Τζόνι Ντεπ – Τιμ Μπάρτον

ΤΟ ΤΡΟΜΕΡΟ ΔΙΔΥΜΟ Τζόνι Ντεπ - Τιμ Μπάρτον Ο πρωταγωνιστής και ο σκηνοθέτης της ταινίας «Ο μύθος του ακέφαλου καβαλάρη» μιλούν αποκλειστικά στο «άλλο Βήμα» ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ Ο αγαπημένος ηθοποιός του Τζον Φορντ ήταν ο Τζον Γουέιν. Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι βρήκε τη μούσα του στο θλιμμένο πρόσωπο της Μόνικα Βίτι. Η Μάρλεν Ντίτριχ ήταν το κόσμημα του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ. Οι εμπορικότερες επιτυχίες

Τζόνι Ντεπ – Τιμ Μπάρτον

Ο πρωταγωνιστής και ο σκηνοθέτης της ταινίας «Ο μύθος του ακέφαλου καβαλάρη» μιλούν αποκλειστικά στο «άλλο Βήμα»


Ο αγαπημένος ηθοποιός του Τζον Φορντ ήταν ο Τζον Γουέιν. Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι βρήκε τη μούσα του στο θλιμμένο πρόσωπο της Μόνικα Βίτι. Η Μάρλεν Ντίτριχ ήταν το κόσμημα του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ. Οι εμπορικότερες επιτυχίες του Ρόμπερτ Ρέντφορντ έφεραν πάντοτε την υπογραφή του Σίντνεϊ Πόλακ. Ο Ζαν Πιερ Λεό υπήρξε η προέκταση του Φρανσουά Τρυφό στον κινηματογράφο σε πέντε ταινίες. Και ο Κλιντ Ιστγουντ οφείλει την καριέρα του στον Σέρτζιο Λεόνε.


Υπάρχουν δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις ηθοποιών που για κάποιους λόγους ακολουθούσαν ή ακόμη ακολουθούν πιστά συγκεκριμένους σκηνοθέτες και σκηνοθετών που βρίσκουν τον καλύτερο εαυτό τους όταν συγκεκριμένοι ηθοποιοί, αγαπημένα «εργαλεία», εμφανίζονται στις ταινίες τους.


Ενα από τα πιο πρόσφατα τέτοια παραδείγματα είναι αυτό του 42χρονου σκηνοθέτη Τιμ Μπάρτον και του ηθοποιού Τζόνι Ντεπ. Εξωτερικά δεν μοιάζουν καθόλου αλλά εσωτερικά πάνε μαζί. Αγαπούν τα ίδια πράγματα, απορρίπτουν τα ίδια πράγματα. Δεν θα έλεγα ότι ο ένας συμπληρώνει τον άλλο αλλά πως είναι η προέκτασή του.


Στις ταινίες του Μπάρτον, από τον «Μπάτμαν» ως τον «Ψαλιδοχέρη» και από τον «Εντ Γουντ» ως το «Mars Attacks!», επικρατεί συνήθως το ευχάριστο ή το δυσάρεστο σκοτάδι ή, στις καλύτερες των περιπτώσεων, το ημίφως. Ο Μπάρτον πιστεύει ότι σε κάθε παραμύθι βρίσκεται κρυμμένος ο εφιάλτης και είναι πραγματικά ένας χαρισματικός παραμυθάς. Ο Ντεπ, που στα 37 του έχει δοκιμασθεί και τολμήσει όσο ελάχιστοι ηθοποιοί της γενιάς του, επιλέγει εξίσου αινιγματικούς, «συννεφιασμένους» ήρωες. Αν το καλοσκεφθούμε, ακόμη και ο αστυνομικός που έπαιξε στη σειρά που τον έκανε διάσημο, στο «21 Jump Street», δεν ήταν και ό,τι πιο ξεκάθαρο. Σήμερα, ο Ντεπ που στη φιλμογραφία του θα βρούμε ταινίες του Εμίρ Κουστουρίτσα («Αριζόνα Ντριμ»), του Τζιμ Τζάρμους («Ο νεκρός») και του Μάικ Νιούελ («Ντόνι Μπράσκο»), υποστηρίζει ότι με κανέναν άλλο σκηνοθέτη δεν συνεννοείται απλώς και μόνο με το βλέμμα, όπως δηλαδή συμβαίνει με τον Μπάρτον. Και το ένιωσε όταν ο Μπάρτον τον κάλεσε να προβάρει για τον «Ψαλιδοχέρη». «Τελικά δεν χρειάστηκε να προβάρω γι’ αυτόν» θα πει.


