Την απαλλαγή των χαμηλών συντάξεων από κάθε φορολογική επιβάρυνση ώστε να αυξηθεί άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων, σε συνδυασμό με τις αυξήσεις που θα δοθούν την 1η Ιανουαρίου 2004 και θα είναι υψηλότερες από τον προσδοκώμενο πληθωρισμό (3%), μελετά η κυβέρνηση.
Το μέτρο αυτό εξετάζει προσεκτικά το υπουργείο Οικονομικών και αν τελικά εφαρμοστεί θα συνδυαστεί με το μέτρο που έχει νομοθετηθεί και προβλέπει να απαλλαγούν από την υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης όσοι μισθωτοί και συνταξιούχοι έχουν ετήσιο εισόδημα χαμηλότερο από 10.000 ευρώ, που είναι και το αφορολόγητο όριο, και δεν έχουν εισοδήματα από άλλες πηγές (ενοίκια κ.ά.). H πρόταση αυτή περιλαμβάνεται στο πακέτο των παροχών που προετοιμάζει το οικονομικό επιτελείο και πρόκειται να εξαγγείλει ο Πρωθυπουργός στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης.
Στο ίδιο πακέτο περιλαμβάνονται η αύξηση του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ), των επιδομάτων ανεργίας καθώς των επιδομάτων πρόνοιας που καταβάλλονται στα άτομα τα οποία δεν μπορούν να εργαστούν.
Οι οριστικές αποφάσεις θα ληφθούν σε σύσκεψη που θα έχει ο Πρωθυπουργός με το οικονομικό επιτελείο και στη συνέχεια όλα τα μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής στις 25 Αυγούστου και έχουν στόχο την ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων και των μισθωτών και των ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων (αγρότες κ.ά.).
* Το κόστος του πακέτου
Βέβαια αυτό που προβληματίζει το υπουργείο Οικονομικών είναι το μεγάλο κόστος του συνολικού πακέτου και για αυτόν ακριβώς τον λόγο ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. N. Χριστοδουλάκης είναι κατηγορηματικός και δηλώνει ότι δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή στη φορολογική κλίμακα ούτε στο αφορολόγητο όριο. Αντίθετα, όλο το βάρος θα δοθεί στην επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, που, σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλάκη, θα είναι υψηλότερη του 4% εφέτος και θα οδηγήσει:
* στην αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων, δηλαδή των αμοιβών, πάνω από τον πληθωρισμό κατά 2%-3%, και
* στη μείωση της ανεργίας κάτω από το 9% το πρώτο τρίμηνο του 2004.
Ο υπουργός Οικονομίας πριν από την τελική σύσκεψη που θα έχει με τον πρωθυπουργό κ. K. Σημίτη για να καθορίσουν τους άξονες της οικονομικής πολιτικής και τις παροχές που θα εξαγγείλει ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ θέτει δύο προτεραιότητες:
* Την κατάθεση και ψήφιση του αναπτυξιακού νόμου στη Βουλή ώστε το υπουργείο και οι περιφέρειες να είναι έτοιμα να δεχθούν αιτήσεις για νέες επενδύσεις εντός του Σεπτεμβρίου.
* Την κατάθεση του φορολογικού νομοσχεδίου επίσης στη Βουλή ώστε να προσδιοριστούν τα φορολογικά κίνητρα για τις επενδύσεις και να σταθεροποιηθούν κανόνες των φορολογικών ελέγχων για τις επιχειρήσεις, οι οποίες στο εξής θα γνωρίζουν ότι δεν θα είναι στο «έλεος» των εφοριακών αλλά θα πληρώνουν με βάση αντικειμενικά κριτήρια τους φόρους και τις επιβαρύνσεις. Ο κ. Χριστοδουλάκης, ο οποίος βρίσκεται στην Ανδρο αλλά επιστρέφει τη Δευτέρα, τονίζει ότι όλα θα κριθούν από την ταχύτητα ανάπτυξης της οικονομίας, η οποία αποτελεί και τη διέξοδο στα πιεστικά δημοσιονομικά προβλήματα. Παρ’ ότι η εικόνα του προϋπολογισμού αναμένεται να βελτιωθεί το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου, ο στόχος μείωσης του ελλείμματος στο 0,9% του ΑΕΠ δεν θεωρείται εφικτός. Βέβαια μια μικρή αύξηση του ελλείμματος γύρω στο 1,5% του ΑΕΠ δεν ενοχλεί την κυβέρνηση καθώς όλες οι ευρωπαϊκές χώρες που βρέθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σε τροχιά εκλογών (Γαλλία, Γερμανία, Πορτογαλία) σε συνδυασμό με την οικονομική στασιμότητα παρουσίασαν ελλείμματα που άγγιζαν, αν δεν ξεπερνούσαν, το 3% του ΑΕΠ. Το χειρότερο σενάριο είναι να ξεπεράσει το έλλειμμα το 1,5% του ΑΕΠ.
* Ερχεται η Eurostat
Τον Σεπτέμβριο θα γίνει και νέος έλεγχος από τη Eurostat για τη δημοσιονομική κατάσταση και για το έλλειμμα, για το οποίο η κυβέρνηση επισημαίνει ότι επιβαρύνθηκε – τουλάχιστον κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους – και από τη δυσμενή διεθνή συγκυρία. H «κυκλική προσαρμογή» του ελλείμματος, όπως είναι γνωστή αυτή η διαδικασία ελέγχου και αναθεώρησης των μεγεθών, εξετάζει πέραν του ονομαστικού ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και τις επιπτώσεις της συγκυρίας στην οικονομία και τις αφαιρεί από το τελικό αποτέλεσμα. Μέχρι στιγμής πάντως και σύμφωνα με τους υπολογισμού του υπουργείου Οικονομίας, το έλλειμμα του 2003 με τα τρέχοντα δεδομένα θα προσεγγίσει το 1,5% του ΑΕΠ.
