Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ροδακινοπαραγωγών Παναγίτσα από τα χωριά που βρίσκονται στους πρόποδες των βουνών στον Νομό Πέλλας ετοιμάζεται για τις τελευταίες παραδόσεις. Χρόνια τώρα αυτός «κλείνει» κάθε χρόνο τη σεζόν. Μέσα στην εβδομάδα θα παραδώσει τις στερνές ποσότητες της εφετινής «σοδειάς» ποικιλιών βιομηχανικού ροδάκινου. Αγοραστές τα ελληνικά εργοστάσια που επεξεργάζονται τα ονομαστά «χρυσά μήλα» της αρχαιότητας, τα διάσημα σημερινά ελληνικά ροδάκινα, για να τα κάνουν κομπόστες και να τα εξαγάγουν σε όλο τον κόσμο. Τα δένδρα, οι ροδακινιές, θα ξεκουραστούν πια. Εφέτος χάρισαν στους ιδιοκτήτες τους άφθονους καρπούς, τόσους που οι νεότεροι δεν είχαν δει ποτέ! Οι 25-30 χιλιάδες ροδακινοπαραγωγοί της χώρας όμως δεν ετοιμάζουν καμιά γιορτή, κανένα πανηγύρι σαν αυτά που οργάνωναν άλλοτε, τις καλές χρονιές, προς τιμήν των δένδρων. Ούτε οι βιομήχανοι χαίρονται. Η Ελλάδα ελέγχει πάνω από το 50% του διεθνούς εμπορίου κονσερβοποιημένου ροδάκινου και είναι σε θέση, θεωρητικά, να το αυξήσει. Μάλλον θα περιοριστούν σε χαμηλότερο μερίδιο εφέτος οπωσδήποτε και σε χαμηλότερα κέρδη όσοι αποφύγουν τις ζημιές. Θα θυμούνται όλοι με δέος, ίσως, το έτος 2000. Μόνο έμποροι και εξαγωγείς του κοινού, καταναλωτικού ροδάκινου, που δεν χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία μπορούν να τρίβουν τα χέρια τους. Αγόρασαν φθηνά, πούλησαν ακριβά κυρίως στην ελληνική αγορά.
ΡΟΔΑΚΙΝΑ της φωτιάς ήταν τα εφετινά. Αριστα σε ποιότητα, μέγεθος, χρώμα, χυμούς, νοστιμιά και αρώματα. Παραγωγοί και βιομήχανοι όμως φώναζαν: «Θεέ μου, γιατί μας έδωσες τόσο πολλά;».
Φωτιές άναψε η μεγάλη παραγωγή βιομηχανικής χρήσεως ροδάκινων, απειλώντας να «κάψει» και τα εργοστάσια. Ουκ ολίγα αναγκάστηκαν να πουλήσουν στο εξωτερικό σε τιμές κάτω του κόστους για να αδειάσουν κάπως τις αποθήκες τους.
Δεν ήταν ωστόσο μόνο το ύψος της εφετινής παραγωγής. Ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κονσερβοποιημένου ροδάκινου στον κόσμο, η ελληνική βιομηχανία, στην αρχή της νέας παραγωγής βρέθηκε με μεγάλα αποθέματα, κάπου πέντε εκατομμύρια χαρτοκιβώτια των 24 κιλών, από την περυσινή παραγωγή. Το έκρυβε, αλλά, ως γνωστόν, ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον. Επήλθε κατάρρευση των τιμών λόγω της προοπτικής νέας, μεγάλης παραγωγής, που δεν θα μπορούσε να διατεθεί παρά μόνο με μεγάλες ζημιές.
Οι σχέσεις των καλλιεργητών, των ομάδων παραγωγών και των συνεταιρισμών μεταξύ τους και ακόμη περισσότερο όλων αυτών με τους εργοστασιάρχες και τους εξαγωγείς πέρασαν από σαράντα κύματα. Ωσπου το κράτος, μεσολαβώντας, έδωσε επιτέλους μια «πυροσβεστική λύση». Αυτή όμως, ενώ πρόλαβε τα χειρότερα, δεν έκανε κανέναν πλουσιότερο.