Είναι πραγματικά θαυμάσιο να τους συναντήσεις παρέα για τον ίδιο λόγο. Είχα αυτή την τύχη πριν από μερικούς μήνες στη Νέα Υόρκη, όπου το χαρακτηριστικό αυτό ντουέτο έδινε συνεντεύξεις για την τρίτη και τελευταία ως σήμερα συνεργασία τους, τον «Μύθο του ακέφαλου καβαλάρη», η οποία προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από προχθές. Παρμένος από ένα μυθιστόρημα-φετίχ των Αμερικανών, γραμμένο τον 18ο αιώνα από τον Γουόσινγκτον Ερβινγκ, ο «Ακέφαλος καβαλάρης» είναι μια κινηματογραφοφιλική γκόθικ ταινία τρόμου, όχι όμως με την ξεκάθαρη έννοια, όπως τελικά τίποτε δεν είναι ξεκάθαρο ούτε με τον Μπάρτον ούτε με τον Ντεπ.


Ο εκλεκτικός «κλοσάρ»



Ο Τζόνι Ντεπ μπαίνει καθυστερημένος μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου «Regency» της Νέας Υόρκης, όπου για τις επόμενες περίπου 12 ώρες είναι υποχρεωμένος να αφιερωθεί σε δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο για την προώθηση της τελευταίας ταινίας του «Ο μύθος του ακέφαλου καβαλάρη». Εχοντας υπόψη μου την αντιπάθειά του (αν όχι απέχθεια) για τα media, που τουλάχιστον στην Αμερική δεν σταμάτησαν ποτέ να τον ταλαιπωρούν εισβάλλοντας στην προσωπική ζωή του με τον πιο «κίτρινο» τρόπο, νιώθω καλά προετοιμασμένος. Υποψιάζομαι πως θα έχω να αντιμετωπίσω έναν επιθετικό, ολιγόλογο σταρ, που το μυαλό του, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, απασχολείται από ένα μόνο πράγμα: πώς θα με ξεφορτωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ξέρω επίσης ότι δεν θα πρέπει να αναφέρω λέξη για τις κατά καιρούς ερωτικές συντρόφους του, την Κέιτ Μος, τη Γουινόνα Ράιντερ ή τη Βανέσα Παραντί (μητέρα του μοναδικού παιδιού του), τις κατά καιρούς συλλήψεις του και τον θάνατο του φίλου του Ρίβερ Φίνιξ, τον Οκτώβριο του 1993, όταν ο Φίνιξ κατέρρευσε από τα ναρκωτικά μπροστά από το κλαμπ του Ντεπ «The Viper Room» στη Σάνσετ Στριτ του Λος Αντζελες. Αν το κάνω, είναι ικανός να διακόψει τη συνέντευξη και να φύγει. Μαθαίνω ότι αυτό έχει συμβεί στο παρελθόν.


«Συγγνώμη που άργησα» είναι τα πρώτα πράγματα που μου λέει ο Ντεπ προσγειώνοντάς με κατά κάποιον τρόπο στην πραγματικότητα. Ο άνθρωπος είναι ολοφάνερα τρακαρισμένος, μοιάζει με ντροπαλό παιδί ενώ κοιτά το πάτωμα. Τον παρατηρώ προσεκτικότερα. Δεν θυμίζει σταρ. Μοιάζει περισσότερο με λιμενεργάτη. Είναι αξύριστος. Φορά ναυτικό αμπέχονο, θαλασσί πουκάμισο, τζιν παντελόνι και παπούτσια ορειβάτη. Εχει μόλις βγάλει τον πιο αστείο σκούφο του κόσμου και απελευθερώνει τον λαιμό του από ένα πολύ μακρύ κασκόλ. Το σβησμένο πουράκι είναι κολλημένο στο κάτω χείλος του και μου λέει: «Υπάρχουν δύο κλαδιά για να τα τρίψω; Δύο πέτρες ίσως; Δεν έχω φωτιά. Σε αυτή την πόλη είναι πολύ δύσκολο πια να καπνίσεις. Δεν σε πειράζει έτσι;».


