ΤΟΜ ΚΡΟΥΖ: Ξεκίνησε την καριέρα του με τις «Πονηρές μπίζνες ενός πρωτάρη» και τον ρόλο ενός ακόμη ορμονολάγνου τινέιτζερ που τραγουδάει με ένα εσώρουχο και μια φανταστική κιθάρα το «Old Time Rock ‘n’ Roll». Ομως δεν αρκέστηκε ποτέ στην εικόνα του «χρυσού αγοριού» με τις αφηνιασμένες θαυμάστριες. Ως «Τζέρι Μαγκουάιρ» κερδίζει φέτος τη δεύτερη υποψηφιότητά του για Οσκαρ εξαργυρώνοντας όχι μόνο το χαμόγελο αλλά και το διαρκώς αμφισβητούμενο, είναι η αλήθεια ταλέντο του
Η ταινία δρόμου ήταν από πολύ νωρίς κομμάτι της ζωής του, πολύ προτού (επανα-) λανσάρει το θρυλικό μοντέλο «Γουέιφερερς» της Ρέι Μπαν. Η μητέρα του Μέρι Λι Μάποθερ είχε περάσει μια ολόκληρη εβδομάδα καταστρώνοντας το σχέδιο του διαζυγίου της. Ο εντεκάχρονος Τομ και οι τρεις αδελφές του ζούσαν σε επιφυλακή: πότε θα δοθεί επιτέλους το σύνθημα για την απόδραση. Μια ημέρα όπου ο πατέρας βρισκόταν μακριά, το ξυπνητήρι ρυθμίστηκε για τις 4.30 τα ξημερώματα. Η βαλίτσα του ήταν έτοιμη κάτω από το κρεβάτι· το μόνο που είχε μείνει ήταν το γάντι του μπέιζμπολ, εφηβικό φετίχ κάθε γνήσιου απογόνου του Τζο ντι Μάτζιο. Σηκώθηκαν, στρίμωξαν τα υπάρχοντά τους σε ένα στέισον βάγκον και με το ραδιόφωνο στη διαπασών έφυγαν από την Οτάβα για τις ΗΠΑ. Η Μπέτι Λι έκλαψε για δύο λεπτά, ύστερα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη, χαμογέλασε. Ο Τομ Κρουζ μόλις είχε χάσει το πρώτο κομματάκι από το δικό του παζλ με το Αμερικανικό Ονειρο.
Από τότε πέρασαν 20 χρόνια. Δύο – τρεις γκρίζες υποψίες στους κροτάφους, «Γέρασα, μεγάλε», δεκαοκτώ ταινίες, ένας θετός πατέρας, δύο σύζυγοι, δύο παιδιά, δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ και κάμποσες Πόρσε. Πολλοί δεν έχουν πάψει να αναρωτιούνται πώς ένα φιντανάκι της διοπτροφόρας δεκαετίας του ’80 βλ. Ρομπ Λόου, Εμίλιο Εστέβεζ, Ντέμι Μουρ καταφέρνει να λαμβάνει φαξ από τον Κιούμπρικ, να τσακώνεται με τον Ντε Πάλμα και να βάζει στην τσέπη 20 εκατομμύρια δολάρια για κάθε ταινία. Ακόμη και αυτοί που εκτοξεύουν αδιακρίτως τα δηλητηριώδη βέλη τους έχουν μάθει να συγκρατούνται όταν πρόκειται για τον Τόμας Κρουζ Μάποθερ IV (το όνομα που του κληροδότησε ο πατέρας του αλλά που ο ίδιος θα αποποιηθεί χωρίς καθόλου τύψεις). Ακόμη και αυτή η Ανν Ράις, που είχε γεμίσει πρωτοσέλιδα με τον εξοστρακισμό του από το καστ της «Συνέντευξης με ένα βρικόλακα» (η ίδια προτιμούσε τον Ρούτγκερ Χάουερ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο), αναγκάζεται γρήγορα να επανορθώσει (υπερβάλλοντας κατά τι): «Θέλω να πιστεύω ότι ο Λεστάτ του Τομ θα μείνει στη μνήμη του κόσμου όπως ο Αμλετ του Ολίβιε».
Γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1962, στη Syracuse της Νέας Υόρκης, όπου θα παραμείνει ως τη μετακόμιση των Κρουζ στην Οτάβα του Καναδά. Στα τέσσερά του επιχειρεί τις πρώτες εναέριες βουτιές από τη στέγη του σπιτιού του με ένα αυτοσχέδιο αλεξίπτωτο: τα σεντόνια του. Οταν οι γονείς του χωρίζουν, ο Τομ αναλαμβάνει χρέη προστάτη της γυναικοκρατούμενης οικογενείας. Οι υποψήφιοι μνηστήρες δυσκολεύονται να πλησιάσουν τις αδελφές του («μπορούσα να διαγνώσω τις διαθέσεις του καθενός με την πρώτη κιόλας ματιά»), αλλά και τα αφεντικά της μητέρας του δεν είχαν καλύτερη μοίρα («μια εποχή δούλευε σε ένα μαγαζί με ηλεκτρικές συσκευές και της ζήτησαν να μετακινήσει μόνη της ένα πλυντήριο· έσπασε ένα σπόνδυλο και χρειάστηκε να μείνει οκτώ μήνες στο σπίτι. Η ίδια δεν είχε εκφράσει καμία απολύτως πικρία, εγώ όμως ήμουν πάρα πολύ θυμωμένος»).