Σε τιμές χωρίς κέρδος λέγεται ότι πούλησαν το βιος τους πολλοί παραγωγοί. «Εχω κοστολόγιο 52 δρχ. εφέτος, αλλά καθαρά θα πάρω δεν θα πάρω 50 δρχ.» μονολογεί, καθώς μαζεύει τα φρούτα από τις ροδακινιές του στη Σκύδρα του νομού Πέλλας, δίπλα από ένα εργοστάσιο, ο παραγωγός κ. Κώστας Χατζημιχαηλίδης. «Οι βιομηχανίες μάς βρήκαν αδύνατους και πέρασαν το δικό τους» πιστεύει. Πολιτικοί, κομματάρχες, δήμαρχοι και νομάρχες βρέθηκαν εν μέσω αποκλεισμένων δρόμων και μερικές φορές οργισμένων διαμαρτυριών. Οι ίδιες οι βιομηχανίες, ιδιωτικές και συνεταιριστικές, όπως εξηγεί ο πρόεδρος της Ενωσης Κονσερβοποιών Ελλάδας κ. Κώστας Αποστόλου, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσουν τις τιμές της κομπόστας ροδάκινου, συμφώνησαν να μειώσουν την παραγωγή «κατά 30% σε σχέση με το 1999», αποδεχόμενες όμως μια θεσμική τιμή ασφαλείας για τους παραγωγούς. «Αν δεν το κάναμε αυτό» προσθέτει «θα ερχόταν για όλους καταστροφή».
* Πωλήσεις μισοτιμής
Δεν είναι λίγοι οι βιομήχανοι που κατηγορούν συναδέλφους τους για «τυχοδιωκτική συμπεριφορά», καθώς επίσης και ορισμένες συνεταιριστικές βιομηχανίες για «πωλήσεις κάτω του κόστους» στο εξωτερικό με σκοπό να δείξουν στις τράπεζες ότι έχουν ρευστό και να απαιτήσουν αναχρηματοδοτήσεις, «σκάβοντας τον λάκκο» τους στην πραγματικότητα.
Το λάδι στη φωτιά το έριξαν κολοσσοί της ευρωπαϊκής αλυσίδας των σουπερμάρκετ, απευθυνόμενοι σε μερικά από τα πιο ευάλωτα μέλη του ελληνικού κυκλώματος. Οταν βεβαιώθηκαν ότι η υπερδύναμη της παγκόσμιας αγοράς κονσερβοποιημένου ροδάκινου είχε μεγάλα πλεονάσματα, όπως ήταν φυσικό, δεν έχασαν ευκαιρία. «Αγοράζουμε, αλλά 20% φθηνότερα από πέρυσι!». Αυτό το μήνυμα έστειλαν στους έλληνες βιομηχάνους κομπόστας και, μόλις κάποιοι υπερχρεωμένοι συνεταιρισμοί με εργοστάσια υπέκυψαν, γιατί είχαν από πέρυσι αδιάθετα αποθέματα, η φωτιά άγγιξε τους πάντες. Οι τιμές των εργοστασίων κατρακύλησαν. Η δυνατότητα της ελληνικής παραγωγής να κερδίσει νέους πόντους στη διεθνή αγορά υπονομεύθηκε εκ των ένδον!
Ορισμένοι βιομήχανοι νόμισαν ότι ήρθε η ώρα να «πάρουν το αίμα τους πίσω» από τους παραγωγούς, τους οποίους είχαν καλοπληρώσει πέρυσι και κυρίως τα έτη 1997 και 1998, όταν τα δένδρα «αρρώστησαν» από παγετούς και η παραγωγή ήταν μικρή. Πρότειναν εξευτελιστικές τιμές. Μόνο καμπάνες δεν χτύπησαν στα ροδακινοχώρια στην Πέλλα, στην Ημαθία, στην Πιερία και στη Λάρισα!
Τελικά με την παρέμβαση των μεγάλων και παραδοσιακών επιχειρήσεων του κλάδου, π.χ., της εταιρείας Κρόνος, επικράτησε κοινή λογική. Παραγωγοί και βιομήχανοι κατέληξαν σε άτυπη συμφωνία, υπό την αιγίδα του υπουργείου Γεωργίας. Είναι κοινό μυστικό ότι τα εργοστάσια θα βάλουν λουκέτο αν οι παραγωγοί δεν τους πουλήσουν ροδάκινα. Οπως επίσης ότι οι παραγωγοί θα αφήσουν τα ροδάκινά τους στα δένδρα, γιατί δεν θα έχουν τι να τα κάνουν, αν δεν δουλέψουν τα εργοστάσια!
