Το «πιο μεγάλο αφεντικό» της Γαλλίας
Σημαντική είναι η εφετεινή χρονιά για τον μεγαλύτερο κατασκευαστή ελαστικών του κόσμου. Η γαλλική βιομηχανία Michelin γιορτάζει τα 100 χρόνια από τη «γέννηση» του Bibendum, του λαστιχένιου ανθρώπου που έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της παγκοσμίως και είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα εμπορικά σήματα, μετά από αυτό της Coca-Cola. Παράλληλα το μεγάλο αφεντικό της, ο Φρανσουά Μισλέν, τρίτη γενιά σε μια οικογενειακή επιχείρηση με ηλικία μεγαλύτερη από έναν αιώνα, ετοιμάζεται να παραδώσει τη σκυτάλη στον γιο του Εντουάρ και μόλις εξέδωσε το βιβλίο-κατάθεση των εμπειριών του «Et pourquoi pas?» («Και γιατί όχι;», εκδόσεις Grasset). Χωρίς αμφιβολία, ο Φρανσουά Μισλέν είναι «το πιο μεγάλο αφεντικό της Γαλλίας με την ακριβή έννοια του όρου», όπως επισημαίνει ο «Figaro», για τον οποίο ο γάλλος βιομήχανος έκανε μια εξαίρεση και του παραχώρησε συνέντευξη.
Εδώ και 47 χρόνια ο Φρανσουά Μισλέν, 72 ετών σήμερα, διοικεί τη μεγαλύτερη βιομηχανία ελαστικών του κόσμου, που δραστηριοποιείται σε 170 χώρες, με κύκλο εργασιών 80 δισ. γαλλικά φράγκα και κέρδη 4 δισ. Ο κ. Μισλέν δεν μοιάζει με τους συναδέλφους του. Απεχθάνεται την προβολή και τις δημόσιες σχέσεις και μιλάει ελάχιστα δημοσίως. Ισως να φταίνε γι’ αυτό οι κακές σχέσεις του με την εκάστοτε εξουσία και η αποστροφή του προς τις αλλαγές και καθετί καινούργιο. Ενδιαφέρουσα περίπτωση, χωρίς αμφιβολία, ένας άνθρωπος που εν έτει 1998 γράφει στο βιβλίο του ότι η Γαλλία διοικείται από μαρξιστές εδώ και κάμποσες γενιές και που του αρέσει να πλένει μόνος του τα πιάτα για να κάνει κάτι με τα χέρια του!
«Η Γαλλία βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια στα χέρια των απογόνων του Μαρξ» δηλώνει ο κ. Μισλέν στον «Figaro». «Πάρτε για παράδειγμα τον Ντε Γκωλ. Θέλησε να εισαγάγει την ιδέα της σύνδεσης κεφαλαίου – εργασίας. Θέτοντας το πρόβλημα με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να θεωρείς απαραίτητη προϋπόθεση ότι υπάρχει μια αντιπαλότητα μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας. Είναι η προσέγγιση του Καρλ Μαρξ. Είναι παράλογο γιατί δεν υπάρχει κεφάλαιο χωρίς εργασία και δεν υπάρχει εργασία χωρίς κεφάλαιο. (…) Σε αντίθεση προς όσα έλεγαν κάποτε, ένας μέτοχος δεν είναι ένας αντιδραστικός. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Γιατί ένας μέτοχος παίρνει ρίσκα, ρίσκα που εξυπηρετούν τους εργαζομένους στις επιχειρήσεις του. Οι μαρξιστές θέλουν να μοιραστούν τα κέρδη αλλά δεν κάνουν ποτέ λόγο για τα ρίσκα, γιατί αν μιλήσουν γι’ αυτά καταργείται η αρχή της πάλης των τάξεων και η διαλεκτική σύλληψη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Τα ρίσκα είναι συνυφασμένα με την ίδια τη ζωή».
Με τέτοιες απόψεις δεν είναι παράξενο που ο κ. Μισλέν παραμένει απομονωμένος από την οικονομική ζωή της πατρίδας του. Ακόμη όμως και οι πολλοί αντίπαλοί του δεν μπορούν να αγνοήσουν τα μεγέθη που εκπροσωπεί η εταιρεία του και την προσφορά της στη γαλλική οικονομία. Από το 1996 η Michelin, με το 18,6% της παγκόσμιας αγοράς, πέρασε στην πρώτη θέση του καταλόγου με τις μεγαλύτερες βιομηχανίες ελαστικών του κόσμου, ξεπερνώντας την ιαπωνική Bridgestone (18,3%) με την οποία κονταροχτυπιέται συνεχώς τα τελευταία χρόνια. Οι δύο αυτές εταιρείες μαζί με την αμερικανική Goodyear (16,6%) είναι οι μόνες που κατασκευάζουν ελαστικά κάθε είδους και έχουν παρουσία και στις τρεις μεγάλες αγορές του κόσμου (Ευρώπη, Αμερική και Ασία). Πίσω από αυτές βρίσκονται άλλες τέσσερις με μικρότερη διεθνή παρουσία (Sumitomo-Dunlop, Continental, Pirelli και Yokohama) και ακολουθούν καμιά εικοσαριά μικρότεροι κατασκευαστές.
