Ρεπορτάζ
«ΣΙΓΟΥΡΑ δεν έχει καμία σχέση με το λονδρέζικο Χίθροου», καταθέτει διακριτικά τις πρώτες εντυπώσεις της για τον Ανατολικό αερολιμένα η 40χρονη Ζιλί από το Πακιστάν. Περιμένοντας τώρα στην αίθουσα αναχωρήσεων εξωτερικού, λίγη ώρα προτού εκπνεύσει το πρώτο της ταξίδι στην Αθήνα και ενώ ο τετράχρονος γιος της ακροβατεί πάνω σε σωρούς αποσκευών, κάνει τον απολογισμό της: «Στην αρχή έμεινα έκπληκτη από την κατάσταση του αεροδρομίου. Ισως γιατί περίμενα να συναντήσω καλύτερη οργάνωση στην Ελλάδα. Ενώ βρισκόμουν στην ουρά για τον έλεγχο των διαβατηρίων, χάζευα δίπλα μου ακριβώς ένα αυτοσχέδιο εργοτάξιο! Οι αίθουσες μου φάνηκαν υπερβολικά μικρές και η παραλαβή των αποσκευών αποδείχτηκε πολύ πιο χρονοβόρα σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά αεροδρόμια που έχω επισκεφθεί». Υπήρχαν όμως και κάποια θετικά, όπως τουλάχιστον φαίνεται να της υπενθυμίζει προς στιγμήν η παρουσία του λιλιπούτειου συνοδού της: «Ευτυχώς οι υπάλληλοι ήταν πολύ ευγενείς και εξυπηρετικοί, παρ’ ότι υπήρχε πάντα κάποιο πρόβλημα συνεννόησης στα αγγλικά, και έδειχναν όλοι ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον γιο μου».
Λίγο πιο δίπλα, ο Τεντ και η Ροζάν Μπέικερ, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι επισκεπτών από τη Μελβούρνη περιγράφουν τη δική τους εμπειρία: «Κανείς δεν ήταν σε θέση να μας πληροφορήσει πώς να πάμε από το αεροδρόμιο στο κέντρο της πόλης. Είδαμε βέβαια τα ταξί παραταγμένα απ’ έξω, αλλά χρειάστηκε να ρωτήσουμε έναν άλλο τουρίστα για να μάθουμε την ύπαρξη του Εχpress». Ευτυχώς τα δρομολόγια είναι συχνά (από τις 5 π.μ. ως τις 11.30 μ.μ., ενώ υπάρχουν και νυχτερινά), το αντίτιμο του εισιτηρίου είναι αρκετά χαμηλό (160 δρχ.) και το λεωφορείο διαθέτει κομβίο «για την αποβίβαση των επιβατών με ειδικές ανάγκες». «Τουλάχιστον στη διαδρομή αυτή δεν είχαμε προβλήματα χώρου», συμπληρώνει γελώντας η Ροζάν. «Στο αεροδρόμιο κάναμε αγώνα δρόμου για να προλάβουμε να πιάσουμε μια θέση. Αρκεί να δει κανείς πόσοι περιμένουν την πτήση τους κουλουριασμένοι στο πάτωμα».
Στο κυλικείο όπου ένα ποτήρι Κόκα Κόλα στοιχίζει 430 δραχμές ο Χαβιέ από τη Μαδρίτη σχολιάζει τις συναλλαγές του με κάποιους επαγγελματίες του εγχώριου τουριστικού τομέα: «Ο οδηγός του λεωφορείου που με έφερε στο αεροδρόμιο μου φέρθηκε αγενέστατα μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσα να του μιλήσω ελληνικά. Αλλά και στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου μου στην Αθήνα δεν είχαν καμία διάθεση να με εξυπηρετήσουν όταν τους ζητούσα μια διεύθυνση ή μια πληροφορία για ένα πολιτιστικό γεγονός». Η 20χρονη Σάντρα Σβένσον από τη Σουηδία, που κοιτάζει εναγωνίως τον πίνακα αναχωρήσεων απέναντί της «η πτήση μου έχει καθυστέρηση μια περίπου ώρα και μάλλον θα χάσω την ανταπόκρισή μου» , αποποιείται τον ρόλο της τουρίστριας: «Είναι το τρίτο κατά σειρά καλοκαίρι που έρχομαι στην Ελλάδα και νομίζω πως έχω χάσει πια την παρθενική ματιά του φρέσκου επισκέπτη. Βέβαια στο Ελληνικό κάποια πράγματα δεν σταματούν ποτέ να σου κάνουν εντύπωση: οι απεργίες, οι τουαλέτες και τα ταξί. Ακόμη δεν έχω ξεπεράσει την εμπειρία μου με έναν οδηγό ταξί, ο οποίος με το που έβγαλα λεφτά να τον πληρώσω μου τράβηξε το πορτοφόλι και έγινε καπνός».
