Υπέκυψε στον «Τελευταίο πειρασμό»
Από το 1981 έχει να παίξει στο Εθνικό Θέατρο η Ράνια Οικονομίδου. Και να που εν έτει 2003 η ηθοποιός επιστρέφει στο θέατρο στο οποίο παρέμεινε για περισσότερο από μία δεκαετία. Με αφορμή την παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο τελευταίος πειρασμός» στη Νέα Σκηνή. Σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, η Ράνια Οικονομίδου μπήκε και πάλι στον πειρασμό να επιστρέψει έστω και προσωρινά στην πρώτη κρατική σκηνή της χώρας. Προσωρινά, γιατί το όνειρό της ήταν και παραμένει η λειτουργία της στο πλαίσιο μιας συσπειρωμένης θεατρικής ομάδας στο ελεύθερο θέατρο. «Εφόσον πια δεν υπάρχουν ομάδες και το όνειρό μου βλέπω να καθυστερεί προς το παρόν, αποφάσισα να επιστρέψω για λίγο στο Εθνικό Θέατρο. Ελπίζω ότι είναι απλώς μια καθυστέρηση» εξομολογείται.
H παράσταση με την οποία αποχαιρέτησε το Εθνικό ήταν η «Σπασμένη στάμνα». H επιστροφή της ύστερα από 22 χρόνια τη φέρνει μπροστά σε πολλές αλλαγές. «Το Εθνικό είναι κάτι που αντιμετωπίζω με αγάπη. Μου άρεσε αυτή η ιδέα, την ήθελα. Βέβαια τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ελάχιστοι από τους παλιούς συνεργάτες μου έχουν απομείνει από τότε και αυτό που με ενοχλεί πάρα πολύ είναι το ότι μπήκα σε ένα θέατρο όπου το κτίριο είναι σε αποσύνθεση. Υπάρχει μια φθορά τρομακτική στην Κεντρική Σκηνή…».
H φθορά και το πείραμα
Τη ρωτώ αν τάσσεται υπέρ ενός σταθερού πυρήνα ηθοποιών και σκηνοθετών που θα συνεργάζονται με το Εθνικό ή υπέρ τού να δίνεται η ευκαιρία σε πολλούς να δοκιμαστούν στην πρώτη κρατική σκηνή της χώρας. «Δεν νομίζω ότι μπορεί να δοκιμάζει ο καθένας στο Εθνικό Θέατρο. Θα μπορούσε να εφαρμόζεται κάτι τέτοιο στην Πειραματική Σκηνή, όπως πολύ σωστά και επιτυχημένα γίνεται, με νέους ανθρώπους και ηθοποιούς και σκηνοθέτες οι οποίοι θα δοκιμάζονται, αλλά πρέπει να υπάρχει ένας πυρήνας. Είναι ένα θέατρο το οποίο ανεβάζει τραγωδία και κλασικό ρεπερτόριο. Δεν μπορεί να υποστηρίζεται αυτό το ρεπερτόριο από ανθρώπους οι οποίοι συναντιούνται τρεις μήνες πριν από την παράσταση. Το θέατρο είναι μια δουλειά που θέλει πολλή αφοσίωση σε κάτι και χρειάζονται και κάποιοι ανθρώπους που ξέρουν τη δουλειά τους και έχουν πείρα. Αυτό βέβαια κάνει καλό και στους νέους ανθρώπους, οι οποίοι θα μαθαίνουν στο πλάι των εμπειρότερων. Και φυσικά κάθε παράσταση μπορεί να πλαισιώνεται από νέους ηθοποιούς σε κάποιο βαθμό» υποστηρίζει.
H πρόταση για συμμετοχή της στον «Τελευταίο πειρασμό» τής άρεσε από την πρώτη στιγμή γιατί «είναι ένα δύσκολο και πολύ ενδιαφέρον έργο». Αυτό που της λείπει είναι ο πολύτιμος γι’ αυτήν θεατρικός χρόνος προετοιμασίας. «Στο θέατρο χρειάζεται χρόνος. Δυστυχώς λίγοι καταλαβαίνουν ότι είναι αναγκαίο. Ο χρόνος δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Εχω συνηθίσει να κάνω πρόβες το λιγότερο πέντε μήνες…».
H προετοιμασία και οι δυσκολίες
Στη διάρκεια της συνομιλίας μας η πόρτα του καμαρινιού θα χτυπήσει πολλές φορές. Κάποιος αναζητεί τα ρούχα του, κάποιος άλλος τα μουσικά όργανα της παράστασης και κάποιοι κάποιους άλλους. Επικρατεί αναστάτωση και φασαρία. Αλλωστε ο θίασος είναι πολυπληθής, αποτελείται από 20 άτομα. Τα πολλά πρόσωπα δεν δείχνουν να ενοχλούν τη Ράνια Οικονομίδου: «H νοοτροπία όταν είναι διαφορετική με πειράζει. Και πενήντα να είμαστε, όταν υπάρχει κοινή νοοτροπία είναι σαν να είμαστε ένας άνθρωπος. Εδώ, παρά το πλήθος, ένιωσα καλά, γιατί και τα νέα παιδιά είναι προσηλωμένα και αξιοθαύμαστα σε αυτό που κάνουν».
H απόπειρα του Σωτήρη Χατζάκη να θεατροποιήσει το κείμενο του Καζαντζάκη εμπεριέχει αναπόφευκτα δυσκολία. «H διασκευή είναι απόλυτα κοντά στο λογοτεχνικό κείμενο» εξηγεί η ηθοποιός, «μοιραία υπάρχουν κάποιες αλλαγές και φυσικά έχουν γίνει περικοπές, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα χρειάζονταν επτά ώρες για να παρασταθεί όλο το κείμενο». H πόρτα χτύπησε για μία ακόμη φορά. H Ράνια Οικονομίδου έπρεπε να πάει στην πρόβα της. H φωνή του σκηνοθέτη που την καλεί στη σκηνή σημαίνει το τέλος της συζήτησης.
H πρεμιέρα του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο τελευταίος πειρασμός» έχει προγραμματιστεί για την Πέμπτη (13/11) στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
