρό της δικτατορίας, η πλατεία μετατράπηκε, ουσιαστικά, σε οδικό κόμβο ασφαλτοστρωμένο, αλλά διότι, παρά τα όσα γοητευτικά αναφέρονται στο δημοσίευμα, ως δεσπόζουσα χρήση του χώρου προκρίθηκε αυτή της επιδείξεως. Για την πλακόστρωση επιλέχθηκαν, κυρίως, ασβεστολιθικό πέτρωμα από το χωριό Αλφά Ρεθύμνου και, δευτερευόντως, ντόπιο γκρίζο μάρμαρο, με τα οποία στρώθηκαν περίπου 25 στρέμματα εδάφους. Υλικά εύφθαρτα και μάλλον ευτελή, τοποθετημένα απρόσωπα, μη φιλικά και σε τεράστια έκταση. Η προαγγελλόμενη τοποθέτηση ένθετων σερών με λουλούδια είναι βέβαιο ότι θα έχει τη γνωστή μεταχείριση από τα πανίσχυρα δίκυκλα, που άρχισαν ήδη να δοκιμάζουν τις δυνατότητές τους στον χώρο. Η σύνδεση της πλατείας με τα εξωτερικά κατώτερα επίπεδα στη βάση των τειχών δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί η παλαιά δίοδος της Πύλης του Αγίου Γεωργίου (Λαζαρέτου) δεν διανοίχθηκε. Οι ολίγοι εναπομείναντες ευκάλυπτοι, κουρεμένοι με πλήρη ασέβεια προς τη φυσιολογική τους ανάπτυξη πολλών δεκαετιών, μεταδίδουν στον περιπατητή την αίσθηση βιαίως επιβληθείσης καχεξίας.
Εγκαταστάθηκαν εξάλλου ξενίζουσες μεταλλικές κατασκευές με δυσνόητη έμπνευση και ερμηνεία. Ειδικότερα, με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο, εμφανίζεται σειρά τεσσάρων κεκλιμένων ιστών, ύψους περίπου 20 μ., των οποίων η κλίση εμφανίζεται να ρυθμίζεται και να στηρίζεται με γιγαντιαίες κοχλιόβιδες (παξιμάδια), εις το άνω μέρος των οποίων υπάρχει αναρτημένο επίπεδο, κάτι μεταξύ εξέδρας (σκοπιάς) καταρτιού παλαιού ιστιοφόρου και δίσκου ζυγαριάς.
Οι γιγάντιες αυτές κατασκευές γεννούν ενδόμυχο φόβο χαλαρώσεως της κοχλιόβιδας και καταπτώσεως επί της κεφαλής των περιπατητών. Κατ’ άλλους δίδουν την αίσθηση των καταλοίπων παλαιού ιστιοφόρου, του οποίου το κυρίως σκάφος βυθίστηκε εγκλωβισμένο υποκάτω των ασβεστολιθικών πλακών, τα δε τέσσερα κατάρτια του παρέμειναν υπεράνω του στερεού του τάφου. Η εκδοχή του βραχίονος συγχρόνου γερανού, εκτεταμένου επί το έργον, είναι ολιγότερο ρομαντική αλλά όχι εντελώς ευκαταφρόνητη.
Εξάλλου το άλλοτε στρογγυλό τσιμεντόκτιστο, κατά τον Μεσοπόλεμο, ή πολυγωνικό, ξύλινο, μετά τη δικτατορία, πάντοτε όμως κομψό, περίπτερο της δημοτικής ορχήστρας μετατράπηκε σε μεταλλική κατασκευή με ξύλινη επένδυση «ραμποτέ» στην οροφή, που παραπέμπει τη μνήμη στις μηχανές των αρειανών επιδρομέων, όπως εμφανίστηκαν στον «Πόλεμο των κόσμων» του Γουέλς, στην εξαίρετη κινηματογραφική παραγωγή του 1950.
Τέλος, σειρά κυλινδρικών μεταλλικών στύλων, διατομής 0,30 μ. και ύψους 2,5 ως 4 μέτρων, σε παράλληλες σειρές, με αντίθετες κλίσεις, είτε στηρίζουν ένα μακρύ μεταλλικό στέγαστρο με ξύλινη επένδυση «ραμποτέ» κατά μήκος μεγάλου τμήματος της δυτικής πλευράς, μπροστά από τα εκεί καταστήματα αναψυχής, είτε ορθώνουν, χωρίς εμφανή σκοπό, την ύπαρξή τους προς τον ηρακλειώτικο ουρανό για να δεχθούν κάποιες μελλοντικές τέντες, όπως ακούστηκε.
Εγινε, βεβαίως, διεύρυνση του συνολικού περιπατητικού χώρου και αντίστοιχος περιορισμός της οδικής χρήσης. Ως προσπάθεια επαναφοράς της καθημερινής χρήσης της πλατείας, δεν πείθει για την αποτελεσματικότητά της.
Αντίθετα, συνέβαλε στην επιδείνωση της οξύτατης συμφόρησης στο κέντρο της πόλης μας. Αν τούτο είναι αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των τοπικών αρχών, αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο του προβλήματος που είχαν προς επίλυση οι καλοί αρχιτέκτονες.
Μένει ακόμη να διαμορφωθεί η προσπέλαση προς την «Ακ Ντάπια» και η μελλοντική (και αν γίνει) διάνοιξη ανακατασκευή της θύρας Αγίου Γεωργίου, ως στοιχεία συσχετισμού με την παράδοση της περιοχής.
Η ως τώρα εφαρμογή της μελέτης αποφέρει τη γενική αίσθηση έλλειψης συνέχειας και συνδέσμου με το παρελθόν, έλλειψης κινήτρων για την αποκατάσταση της εγκαταλελειμμένης, πρωταρχικής, καθημερινής χρήσης της πλατείας. Αντίθετα, έγινε χρήση απωθητικών υλικών (ασβεστολίθου και μετάλλου) με μορφές απειλητικής προσέγγισης (θέσεις και σχήματα οξέα, επιθετικά, επικινδυνοφανή), που δεν ξεκουράζουν τους μεγάλους και δεν προδιαθέτουν τα παιδιά σε ήπιες μορφές παιχνιδιού.
Βέβαια, όλα συνηθίζονται, ακόμη και αυτή η νεωτεριστική διαμόρφωση της μοναδικής αξιόλογης και «εντός των τειχών» πλατείας του Ηρακλείου, όπως τη συνέλαβαν οι δημιουργοί της αρχιτέκτονες, μας την επέβαλαν τα μέλη της διαπρεπούς επιτροπής κρίσεως και την αποδέχθηκαν οι αρμόδιες τοπικές αρχές. Και, φυσικά, δεν γελιέται κανένας: Οι εκρηκτικές ανάγκες για χώρους ομαδικής συγκέντρωσης σε πόλεις όπως το Ηράκλειο τελικά νομιμοποιούν κάθε είδους μεταχείριση των κατοίκων τους.
Τελειώνοντας, παραφράζουμε με ειλικρινή πικρία: Οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί είναι πολύ σοβαρό πράγμα για να αφήνονται στους αρχιτέκτονες ή τουλάχιστον μόνο σ’ αυτούς. Και, φυσικά, όλοι οι πολίτες αυτής της πόλης έχομε τις ευθύνες μας.
Η κυρία Λένια Καστρινάκη είναι ξεναγός και ο κ. Στέλιος Καστρινάκης είναι πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου Κρήτης.