Τα λοιπά προβλήματα είναι λίγο πολύ γνωστά: «Αλλωστε τα έζησα εκ των έσω όταν δούλευα ως σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο στο Ρέθυμνο». Οι έλληνες εστιάτορες, επί παραδείγματι, εφαρμόζουν πολλοί συγκεκριμένες μεθόδους για την αλίευση τουριστών: «Από τα πιο συνηθισμένα είναι η έκπτωση 25% που υποτίθεται ότι προσφέρει το τάδε εστιατόριο “από αύριο”. Μόνο που ο μαγαζάτορας τρέχει να παραποιήσει δεόντως τις “στάνταρ” τιμές στο μενού. Και ο τουρίστας βλέπει την ταμπέλα με το “25%” και ευελπιστεί ότι θα πληρώσει λιγότερα!».
Ο Αμερικανός Τρόι Πέρι ήρθε για λίγες ημέρες στην Ελλάδα, στα πλαίσια ενός θερινού γύρου της Ευρώπης που πραγματοποιεί με τη μητέρα του Ανν. «Νομίζω πως τα πράγματα ήταν τελικά πολύ καλύτερα από ό,τι τα περίμενα. Ισως να με είχε τρομοκρατήσει και η “Βίβλος” μου, ο τουριστικός οδηγός “Lonely Planet” που κουβαλώ πάντα μαζί μου. Η κατάσταση βέβαια στα ξενοδοχεία ήταν αφόρητη. Μου έτυχε να μην μπορώ να περάσω από την πόρτα του μπάνιου, η ντουσιέρα να προσγειώνεται στο κεφάλι μου, να μην υπάρχουν πετσέτες και σαπούνι. Η μητέρα μου, που παίρνει κάποιο ειδικό φάρμακο και αισθάνεται συχνά ζαλάδες, δεν είχε πολλές φορές πού να καθήσει χωρίς να παθαίνει ασφυξία». Οσον αφορά τα απανωτά κρούσματα απεργιών, προτιμά τη φαιδρή πλευρά των πραγμάτων: «Σε κάποιον οδηγό είχα διαβάσει ένα εβδομαδιαίο δελτίο των εν Ελλάδι απεργιών: Δευτέρα τα λεωφορεία, Τρίτη και Πέμπτη οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, Τετάρτη οι υπάλληλοι του δήμου κ.ο.κ. Το πρόβλημα ήταν ότι μόλις ήρθα το επιβεβαίωσα».
Το εύχαρες γκρουπ των Κορεατών που παίρνει τη θέση του στην αίθουσα αναχωρήσεων υποβάλλει τη δίκη του λίστα των προσφιλών πλέον παραπόνων: «Στο ταξί μάς χρέωναν επί μονίμου βάσεως το διπλό ποσό από αυτό που βλέπαμε στο ταξίμετρο. Στο κέντρο της πόλης υπήρχε μόνο ένα περίπτερο ενημέρωσης των τουριστών και γενικά δεν ξέραμε από πού να ζητήσουμε χάρτες και πληροφορίες για το πού να πάμε να διασκεδάσουμε». Δεν απουσιάζουν όμως, όπως τουλάχιστον επιβεβαιώνει ο πιο «σπορτίφ» της παρέας, και οι ιδιάζουσες απαιτήσεις εις βάρος του πολύπαθου ελληνικού τουρισμού: «Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί το ξενοδοχείο μου δεν διέθετε εγκαταστάσεις πινγκ πονγκ!».
Τα κέντρα υποδοχής και διαμετακόμισης του εισερχόμενου τουρισμού αεροδρόμια, λιμάνια και σιδηροδρομικοί σταθμοί και η χαμηλή ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών συνιστούν κατά γενική ομολογία τους βασικούς άξονες ταξιδιωτικών παραπόνων. «Τα κέντρα υποδοχής είναι μικρά και ελλιπή σε σχέση με τον όγκο των διακινουμένων τουριστών», αντλεί από την εμπειρία του ως ιδιοκτήτης του τουριστικού γραφείου «Horizon» ο κ. Ρένος Κλεόπας. «Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του το προβληματικό αεροδρόμιο του Ηρακλείου ή το λιμάνι της Πάρου, που τις περισσότερες φορές θυμίζει εγκαταλειμμένο βενζινάδικο της Αριζόνα, για να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος», λέει χαρακτηριστικά. «Οσο για την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στους ξένους επισκέπτες σε ξενοδοχεία εστιατόρια κλπ. , παρ’ ότι έχουμε στην Ελλάδα ειδικευμένους και ικανούς επαγγελματίες, δεν βρίσκονται πάντα σε ικανοποιητικό επίπεδο. Και φυσικά το υψηλό κόστος σε σχέση, για παράδειγμα, με την Ισπανία ή την Τουρκία είναι ένας επιπλέον ανασταλτικός παράγοντας».