* Ενα ροδάκινο για κάθε άνθρωπο
Στην Πέλλα, στην Ημαθία, στην Πιερία και στη Λάρισα τα δένδρα φροντίστηκαν εφέτος από τους παραγωγούς όσο ποτέ άλλοτε. Πέρυσι, ενώ τα δένδρα ανέρρωναν ακόμη από τα πλήγματα των παγετών των ετών 1997 και 1998, η παραγωγή ήταν ικανοποιητική. Εφέτος παρήχθησαν και περισσότερα και καλύτερα φρούτα. Πολλοί φοβούνταν μάλιστα ότι η παραγωγή θα ήταν πολύ μεγαλύτερη.
Τα έξι δισεκατομμύρια ροδάκινα υπολογίζεται ότι έφθασε η εφετινή και ακόμη καταμετρούμενη παραγωγή βιομηχανικού και κοινού φρούτου, δηλαδή του συμπύρηνου, που χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία, και του επιτραπέζιου, όπως λέγονται. Η Ελλάδα παρήγαγε εφέτος περίπου ένα ροδάκινο για κάθε άνθρωπο της Γης!
Τα περισσότερα ήταν βιομηχανικά, για μεταποίηση και κονσερβοποίηση. Η παραγωγή των εργοστασίων όμως σε κομπόστες υπολογίζεται ότι θα διαμορφωθεί περίπου σε 15,2 εκατ. χαρτοκιβώτια των 24 κουτιών του ενός κιλού το καθένα έναντι 21,5 εκατ. χαρτοκιβωτίων το 1999. Υπολογίζεται ότι, αν τηρηθούν υπάρχουσες συμφωνίες, θα μεταποιηθούν για την παραγωγή κομπόστας 290.000 τόνοι έναντι πολύ μεγαλύτερης ποσότητας το προηγούμενο έτος. Ελπίζεται ότι ικανοποιητικές ποσότητες θα απορροφηθούν από τη βιομηχανία χυμοποίησης και ότι η απόσυρση τελικά δεν θα χρειαστεί να είναι πολύ μεγάλη οι ενισχύσεις και επιδοτήσεις από την ΕΕ, είτε για τη μεταποίηση είτε για την απόσυρση, όλο και μικραίνουν. Οι βιομηχανίες συμφώνησαν να απορροφήσουν κάποιες επιπλέον ποσότητες, οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν από το κράτος για την παροχή επισιτιστικής βοήθειας σε τρίτες χώρες.
«Με διεθνή κριτήρια η ελληνική βιομηχανία του τομέα είναι μια βιομηχανία με μικρομεσαίες μονάδες, η οποία κατέχει κυρίαρχη θέση στο διεθνές εμπόριο» σημειώνει ο κ. Α. Πρωτόπαππας της βιομηχανίας Κόνεξ, στην οποία σε τρεις βάρδιες απασχολούνται καθημερινά αυτές τις τελευταίες ημέρες της παραγωγής κάπου 675 γυναίκες και άνδρες με την αγωνία να συμπληρώσουν τα 100 ημερομίσθια που απαιτούνται ώστε να εξασφαλίσουν κάποια επιδότηση από τον ΟΑΕΔ τους «νεκρούς» μήνες. «Η τιμή που αγοράζει η βιομηχανία πρέπει να αποδίδει ένα καλό εισόδημα στον παραγωγό ώστε αυτός να μπορεί να μείνει στη δουλειά του, να τη συνεχίσει και να τη βελτιώσει» προσθέτει.
Η παραγωγική δυναμικότητα της μονάδας στη Σκύδρα, ύστερα από σημαντικές επενδύσεις που προηγήθηκαν σε αυτοματισμούς, ανέρχεται σε 1 εκατομμύριο κιλά ροδάκινα ημερησίως. «Το θέμα είναι πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε υψηλότερα μερίδια στις διάφορες μεγάλες και ανερχόμενες αγορές, όπως της Βραζιλίας» τονίζει, συμπληρώνοντας ότι πρέπει να συνεργαστούν μεταξύ τους διαφορετικές εταιρείες και ότι με τη βοήθεια του κράτους πρέπει να γίνει διεθνώς μια μεγάλη καμπάνια για το ελληνικό ροδάκινο. Πιστεύει ότι «ο τομέας μπορεί να μεγαλουργήσει» και ότι, για να συμβεί αυτό, χρειάζεται κατ’ αρχήν, μια «εκλογίκευση στον συνεταιριστικό χώρο». Οπως όλες οι βιομηχανίες του τομέα, εξάγει το σύνολο της παραγωγής της στη διεθνή αγορά. Η απορρόφηση πρώτης ύλης για μεταποίηση θα περιορισθεί μάλλον στους 31.000 τόνους από 38.000 τόνους πέρυσι. Ο έλληνας καταναλωτής προτιμά πάντα τα φρέσκα φρούτα εποχής, αλλά η κατανάλωση κομπόστας ροδάκινου στη χώρα αρχίζει να έχει σαφώς ανοδικούς ρυθμούς.