Η πρώτη θέση της Michelin, την οποία αμφισβητούν οι αντίπαλοί της, δεν ήρθε τυχαία. Μέσα σε έναν αιώνα η εταιρεία πέρασε μέσα από δύο Παγκοσμίους Πολέμους, γνώρισε οικονομικές κρίσεις και αναταραχές αλλά δεν ξέφυγε ποτέ από το άγρυπνο βλέμμα της οικογενείας Μισλέν. Η ιστορία της εταιρείας ξεκινάει το 1886. Ο Αντρέ Μισλέν, 33 ετών τότε, ανέλαβε να σώσει την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας καουτσούκ με έδρα το Κλερμόν Φεράν. Ο νεαρός μηχανικός είχε δημιουργήσει μια επιχείρηση μεταλλικών κατασκευών στο Παρίσι και φιλοδοξούσε να γίνει ένας νέος Γουσταύος Αϊφελ αλλά η μοίρα τού επεφύλασσε άλλα. Με τη βοήθεια του αδελφού του Εντουάρ, ο οποίος είχε σπουδάσει ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών, ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση, χωρίς να περνάει από το μυαλό του ότι θα έμενε στην Ιστορία ως ο πρώτος κατασκευαστής σύγχρονων ελαστικών στον κόσμο.
Μια ημέρα το 1889 ένας ποδηλάτης που του είχε τρυπήσει το λάστιχο σταμάτησε έξω από το εργοστάσιο των αδελφών Μισλέν για να ζητήσει βοήθεια. Τα λάστιχα εκείνης της εποχής δεν είχαν καμία σχέση με τα σημερινά. Τα είχε επινοήσει ο Σκωτσέζος Τζον Μπόιντ Ντάνλοπ και δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα πρωτόγονο ελαστικό κολλημένο γερά πάνω σε μια ξύλινη ζάντα. Καθώς όμως ήταν κολλημένο, ήταν σχεδόν αδύνατον να βγει και να διορθωθεί. Ο Εντουάρ έβαλε κάτω το κεφάλι του και το 1891 παρουσίασε το πρώτο ελαστικό για ποδήλατο που μπορούσε να βγει από τη ζάντα και να επιδιορθωθεί. Ο Αντρέ εγκατέλειψε τότε οριστικά τα σχέδιά του για να διαδεχθεί τον δημιουργό του Πύργου του Αϊφελ και αποφάσισε να αναλάβει την εμπορική προώθηση του νέου προϊόντος.
Η επιτυχία ήρθε γρήγορα και μαζί της ο Bibendum, η μασκότ της εταιρείας, το άσπρο ανθρωπάκι που είναι φτιαγμένο από ελαστικά. Παρουσιάστηκε επίσημα τον Απρίλιο του 1898 και από τότε συνοδεύει πάντα το όνομα Michelin σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά τα ποδήλατα οι αδελφοί Μισλέν περνούν και στον χώρο του αυτοκινήτου. Από το 1891 ως το 1900 ο κύκλος εργασιών της εταιρείας αυξάνεται από 460.000 σε 6 εκατ. γαλλικά φράγκα. Η Michelin εδραιώνεται στις συνειδήσεις των καταναλωτών με τις νίκες της σε αγώνες αυτοκινήτου και το 1906 ανοίγει το πρώτο της εργοστάσιο στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Ιταλία. Ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1908. Το 1900 βλέπουν το φως της ημέρας οι πρώτοι τουριστικοί οδηγοί με το όνομα της εταιρείας για να βοηθούν τους οδηγούς να βρίσκουν τον δρόμο τους μια παράδοση που συνεχίζεται ως σήμερα.
Το 1931, και αφού η Michelin έχει διακόψει την παραγωγή της τον καιρό του πολέμου για να κατασκευάζει πολεμικά αεροσκάφη, πεθαίνει ο Αντρέ. Ως το 1937 δημιουργούνται πέντε καινούργια εργοστάσια (Γερμανία, Αργεντινή, Ισπανία, Τσεχοσλοβακία και Βέλγιο). Το 1940 πεθαίνει ο Εντουάρ και η εταιρεία περνάει δύσκολες ώρες λόγω του πολέμου. Αναγκάζεται πάλι να διακόψει την παραγωγή της για να βοηθήσει τη χειμαζόμενη Γαλλία αλλά μετά τον πόλεμο την περιμένουν νέες ημέρες δόξας. Το 1946 λανσάρει το λάστιχο ράντιαλ, που της δίνει ένα γερό πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές της. Το 1955 αναλαμβάνει τα ηνία ο Φρανσουά, εγγονός του Εντουάρ. Από το 1955 ως το 1969 ανοίγει άλλες 15 μονάδες παραγωγής. Τα προβλήματα που φέρνει η κρίση του πετρελαίου στη δεκαετία του ’70 δεν λείπουν και συνεχίζονται στην επόμενη δεκαετία. Τα πράγματα αρχίζουν να καλυτερεύουν στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν η Michelin έχει ήδη αγοράσει τη Uniroyal Goodrich και έχει θέσει σε εφαρμογή το πρόγραμμα αναδιοργάνωσής της. Ο νέος αιώνας θα βρει την εταιρεία με έναν ακόμη Μισλέν στο τιμόνι της, τον 35χρονο Εντουάρ, γιο του Φρανσουά, για τον οποίο ο πατέρας του δηλώνει ότι, αν δεν διέθετε τις ικανότητες που έχει, δεν θα τον επέλεγε γι’ αυτή τη θέση, παρ’ όλο που φέρει το ιστορικό όνομα της οικογενείας του.