Ειδικότερα, η ποιότητα του σέρβις και του φαγητού φιγουράρει στις πρώτες θέσεις του πίνακα παραπόνων του ΕΟΤ. «Το “άλλα μας τάξανε, άλλα μας δώσανε” αποτελεί την πεμπτουσία του προβλήματος», αναφέρει ο κ. Π. Κάτσικας, γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Ξενοδοχοϋπαλλήλων Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων. «Ο τουρίστας είναι φυσικό να απαιτεί από ένα ξενοδοχείο α’ κατηγορίας να του αλλάζει κάθε μέρα τις πετσέτες στο μπάνιο και να του παρέχει ένα αξιοπρεπές μενού». Και ειδικότερα το τελευταίο είναι καθοριστικής σημασίας για τη γνώμη που θα σχηματίσει ο επισκέπτης για το σύνολο των υπηρεσιών: «Θυμάμαι, για παράδειγμα, την περίπτωση ενός ξενοδοχείου, το οποίο σε κάποια περίοδο καύσωνος στην Αθήνα σέρβιρε στους πελάτες του για πρώτο πιάτο σούπα και για δεύτερο κρέας κοκκινιστό ή γκούλας».
Οσο για τους περιβόητους «κράχτες» που περιδιαβάζουν την πλατεία Συντάγματος και την Πλάκα αλλά και τις πλέον τουριστικές περιοχές των νησιών , τα παράπονα είναι ανεξάντλητα. «Μπορεί να δίνουν ένα couleur locale στους δρόμους της Αθήνας, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν πληγή για τον τουρισμό», λέει πάνω σε αυτό ο υπεύθυνος του Τμήματος Εισερχόμενου Τουρισμού του «Travel Plan» κ. Θεόδωρος Δήμας. «Στέκονται σε καίρια σημεία και εποφθαλμιούν τα υποψήφια θύματά τους. Τις περισσότερες φορές διαφημίζουν ταβέρνες, ξενοδοχεία ή καταστήματα της περιοχής και εισπράττουν προμήθεια από κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο. Το σχέδιο δράσεως είναι πολύ σαφές: προσεγγίζουν διακριτικά τον αδαή τουρίστα και αφού διαγνώσουν την εθνικότητά του τον ρωτούν από ποια πόλη της συγκεκριμένης χώρας κατάγονται. Στη συνέχεια προχωρούν στην επίθεση: πληροφορούν τον πελάτη ότι και οι ίδιοι έζησαν κάποια χρόνια στην ίδια αυτή πόλη, κερδίζουν σιγά σιγά την εμπιστοσύνη του και του προτείνουν να πάει “for good greek food” στο εστιατόριο της… αρεσκείας τους».
Ποιο μερίδιο ευθύνης… διεκδικούν τα ελληνικά ταξιδιωτικά γραφεία; «Ενα οργανωμένο γραφείο, που ξέρει να κάνει τη δουλειά του, φροντίζει να αστυνομεύει τις υπηρεσίες που παρέχει στα διάφορα πακέτα του», απαντά κατηγορηματικά ο κ. Κλεόπας. «Είναι επίσης απαραίτητο να συγκεκριμενοποιεί όσο το δυνατόν περισσότερο στις διαφημιστικές μπροσούρες του τις υπηρεσίες αυτές, έτσι ώστε να μην υπάρχουν θολά σημεία και κατ’ επέκταση παράπονα». «Σε μια κρουαζιέρα που διοργανώναμε πέρυσι με καΐκι», φέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, «υπήρξε σύγχυση ως το προς το είδος του σκάφους με αποτέλεσμα κάποιοι γάλλοι τουρίστες να φθάσουν στο λιμάνι και να αρνηθούν να επιβιβασθούν!». Δεν λείπουν βέβαια και οι περιπτώσεις όπου ο τουριστικός πράκτορας καλείται να ενημερώσει τους πελάτες του για κάποιες ιδιάζουσες συνθήκες που είναι δυνατό να επικρατούν στη χώρα μια συγκεκριμένη περίοδο. «Ενα γκρουπ Αμερικανών είχε την ατυχία να έρθει στις προηγούμενες εκλογές», αναφέρει ο κ. Δήμας. «Το πρώτο κιόλας απόγευμα που έφθασαν, βρέθηκαν σε μια προεκλογική συγκέντρωση, άκουσαν πλείστα αντιαμερικανικά συνθήματα και επέστρεψαν στο ξενοδοχείο τους έντρομοι, λέγοντας ότι κάποιοι αποπειράθηκαν να τους λιντσάρουν!».