«Το ροδάκινο είναι ένα αξιόλογο εθνικό προϊόν, 100% εξαγωγικό, και πρέπει κάθε φορά να επιτυγχάνεται μια ισορροπία ικανοποιητική κατά το δυνατόν για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, με ειλικρινή διάλογο» πιστεύει ο κ. Ελ. Σαΐτης της ασυναγώνιστης σε κερδοφορία εταιρείας Κρόνος, της μόνης από τις εταιρείες του κλάδου που από την ίδρυσή της πριν από 30 χρόνια έχει τα ίδια αφεντικά και το… ίδιο όνομα.
* Στα σουπερμάρκετ η δύναμη
«Η αγοραστική δύναμη διεθνώς μέσω των αλυσίδων τροφίμων συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, με αποτέλεσμα να πιέζονται όλο και περισσότερο οι βιομηχανίες του τομέα για χαμηλότερες τιμές» προσθέτει. «Πρέπει να μειωθεί ο ελληνοελληνικός ανταγωνισμός με τη δημιουργία μεγάλων σχημάτων και να εξασφαλιστούν συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού» πιστεύει. Η διάδοση του ελληνικού μεταποιημένου ροδάκινου σε νέες αγορές, όπως της Ρωσίας και άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς επίσης της Κίνας, με την παροχή ικανών εξαγωγικών πιστώσεων, αλλά και στην αγορά των ΗΠΑ, όπου «η αντίσταση του λόμπι της Καλιφόρνιας είναι έντονη», θα δώσει διέξοδο στην παραγωγή. Η εταιρεία Κρόνος, που σχεδιάζει μια νέα μονάδα στη Σκύδρα για παραγωγή χυμών και άλλων προϊόντων από ροδάκινο, είναι αυτή που «άνοιξε» την αγορά της Ιαπωνίας. Προωθεί τη διάδοση βελτιωμένων καλλιεργειών και τη μερική αναδιάρθρωση των διαφόρων ποικιλιών. Ο κ. Σαΐτης δεν έχει αντίρρηση ότι «εφέτος τα λειτουργικά οικονομικά αποτελέσματα του τομέα διαμορφώνονται αρνητικά ως τώρα», αλλά «ήδη παρατηρείται μια σταθεροποίηση των τιμών στη διεθνή αγορά» και προσδοκά βελτίωση περί τα τέλη του έτους.
Οπως κάθε χρόνο τα τελευταία χρόνια, έτσι και πρόσφατα, επιχειρήσεις που έγιναν προβληματικές κλείνουν και ξανανοίγουν με καθεστώς… ενοικίασης σε «αχυρανθρώπους» ή και μεταβιβάζονται, παραδόξως, σε καταχρεωμένες συνεταιριστικές ενώσεις και επιχειρήσεις που συνεχίζουν να μην ανταποκρίνονται σε στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους, αλλά επιβιώνουν και αναπτύσσονται. Αντιθέτως, όλοι παραγωγοί και μη έχουν να λένε στην περιοχή για την υπευθυνότητα της Ενωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Γιαννιτσών, η οποία επίσης διαθέτει εργοστάσιο παραγωγής κομπόστας ροδάκινου. Τραπεζίτες και πολιτικοί κάνουν τα στραβά μάτια, όπως λέγεται, σε εικονικές μισθώσεις και μετατροπή φιλικών συνεταιριστών σε μεγαλοβιομηχάνους!