Του δίνω αναπτήρα και του λέω ότι χαίρομαι που θα μπορέσω και εγώ να καπνίσω μαζί του. Η Νέα Υόρκη είναι όντως πολύ δύσκολη πόλη σε ό,τι έχει σχέση με το κάπνισμα. «Είναι πολύ δύσκολη γενικώς» συνεχίζει εκείνος. «Οπως και το Λος Αντζελες. Γι’ αυτό και προτιμώ περισσότερο να μένω στο Παρίσι, όπου τα πράγματα είναι ακόμη λιγότερο απαγορευμένα». Δεν θα αναφερθεί περισσότερο σε αυτό.


Η συστολή είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του Τζόνι Ντεπ και αυτό φαίνεται ακόμη και όταν μιλάει για τη δουλειά του. Ενώ δικαίως θεωρείται ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς (αν όχι ο καλύτερος) της γενιάς του (των τριανταπεντάρηδων), ένας από τους πιο τολμηρούς και ίσως ο εκλεκτικότερος στις επιλογές ανόμοιων μεταξύ τους ρόλων, το μόνο που εκείνος έχει να πει για όλα αυτά είναι πως δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι τίποτε άλλο εκτός από ηθοποιός και ότι απλώς φροντίζει να κάνει όσο το δυνατόν καλύτερα τη δουλειά του.


Στον «Ακέφαλο καβαλάρη» είναι πραγματικά για μία ακόμη φορά θαυμάσιος ενώ παίζει τον εκκεντρικό αστυνομικό Ικαμποντ Κρέιν, έναν ήρωα παρόμοιο του οποίου δεν θα συναντήσουμε στην ως τώρα φιλμογραφία του Ντεπ. «Εκεί εντοπίζω το ενδιαφέρον του επαγγέλματός μου» λέει ο ηθοποιός. «Να κάνεις πράγματα που δεν έχεις ξανακάνει στο παρελθόν. Και περισσότερο από καθετί, να προκαλείς εκπλήξεις στον εαυτό σου. Οπως όταν παίζεις θέατρο ή σε σαπουνόπερες, έτσι και στην κινηματογραφική υποκριτική υπάρχει ποικιλία επιπέδων».


Ο «Ακέφαλος καβαλάρης» βασίζεται στο μυθιστόρημα του Γουόσινγκτον Ερβινγκ, ένα από τα πρώτα της αμερικανικής λογοτεχνίας τρόμου, γραμμένο στα τέλη του 18ου αιώνα. «Το διαβάζαμε στο δημοτικό σχολείο!» λέει με ενθουσιασμό ο Ντεπ. «Δεν είναι παράξενο; Αποτελεί κομμάτι του αμερικανικού πολιτισμού. Πρέπει να ήμουν επτά χρόνων όταν το ξεφύλισσα για πρώτη φορά». Η ιστορία τοποθετείται στην πόλη Σλίπι Χόλοου, στο βόρειο τμήμα της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, η οποία έχει στοιχειώσει από τη δράση ενός φαντάσματος, του Ακέφαλου Καβαλάρη, που καταδιώκει τους κατοίκους της συλλέγοντας… κεφάλια! Ο Ικαμποντ Κρέιν έρχεται από τη Νέα Υόρκη για να δώσει λύση στο μυστήριο και τέλος στη φρίκη. Ο τρόμος, η φαντασία, το υπερφυσικό και το ρομάντζο αναμειγνύονται ιδανικά μέσα από το βλέμμα του σκηνοθέτη Τιμ Μπάρτον και την ικανότητα του Ντεπ να περιπλέκει το δράμα με την κωμωδία. «Οταν παίζεις δράμα και κωμωδία ταυτοχρόνως είναι σαν να περπατάς στα όρια του “παραπάνω”, του υπερβολικού ίσως. Τα μοντέλα μου εδώ ήταν φυσικά οι ταινίες τρόμου της (αγγλικής εταιρείας) Hammer όπου έβλεπες ένα συγκεκριμένο μεγαλείο στις παραστάσεις των ηθοποιών, την ώρα που κάτι αστείο χαρακτήριζε τη σοβαρότητα των καταστάσεων. Κάπως έτσι προσπάθησα να συλλάβω και τη δική μου ερμηνεία».