Η πείρα ετών έχει οπλίσει τα μεγάλα ταξιδιωτικά γραφεία με καρτερικότητα, όσον αφορά τις ιδιορρυθμίες και τα καπρίτσια κάθε εθνικότητας. Ως πιο καλόβολοι τουρίστες φέρονται οι Αραβες και οι Ιταλοί «βρίσκονται πιο κοντά στην ελληνική νοοτροπία και δείχνουν σε γενικές γραμμές κατανόηση» και ακολουθούν οι Αμερικανοί, οι οποίοι διατηρούν και τον τίτλο των πιο ευάλωτων θυμάτων. Οι Γάλλοι φέρονται ως οι πιο δύστροποι και απαιτητικοί «πρέπει να τους διευκρινίζεις τα πάντα ως την τελευταία λεπτομέρεια για να μη δημιουργούνται παρεξηγήσεις» , ενώ οι Γερμανοί εμφανίζονται ως οι πιο ευαίσθητοι στα περιβαλλοντικά προβλήματα «απαιτούν τα τουριστικά πούλμαν να σβήνουν τις μηχανές τους σε κάθε στάση που κάνουν».
Βέβαια από μια λίστα παραπόνων δεν είναι δυνατόν να απουσιάζει ο… ανθρώπινος παράγων. Η αγένεια, η απροθυμία και εν γένει οι κακοί τρόποι κάποιων εκπροσώπων της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας φέρνουν στην επιφάνεια ίσως την πηγή των ταξιδιωτικών αψιμαχιών: «Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η πηγαιότητα στη φιλοξενία, ίσως από τα πιο αγαπητά χαρακτηριστικά του Ελληνα, έχει πλέον εκμαυλιστεί», αποφαίνεται ο επικεφαλής του «Horizon»: «Από πηγαία φιλόξενοι έχουμε γίνει επαγγελματίες φιλοξενητές. Το παραδοσιακό “θα σε φιλέψω” έχει καταντήσει “θα σου πάρω όσο πιο πολλά μπορώ”».
Νέφος, ταξιδιωτικοί πράκτορες, «κράχτες», φέρι μπόουτ, κάμπινγκ, φόροι αεροδρομίου: οι έξι πληγές του ελληνικού τουρισμού, σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του βρετανικού «Independent». Το τελευταίο σκέλος της λίστας σπεύδει να διανθίσει η εύγλωττη διαπίστωση: «Ισως ένας ακόμη λόγος που οι βρετανοί αποφεύγουν συστηματικά να ταξιδέψουν στην Ελλάδα». Κάτι αντίστοιχο με τα περυσινό δημοσίευμα στους «Sunday Times», όπου μια αγγλική οικογένεια περιέγραφε την εμπειρία της στην Ελλάδα υπό τον τίτλο: «Διακοπές στην κόλαση. Ποια διασκέδαση ποτέ δεν γνωρίσαμε». Παρεμφερούς περιεχομένου και η επιστολή διαμαρτυρίας που απέστειλε προσφάτως στο προξενείο της Σουηδίας στην Κρήτη τουρίστρια, η οποία υπέστη καρδιακό επεισόδιο εξαιτίας της στενότητας των χώρων στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου.
Και όμως οι όποιες ενστάσεις περί ανθελληνικών ξεσπασμάτων του διεθνούς Τύπου και κάποιων αχάριστων επισκεπτών σκοντάφτουν στο 10%-15%, το προβλεπόμενο ποσοστό μείωσης της φετινής τουριστικής κίνησης. Οι τουρίστες δυσαρεστούνται, γεμίζουν με καταγγελίες τη διεύθυνση επιθεωρήσεως του ΕΟΤ (διακόσιοι εξήντα τέσσερις τουρίστες έκαναν εκεί τη βόλτα τους το 1994) και πολύ απλά… δεν έρχονται. Η επιβίωσή τους στην Αθήνα από τη στιγμή που αναγγέλλεται η άφιξη της πτήσης τους στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ως την ύστατη βόλτα στο duty free καθίσταται πολλές φορές ως και επώδυνη. Και είναι μάλλον δύσκολο να το αποδώσει κανείς στις επιπτώσεις της θερινής ραστώνης.