Αντιθέτως, με υγιείς εξαγορές και επενδύσεις εκσυγχρονισμού η εταιρεία Π. Παυλίδης του κ. Π. Παυλίδηστα Γιαννιτσά και στη Σκύδρα απέδειξε ότι η ελληνική βιομηχανία στον τομέα μπορεί και να αναπτυχθεί και να ευημερήσει. «Στους πελάτες μας ανά τον κόσμο συγκαταλέγονται οι αλυσίδες Wal Mart, Carrefour, Makro, Aldi, Lidl σε διάφορες χώρες» εξηγεί ο ίδιος. Η εταιρεία εξάγει σημαντικές ποσότητες στη Βραζιλία, στις ΗΠΑ και στο Μεξικό. Δεν θα αργήσει ίσως να απευθυνθεί στο ΧΑΑ και σχεδιάζει νέες επενδύσεις στον τομέα, σύμφωνα με πληροφορίες, σε συνεργασία με την κολοσσιαία αμερικανική εταιρεία φρούτων και άλλων τροφίμων Dole. Στη μονάδα που βρίσκεται στα Γιαννιτσά εγκαταστάθηκε πρόσφατα εξοπλισμός ο οποίος διαχωρίζει ηλεκτρονικά τα νωπά φρούτα όχι μόνο ανάλογα με το μέγεθος, αλλά και με βάση τις αποχρώσεις τους.
* Εκατοντάδες οι εργαζόμενοι
Φθάνουν τους 1.100 οι εργαζόμενοι που μπαινοβγαίνουν κάθε ημέρα στα δύο εργοστάσια. «Εγινα κονσερβοποιός ροδάκινου, ο πρώτος, όπως λένε, χωρίς να το καταλάβω, με μεγάλες επενδύσεις» αναφέρει ο κ. Παυλίδης. Η απορρόφηση πρώτης ύλης για μεταποίηση θα περιορισθεί μάλλον στους 33.000 τόνους από 43.000 τόνους πέρυσι.
Η έλευση ξένων κεφαλαίων δεν θα είναι κάτι πραγματικά καινούργιο στον τομέα. Στην περιοχή της Φαλάνης, στη Λάρισα, η εταιρεία Ελβάκ ανήκει από ετών στον μεγάλο γερμανικό οίκο τροφίμων Schroeder και εξάγει κυρίως στη Γερμανία, η οποία άλλωστε απορροφά κάτι λιγότερο από το 1/3 της ελληνικής παραγωγής, όπως εξηγεί ο κ. Ν. Ποδαράς. «Η εφετινή χρονιά βοήθησε να καταλάβουμε όλοι ότι το παλιό σύστημα των επιδοτήσεων και της παραγωγής ανεξάρτητα από τη ζήτηση πεθαίνει…» τονίζει. Από το 1999 η εταιρεία φρόντισε η παραγωγή της να ανταποκρίνεται στη ζήτηση. Διευρύνει την παραγωγή της και τον χρόνο λειτουργίας της με άλλα προϊόντα. «Αναπόφευκτα θα μείνουν λιγότερες εταιρείες στην αγορά» πιστεύει. Η κομπόστα Falani παρουσιάζεται πια και σε ελληνικές αλυσίδες.
Στον ίδιο νομό άλλωστε, στην περιοχή της Χάλκης, δραστηριοποιείται τόσο στην παραγωγή κομπόστας ροδάκινου σε κονσέρβα όσο και σε σειρά άλλων προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία η Del Monte Ελλάς, θυγατρική του ευρωπαϊκού κλάδου της μεγάλης αμερικανικής εταιρείας φρούτων. Η εταιρεία, όπως πληροφορεί ο κ. Μ. Μάρκου, που τη διευθύνει εδώ και πολλά χρόνια και έχει θητεύσει στην πολυεθνική εταιρεία σε διάφορες χώρες στο εξωτερικό, δεν θα αργήσει ίσως να παρουσιάσει στην αγορά και προϊόντα από ροδάκινο σε νέα, πρωτοποριακή, όχι μεταλλική συσκευασία. Περίπου 1.800-2.000 εργαζόμενοι «περνούν» από το πρότυπο ίσως για τον κλάδο εργοστάσιο της εταιρείας την περίοδο αιχμής. «Το ελληνικό ροδάκινο είναι το καλύτερο στον κόσμο» αναφέρει χωρίς δισταγμό. «Πρέπει να φθάσει σε κάθε αγορά, σε όλο τον κόσμο» τονίζει και προσθέτει: «Βασικός ανταγωνιστής μας, των ελληνικών μονάδων εννοώ, είναι ο κακός εαυτός μας!».
Με κριτήριο τη διεθνή θέση του ακριβώς το ελληνικό ροδάκινο αποτελεί την κορωνίδα της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής της Βόρειας Ελλάδας, για την οποία πολύς λόγος θα γίνει αυτές τις ημέρες, με την ευκαιρία της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης. Δεν θα είχε άδικο ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης αν προγραμμάτιζε επί τόπου μια σύσκεψη στα «χρυσά μήλα» της Ελλάδας…