Οι «πατέρες»


Για τον Τιμ Μπάρτον, με τον οποίο στον «Ακέφαλο καβαλάρη» συνεργάστηκε για τρίτη φορά, ο Ντεπ ομολογεί ότι θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. «Αν μου ζητούσε να περπατήσω στο περβάζι αυτού του παραθύρου με κλειστά τα μάτια, θα το έκανα. Θα έκανα οτιδήποτε για τον Τιμ! Ή τουλάχιστον θα το προσπαθούσα. Δεν έχω προβάρει ποτέ γι’ αυτόν». Ο Ντεπ δεν χρειάζεται να αναγνωρίσει πως οφείλει πολλά στον Μπάρτον. Εκείνος ανέδειξε τις ικανότητές του με τον «Ψαλιδοχέρη» και στη συνέχεια του έδωσε τον ρόλο του ατάλαντου σκηνοθέτη στο «Εντ Γουντ». Οταν όμως τον ρωτώ να μου πει πού νομίζει πως οφείλεται αυτό το πλούσιο χαρμάνι που βγάζουν όποτε συνεργάζονται, με κοιτά με απορία: «Χαρμάνι; Δεν σε καταλαβαίνω».


Ενα πολύ όμορφο «άρωμα» επεξηγώ, το άρωμα που βγάζουν οι ταινίες εκείνες οι οποίες στηρίζονται κατά ένα μεγάλο ποσοστό στη σχέση και επικοινωνία σκηνοθέτη – ηθοποιού. Συμπληρώνω με τις λέξεις alter ego. Είναι ο Τζόνι Ντεπ το alter ego του Τιμ Μπάρτον στη μεγάλη οθόνη;


«Δεν ξέρω, πάντως ακούγεται θαυμάσιο. Ο Τιμ δεν θα μου το έλεγε ποτέ φυσικά. Οσον αφορά το χαρμάνι που λες, υποθέτω πως υπάρχει μια αδιευκρίνιστη επαφή μεταξύ μας, την οποία δεν μπορείς να αναλύσεις με λέξεις. Δεν είναι ορατή. Την ένιωσα προτού ακόμη παίξω τον “Ψαλιδοχέρη”, όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον Τιμ. Δεν την ανέλυσα ποτέ. Ισως να αντιλαμβανόμαστε ταυτόσημα το παράλογο και το γελοίο ή ακόμη και το συνηθισμένο. Εχουμε πάντως κοινό παρελθόν. Οταν ήμουν πέντε-έξι χρόνων, ζωγράφιζα, όπως και εκείνος, εικόνες από τον “Φρανκενστάιν” της Μέρι Σέλεϊ. Αργότερα έγινα, όπως και εκείνος, φαν των ταινιών τρόμου και ειδικότερα της Hammer, που του αρέσουν επίσης. Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσον ο “Ακέφαλος καβαλάρης” θα πρέπει να θεωρηθεί ταινία τρόμου. Εμπεριέχει αυτό το αίσθημα σαφώς. Αλλά υπάρχουν και κάποιες τρελές επεμβάσεις. Η πινελιά του Τιμ Μπάρτον. Δεν είναι πάντως τυχαίο που όταν δουλεύω μαζί του αισθάνομαι ότι κάνω κάτι θαυμάσιο. Κάτι που ξέρω ότι θα ανθήσει».


Ξαφνικά με το ύφος του μοιάζει να απολογείται. Κομπιάζοντας λέει: «Δεν θέλω να μειώσω τους υπόλοιπους σκηνοθέτες με τους οποίους έχω συνεργασθεί, πρέπει όμως να πω ότι, όταν διαβάζεις ένα σενάριο που σου δίνει ο Μπάρτον και γνωρίζοντας πως εκείνος θα το σκηνοθετήσει, καταλαβαίνεις μέσα σου ότι αυτό που πρόκειται να γίνει θα είναι μοναδικό και πως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να το χάσεις. Δεν έχω αρνηθεί ποτέ πρόταση για συνεργασία με τον Μπάρτον και δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο πρόκειται ποτέ να συμβεί».


