Οσο η κρίση στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές συνεχίζει να ρίχνει τη σκιά της πάνω από τη Σοφοκλέους, αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την ελληνική αγορά η πορεία που ακολουθούν οι εισηγμένες σε αυτήν επιχειρήσεις, καθώς η διατήρηση και αύξηση της κερδοφορίας τους αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγησή της από έλληνες και ξένους επενδυτές.
Τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 1998 των εισηγμένων εταιρειών ίσως να μην ήταν θεαματικά σε ό,τι αφορά τον ρυθμό βελτίωσης που παρουσίασαν ή ακόμη περισσότερο σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν αναπτυχθεί, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κάποιος μη ικανοποιητικά, όταν η ποσοστιαία αύξησή τους είναι υπερτριπλάσια από τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού. Η μεταβολή πάντως των αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την πτώση της χρηματιστηριακής αγοράς αν το διεθνές περιβάλλον δεν ήταν δυσμενές.
Ενα ικανό δείγμα σε ό,τι αφορά την αντιπροσωπευτικότητα του συνόλου των εισηγμένων μετοχών από απόψη χρηματιστηριακής αξίας, όγκου συναλλαγών αλλά και συνολικών κερδών είναι οι 60 εταιρείες, οι οποίες απαρτίζουν τον γενικό δείκτη τιμών. Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να θεωρήσει ότι η εξέλιξη της δραστηριότητας των εταιρειών αυτών, στον βαθμό που αντανακλάται και στη χρηματιστηριακή τους τιμή, είναι ικανή να χαρακτηρίσει την πορεία της Σοφοκλέους, αφού οι μεταβολές των τιμών τους χαράζουν την κατεύθυνση του γενικού δείκτη τιμών.
Το σύνολο των καθαρών κερδών των επιχειρήσεων αυτών κατά τη διάρκεια το πρώτου εξαμήνου του έτους, όπως έγιναν γνωστά μέσω των λογιστικών τους καταστάσεων που αφορούν αυτό το χρονικό διάστημα, έφθασαν στο ύψος των 467,6 δισ. δρχ. έναντι 398,4 δισ. δρχ. του ίδιου διαστήματος, του προηγούμενου έτους. Οι εταιρείες αυτές είχαν λοιπόν 69,3 δισ. δρχ. περισσότερα κέρδη φέτος που αντιστοιχούν σε ποσοστιαία μεταβολή ίση με 17,4%. Επτά στις δέκα εταιρείες παρουσίασαν βελτίωση των αποτελεσμάτων τους, ενώ αυτές που αντιμετώπισαν υποχώρηση των κερδών τους ήταν το 30% του συνόλου.
Ο τραπεζικός τομέας, που είναι ο κατ’ εξοχήν «παραγωγός» κερδών στο ελληνικό Χρηματιστήριο, αφού παράγει συνήθως γύρω στο 30% των συνολικών κερδών των εισηγμένων επιχειρήσεων, παρουσίασε στο πρώτο εξάμηνο του έτους συνολικά κέρδη ύψους 157,8 δισ. δρχ. έναντι 130,7 δισ. δρχ. της περυσινής χρονιάς, σημειώνοντας αύξηση ίση με 20,7%. Τα αποτελέσματα των δύο μεγάλων τραπεζών ακολούθησαν διαφορετική πορεία στο Α’ εξάμηνο, αφού τα κέρδη της Εθνικής έφθασαν σε αυτό το χρονικό διάστημα τα 55,3 δισ. δρχ., παρουσιάζοντας αύξηση γύρω στο 63%, ενώ η Alpha Πίστεως αντιμετώπισε υποχώρηση των κερδών της κατά 6,7% φθάνοντας στα 39,5 δισ. δρχ., το Α’ εξάμηνο του έτους. Μικρή υποχώρηση κατά 2,5% στα 24,9 δισ. δρχ. αντιμετώπισε η Εργασίας. Μικρότερες τράπεζες, όπως η Πειραιώς, η Αττικής και η Xiosbank, παρουσίασαν θεαματική αύξηση των κερδών τους, ενώ άλλες τράπεζες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο, όπως η Ιονική, η Κεντρικής Ελλάδος και η Αθηνών αντιμετώπισαν μεγάλες μειώσεις. Σε μέση κατάσταση από άποψη ρυθμού αύξησης κερδών βρέθηκε η Εμπορική, με αύξηση κερδών κατά 16% στα 13,6 δισ. δραχμές. Η εξέλιξη των κερδών του τραπεζικού κλάδου για το τρέχον έτος φαίνεται ότι δεν μπορεί να εκτιμηθεί. Η Εθνική, φαίνεται, ελπίζει ότι θα κλείσει τη χρήση με σημαντική αύξηση κερδών, ωστόσο ένας ικανός αριθμός τραπεζών εξακολουθεί να βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο, ενώ οι εξελίξεις στο νομισματικό πεδίο εξακολουθούν να επηρεάζουν την εξέλιξη των κερδών μεγάλων τραπεζών.
Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, ο οποίος αποδίδει γύρω στο 35% των κερδών του Χρηματιστηρίου, παρουσίασε στο Α’ εξάμηνο κέρδη ύψους 143 δισ. δρχ., τα οποία ήταν αυξημένα κατά 4,6% έναντι του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος του προηγούμενου έτους. Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων για το πρώτο εξάμηνο της χρήσης, η διοίκηση του ΟΤΕ ανέφερε ότι αναμένει βελτίωση των εσόδων του Οργανισμού για το δεύτερο μισό του έτους, καθώς η επίδραση του επενδυτικού προγράμμτος του Οργανισμού (αύξηση της ψηφιακοποίησης του δικτύου) θα γίνει εμφανέστερη στα αποτελέσματα του τέλους της χρήσης.
Ασφαλώς η διεθνής κρίση, στον βαθμό που αυτή είναι κρίση των οικονομιών και όχι των αγορών, επηρεάζει τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων, όμως σε μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου οι εξαγωγές ή η διεθνής παρουσία δεν παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, οι επιδράσεις στην εξέλιξη της δραστηριότητας των επιχειρήσεων δεν θα είναι θεαματικές.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα του Α’ εξαμήνου των επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα που είναι εισηγμένες στη Σοφοκλέους, ο κ. Ν. Γεωργιάδης, επικεφαλής του τμήματος ανάλυσης της Ωμέγα ΑΧΕ αναφέρει: «Η διεθνής οικονομική κρίση ενισχύει τις ανησυχίες περί επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης διεθνώς. Στην Ευρώπη η ανοδος του ΑΕΠ αναμένεται να κυμανθεί στην περιοχή του 2% για το 1998. Η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, εφόσον αποδειχθεί αληθινό σενάριο, αναμένεται να επηρέασει τη ζήτηση των προϊόντων και κατά συνέπεια την κερδοφορία των εταιρειών. Σύμφωνα με τον οίκο συλλογής προβλέψεων IBES International, τα κέρδη 4.412 ευρωπαϊκών επιχειρήσεων θα αυξηθούν κατά 14,3% το 1998 έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για ρυθμό βελτίωσης που θα υπερβαίνει το 15%. Οι τάσεις αυτές επηρεάζουν και την ελληνική αγορά. Ο ρυθμός ανόδου των κερδών του Α‘ εξαμήνου του 1998 διαμορφώθηκε σε 15,64% που είναι λίγο υψηλότερος από το αντίστοιχο ποσοστό του Α‘ εξαμήνου του 1997. Οι εξελίξεις αυτές αποδίδονται κυρίως στους εξής παράγοντες: α) Η υποτίμηση της δραχμής δεν πρόλαβε να προσφέρει τα προσδοκώμενα οφέλη καθώς υπήρξε έντονη ανατίμησή της στους επόμενους μήνες. β) Λόγω του απροσδόκητου της υποτίμησης οι εταιρείες δεν ήταν απόλυτα έτοιμες σε ό,τι αφορά τη στρατηγική αποτελεσματικότερης εκμετάλλευσης των ωφελειών. γ) Για τις μεγαλύτερες εισηγμένες επιχειρήσεις η επιπλέον ανάπτυξη κερδών αναμενόταν και εξακολουθεί να αναμένεται από τις αγορές του εξωτερικού, οι οποίες όμως δεν βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην καλύτερη δυνατή τους κατάσταση. δ) Ενα μεγάλο μέρος του Α‘ εξαμήνου του 1998 χαρακτηρίστηκε από υψηλά επιτόκια, στοιχείο που προκάλεσε μικρές ως σημαντικές δυσκολίες στις επιδόσεις των θεμελιωδών μεγεθών των εταιρειών».
Ο κ. Γεωργιάδης καταλήγει: «Αν οι εξελίξεις αυτές προς την κερδοφορία των ελληνικών επιβεβαιωθούν από τα αποτελέσματα του εννεαμήνου του 1998, τα οποία θα είναι γνωστά στο σύνολό τους μετά το τέλος του ερχόμενου Νοεμβρίου, τότε μια ετήσια βελτίωση των κερδών των εισηγμένων επιχειρήσεων της τάξης του 20% θα πρέπει να θεωρείται ικανοποιητική, δεδομένων των μη ευνοϊκών διεθνών συνθηκών που επικρατούν στη διάρκεια της τρέχουσας χρονιάς. Για τη διετία ’88-’89 αναμένεται ότι η μέση ετήσια αύξηση θα διαμορφωθεί στην περιοχή του 20%-30%. Το ύψος της θα είναι συνάρτηση της πορείας του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος από το οποίο θα προκύψει ένα ικανό μέρος της αύξησης της εταιρικής κερδοφορίας».