Εχω διαβάσει ότι πολλοί βετεράνοι ηθοποιοί έχουν εκφράσει τον θαυμασμό τους για τον Τζόνι Ντεπ. Δεν είναι τυχαίο. Ο Ντεπ σέβεται και, το κυριότερο, θυμάται τη δουλειά τους. Κάνει παρέα μαζί τους και τους συμβουλεύεται. «Ξέρεις τι σημαίνει να παίζεις δίπλα στη μορφή που στο μυαλό σου έχει καταχωρισθεί ως Κόμης Δράκουλας;» λέει για τον Κρίστοφερ Λι που μοιράζεται μαζί του μια εξαιρετική σκηνή στον «Ακέφαλο καβαλάρη». «Ο Κρίστοφερ Λι σε κοιτά στα μάτια και… τρομάζεις. Είναι μια παρουσία! Από πού νομίζεις ότι έμαθα τα όσα ξέρω και τα όσα αγαπώ; Βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να παίζουν. Τι να πει κανείς για τον Βίνσεντ Πράις; Οι ταινίες τρόμου δεν θα ήταν οι ίδιες χωρίς αυτόν. Μετά τον “Ψαλιδοχέρη” γίναμε φίλοι. Ηταν και αυτός Δίδυμος, σαν κι εμένα. Αξέχαστες οι ώρες που περάσαμε μαζί στα γυρίσματα αυτής της ταινίας. Μιλούσαμε για τα έργα του Εντγκαρ Αλαν Πόε, μου απήγγελλε αποσπάσματα από τον “Τάφο της Λυγίας”…».


«Δεν έχω ανάγκη να ανακαλύψω αυτούς τους ανθρώπους, δεν είναι κισμέτ ή πεπρωμένο. Απλώς τους θαύμαζα απεριόριστα από μικρός και τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία, η τιμή(!), να παίξω κοντά τους, τους πλησιάζω. Θα μπορούσα να μην πλησιάσω τον Μάρλον Μπράντο από τη στιγμή που παίζαμε μαζί στον “Δον Ζουάν ντε Μάρκο”; Θέλω να πω, είναι ο… Μπράντο! Μου έκανε χάρη όταν δέχθηκε να παίξει στην ταινία μου, τον “Γενναίο”. Τσάμπα. Ο Ιγκι Ποπ ήταν το είδωλό μου όταν ήμουν 17 χρόνων και όταν βρεθήκαμε μαζί στον “Νεκρό” του Τζάρμους… Θεέ μου! (χτυπά παλαμάκια) Τώρα είναι ένας από τους καλύτερους φίλους μου αλλά ακόμη τον αντιμετωπίζω σαν Θεό. Ο Ιγκι άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής».


Και η φήμη; Πόσο τον ενδιαφέρει; Ο Ντεπ θεωρείται εσωστρεφής άνθρωπος, αλλεργικός ίσως στην πολυκοσμία και στον θόρυβο, ξέρει όμως ότι η φήμη αποτελεί μέρος της δουλειάς του και η δουλειά του εντάσσεται στο σταρ σύστεμ. «Η φήμη; Δεν ξέρω. Την έχω ανάγκη, όλοι οι ηθοποιοί την έχουν. Είναι όμως μια πολύ παράξενη εποχή για να είναι κανείς διάσημος… Δεν νομίζεις;».*


Τιμ Μπάρτον «Φιλτράροντας το υποσυνείδητο…»





­ Θεωρείτε ότι ο «Ακέφαλος καβαλάρης» είναι η πιο βίαιη ταινία σας;


«Υποθέτω πως ναι. Οποτε το σκέφτομαι πηγαίνω πίσω στις εμπνεύσεις μου, τις ταινίες τρόμου που παρακολουθούσα μικρός στις απογευματινές παραστάσεις, τις ματινέ, κάθε Σάββατο: τις αγγλικές ταινίες τρόμου της εταιρείας Χάμερ, καθώς επίσης και εκείνα τα b-movies του Ρότζερ Κόρμαν με τον Βίνσεντ Πράις· το “Black Sabbath” του Μάριο Μπάβα. Ολες αυτές οι ταινίες υπήρξαν οι έμμεσες πηγές μου για τον “Ακέφαλο καβαλάρη”. Νομίζω ότι για την παιδική ηλικία μου αυτές οι ταινίες έπαιξαν τον ρόλο των παραμυθιών. Είναι κρίμα που δεν τις βρίσκεις εύκολα πια. Εχω την αίσθηση ότι ο πολιτισμός μας έχει γίνει πια… περισσότερο συνειδησιακά βίαιος. Δεν μπορώ ακριβώς να το εξηγήσω και χρειάζεται μεγάλη κουβέντα. Ωστόσο εγώ ένιωθα πάντοτε ασφαλής όταν έβλεπα αυτές τις ταινίες. Ηταν τα παραμύθια μου, διότι εκείνη την εποχή που δεν μπορούσα ακόμη να διαβάσω μου έδιναν την αίσθηση της ζοφερότητας και της δύναμης και των έντονων εικόνων. Και γι’ αυτό έχω στενοχωρηθεί ­ αν και ξέρω πως πολλοί θα διαφωνήσουν μαζί μου ­ που ο “Ακέφαλος καβαλάρης” χαρακτηρίστηκε ακατάλληλη ταινία. Δεν νομίζω ότι θα είχα πρόβλημα να τη δείξω σε παιδιά. Σε μερικά θέματα, όπως π.χ. το γούστο, τα παιδιά μοιάζουν με τους μεγάλους. Αλλα αγαπούν κάποια πράγματα, άλλα όχι. Εγώ πάντως προσπάθησα να αποκρυπτογραφήσω το παραμύθι στον “Ακέφαλο καβαλάρη”. Και στα παραμύθια υπάρχει πάντα μια εικόνα τρόμου, την οποία προσωπικά θεωρώ κάθαρση».


­ Τι είναι εκείνο που κάνει τις ταινίες της Hammer τόσο διαφορετικές;


«Διαφορετικές; Ω, ήταν σπουδαίες! Αυτό το πάντρεμα του αίματος, του σεξ και του πάθους. Η Χάμερ κατάφερε να συλλάβει όλα όσα έλειπαν ως τότε από τις ταινίες τρόμου. Βέβαια κάποιες παλιότερες ταινίες της Universal είχαν αυτή την ομορφιά, η οποία όμως στην πορεία χάθηκε. Η Χάμερ την ξαναβρήκε: την ομορφιά του τρόμου. Η έννοια “horror beauty” είχε φρεσκάδα την εποχή που η Χάμερ διέπρεπε. Η διαφορά είναι ότι οι δημιουργοί της Χάμερ την πέτυχαν χωρίς να το καταλαβαίνουν και φυσικά χωρίς να το επιδιώκουν. Εμείς το κάνουμε επειδή το έχουμε δει και μας αρέσει. Επομένως πρέπει κατ’ ανάγκην να προσθέσουμε κάποια στοιχεία για να δώσουμε ζωηρότερα χρώματα στη φαντασία. Με βοήθησαν πολύ αυτές οι ταινίες, κυρίως ψυχολογικά. Οταν είσαι παιδί δεν μπορείς να καταλάβεις πολλές αφηρημένες έννοιες της ζωής και οι ταινίες τρόμου, οι ταινίες με τα τέρατα, βρίσκουν τρόπους για να συγγενέψουν μαζί τους. Δεν ξέρεις πώς. Επίσης όταν είσαι παιδί καταλαβαίνεις μερικά πράγματα όχι κυριολεκτικά αλλά με το υποσυνείδητό σου. Τα “πιάνεις” πρώτα στην ψυχή και μετά στο μυαλό».


­ Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο του Γουόσινγκτον Ερβινγκ, χάρη σε ποιους συμβολισμούς έχει καταφέρει να διαρκέσει στον χρόνο; Ιδιαίτερα στην Αμερική, όπου είναι τόσο αγαπημένο, σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου παραμένει σχετικά άγνωστο.


«Συμφωνώ απολύτως. Δεν ξέρω όμως. Δεν μπορώ να ερμηνέψω γιατί ο κόσμος δεν ξεχνά ποτέ τον “Ακέφαλο καβαλάρη”. Είναι πάντως σύμβολο. Επίσης είναι μία από τις ελάχιστες καλές ιστορίες τρόμου που έχουμε στην Αμερική. Ξέρεις, οι περισσότεροι έχουν υπόψη τους τον μύθο που περιγράφει το βιβλίο χωρίς καν να το έχουν διαβάσει! Οπως εγώ π.χ. που προτού το διαβάσω το είχα υπόψη μου από ένα καρτούν της Ντίσνεϊ. Νομίζω ότι ακόμη και αυτό το γεγονός, η άγνοια του έργου αλλά η γνώση του μύθου, με προσείλκυσε στη διασκευή του. Σκεφτόμουν ­ καμιά φορά ονειρευόμουν ­ τον Ικαμποντ ενώ βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτό τον ακέφαλο άντρα. Και έλεγα “Ουάοουυ!!!! Τι εικόνα!”. Αυτό πιστεύω ότι είναι και το σπουδαίο με τις εικόνες των παραμυθιών: ενώ δεν μπορείς να δώσεις λογική ερμηνεία στους λόγους για τους οποίους ανταποκρίνεσαι στα παραμύθια και στις εικόνες που φτιάχνεις στο μυαλό σου, ταυτόχρονα δεν μπορείς να αντισταθείς σε αυτή την ανταπόκριση. Είναι ένα ερώτημα που βρίσκω καταπληκτικό. Και με τον “Ακέφαλο καβαλάρη” το ξανάνιωσα».


­ Δουλέψατε πάλι επάνω σε σκίτσα;


«Πάντα. Οι ζωγραφιές και τα σκίτσα είναι κατά κάποιον τρόπο η διαδικασία της σκέψης μου. ‘Η, για να το θέσω διαφορετικά, νομίζω ότι στην πραγματικότητα με βοηθούν να σκέφτομαι καλύτερα. Οταν ζωγραφίζω μόνος μου και σε ησυχία, εξωτερικεύω αυτό που πραγματικά νιώθω και δεν μπορώ να εκφράσω με τον λόγο, φιλτράρω το υποσυνείδητό μου».


­ Παρ’ όλα αυτά, αλλάξατε τον κεντρικό ήρωα. Στο βιβλίο παρουσιάζεται ως άσχημος δάσκαλος. Εσείς επιλέξατε τον Τζόνι Ντεπ…


«Που είναι επίσης άσχημος, δεν νομίζεις; (γέλια) Επιλέξαμε τον πιο άσχημο άνδρα που μπορούσαμε. (γέλια) Οχι. Η αλήθεια είναι ότι δεν συνηθίζω να κάνω διασκευές. Ξέρεις, “βασισμένο στο…”. Ηθελα να υιοθετήσω το συναίσθημα της πρωτότυπης ιστορίας για να φτιάξω κάτι δικό μου. Το συναίσθημα διαμορφώνεται από τη διάθεση, την ατμόσφαιρα, τα ονόματα των ηρώων. Και πάνω απ’ όλα νομίζω από την εκκεντρικότητα του συγκεκριμένου ήρωα. Πάντοτε φυσικά μέσα στο πλαίσιο των τόνων του πρωτότυπου υλικού. Ηθελα να μείνω ευλαβικά πιστός σε αυτό: στην ατμόσφαιρα και στην εκκεντρικότητα του ήρωα. Μου αρέσουν οι διαταραγμένοι ήρωες όπως ο Ικαμποντ. Σε ένα πρώτο επίπεδο βρίσκεται μπροστά από την εποχή του και σε ένα δεύτερο βρίσκεται ερμητικά μέσα στο κεφάλι του. Η καταπιεστική σκέψη τού έχει προκαλέσει μια weird repression. Η λογική εναντίον του παραλογισμού, η μαγεία εναντίον του ρεαλισμού. Ενδιαφέροντα σύμβολα μιας διχασμένης προσωπικότητας. Φέρ’ ειπείν, ένας άνθρωπος τόσο “του κεφαλιού του” καλείται να αντιμετωπίσει έναν άνθρωπο χωρίς κεφάλι. Μια ενδιαφέρουσα δυναμική».


­ Θα έλεγε κανείς ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και με εσάς…


«Οταν σκέφτεσαι πολύ είναι σαν να βλέπεις διαρκώς μέσα από τούνελ (tunnel vision). Στενεύουν οι ορίζοντές σου. Το ξέρω από τον εαυτό μου. Γι’ αυτό και προσπαθώ να ανταποκρίνομαι μέσα από το προαίσθημα και όχι μέσα από τη διανόηση. Διότι ξέρω ότι έτσι θα φτιάξω ένα σωρό αστεία πράγματα, πράγματα που μπορούν να βοηθήσουν το έργο μου».


­ Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεράσετε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αυτής της ταινίας;


«Το πιο δύσκολο πράγμα που έχεις πάντοτε να ξεπεράσεις είναι την τελική απόφαση που πρέπει να ληφθεί για να γίνει η ταινία, το ΟΚ από το στούντιο. (πολλά γέλια) Οταν αυτό ξεπεράστηκε, όλα τα υπόλοιπα ήταν, θα έλεγα, όχι εύκολα αλλά προσπελάσιμα. Ολες αυτές οι ταινίες δεν είναι, ξέρεις, βγαίνουμε εκεί έξω και αρχίζουμε να γυρίζουμε. Η διαδικασία σε ό,τι έχει σχέση με την ταχύτητα θυμίζει την μπογιά στο καβαλέτο. Πρέπει να τη βλέπεις να στεγνώνει. Σε κάθε σκηνή λ.χ. αυτής της ταινίας υπάρχει καπνός. Είμαι ικανοποιημένος διότι νομίζω ότι καταφέραμε να διατηρήσουμε την ταινία σε ένα αλλόκοτο κλίμα, πάντοτε μέσα στο δικό του περιεχόμενο».


­ Ο Τζόνι Ντεπ είναι ένας ηθοποιός που συχνά προτιμάτε. Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία σας μετά τον «Ψαλιδοχέρη» και το «Εντ Γουντ». Θα ήταν ακραίο αν τον βλέπαμε ως alter ego σας;


«Δεν ξέρω. Είναι πάντως ωραίο να το ακούς. Τον εκτιμώ πάρα πολύ διότι είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα, να προσπαθήσει. Επιδιώκει να βρίσκει τους σωστούς τόνους. Ξέρεις, καμιά φορά το διασκεδάζεις κιόλας. Εννοώ να βλέπεις σπουδαίους ηθοποιούς την ώρα που δουλεύουν. Ο Τζόνι ανήκει στους σπουδαίους. Τελικά νομίζω ότι μου μοιάζει και λίγο. Είναι έτοιμος να πατήσει το γκάζι ως εκεί που δεν πάει άλλο. (ξεκαρδίζεται στα γέλια) Προσπαθήσαμε πολύ να βρούμε τις σωστές ισορροπίες. Και ήταν δύσκολο. Οταν αναμειγνύεις το κωμικό στοιχείο με εκείνο του τρόμου και της φρίκης, κινδυνεύεις να χάσεις κάτι. Οτιδήποτε. Ο Τζόνι ξέρει πώς να βρίσκει τους σωστούς τόνους».


­ Στην ταινία ακούμε ­ από τον ήρωα του Τζόνι Ντεπ ­ ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται πάντοτε στην εμφάνιση. Το πιστεύετε;


«Ας το θέσουμε ως εξής: τίποτε δεν είναι ένα πράγμα. Αυτός είναι νόμος της φύσης. Ισως να με θεωρήσετε μανιακό, όποτε όμως είμαι πραγματικά ευτυχισμένος, πιάνω τον εαυτό μου σε κατάθλιψη. Τίποτε δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται».


­ Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Φράνσις Κόπολα, που στον «Ακέφαλο καβαλάρη» κρατά καθήκοντα διευθυντή παραγωγής;


«Δεν τον είδα και πολύ. Νομίζω, είχε τα δικαιώματα. Είναι σπουδαίος τύπος. Αλλά δεν τον ξέρω. Δεν εμφανίστηκε ποτέ στα γυρίσματα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version