Με τον πατέρα του δεν θα αποκτήσει ποτέ «φυσιολογικές» σχέσεις. Μετά την «απόδραση», θα βρεθούν δύο μόνο φορές μέσα σε δέκα χρόνια. Αλλά και πριν το διαζύγιο το τοπίο δεν είναι ποτέ ιδεώδες. Μια ημέρα όπου τυχαίνει να πάνε μαζί για σκι ο Τομ είναι ακόμη αρκετά μικρός συντελείται η πρώτη απομυθοποίηση. Ο μικρός δηλώνει πεινασμένος μετά από δύο ώρες ταξίδι και ζητάει να σταματήσουν να τσιμπήσουν κάτι. Ο πατέρας του όμως θα προτιμήσει τη λύση του «εικονικού» σνακ. «Φτιάξαμε φανταστικά σάντουιτς», θυμάται σήμερα ο ενήλικος Τομ Κρουζ. «Μου έλεγε: “Τι θέλεις να βάλουμε μέσα;”. “Μμμμμ, ζαμπόν και μαρούλι”. Μας πήρε αρκετή ώρα να τα φτιάξουμε και ακόμη περισσότερη για να τα “φάμε”. Τα συνοδεύσαμε με πατάτες τηγανητές και σόδα. Και συνέχισα να πεινάω». Ο πατέρας του θα πεθάνει από καρκίνο το 1984 δεν θα πάει ποτέ να δει τον γιο του στο σινεμά, αλλά το δωμάτιό του στην κλινική είναι γεμάτο φωτογραφίες του.
Ως έφηβος θα ασχοληθεί συστηματικά με τον αθλητισμό, ένας σοβαρός τραυματισμός όμως στο γόνατο θα ανακόψει την καριέρα του ως πυγμάχου. Η μοναδική σχέση του με την Εβδομη Τέχνη θα είναι οι φουτουριστικές ανησυχίες του με σημείο αναφοράς τον «Πόλεμο των Αστρων». Μετά από ένα χρόνο διαλογισμού και απομόνωσης σε ένα φραγκισκανό μοναστήρι, αποφασίζει να στραφεί επίσημα πια όχι μόνο μέσω σχολικών παραστάσεων στην υποκριτική. Δίνει διορία στον εαυτό του δέκα χρόνια. Σε λίγο θα εγκαταλείψει το σχολείο για μια ανιχνευτική βόλτα στη Νέα Υόρκη, όπου θα ζήσει με ακροάσεις, χοτ ντογκ και νυχτερινά μαθήματα. Στην τηλεόραση οι πόρτες κλείνουν μια – μια· δεν είναι αρκετά «νόστιμος» για μια εκλεπτυσμένη σαπουνόπερα. Δεν παραιτείται όμως. Το 1981 παίρνει ένα ρόλο δίπλα στην κάκιστη, πλην όμως «Ατέλειωτη αγάπη», με συμπρωταγωνίστρια την Μπρουκ Σιλντς (και τον φόβο και τρόμο κάθε αρσενικού: τη μαμά της). Την ίδια χρονιά εμφανίζεται δίπλα στους Σον Πεν και Τίμοθι Χάτον για τις ανάγκες του «Taps»: «Ο πρώτος είχε μόλις παίξει στο Μπρόντγουεϊ, ο δεύτερος είχε μόλις βραβευθεί με Οσκαρ. Θυμάμαι που σκεφτόμουν ότι από στιγμή σε στιγμή θα με απέλυαν».
Στους «Outsiders» του Κόπολα νομίζει πως έχει βρει τον δρόμο του, αλλά η αμέσως επόμενη ταινία του («Losin’ it», 1983) θα είναι ένα αμείλικτο μάθημα: «Ηταν το πρώτο φιλμ που με δίδαξε να είμαι προσεκτικός στις επιλογές μου. Επρόκειτο για ένα είδος αφύπνισης. Μετά από αυτό είπα στον εαυτό μου: “Καλύτερα να καθαρίζεις τραπέζια από το να γυρίζεις τέτοιες αηδίες”». Ο Πολ Μπρίκμαν δεν τον θέλει και πολύ για τις «Πονηρές μπίζνες ενός πρωτάρη» (1983), τα εισιτήρια όμως που θα κόψει και τα φαν κλαμπ που θα συστηθούν προς τιμήν του χρυσού αγοριού με το «ασφαλές» σεξ απίλ θα τον αφήσουν εμβρόντητο. Στη συνέχεια «All the right moves», στον ρόλο ενός ήρωα του αμερικανικού ποδοσφαίρου που θα του χαρίσει ένα κρυολόγημα και μια διάσειση, και «The Legend» του Ρίντλεϊ Σκοτ: «Πάντα ήθελα να δουλέψω με τον άνθρωπο που γύρισε το “Μπλέιντ Ράνερ”».
Με το «Top Gun» του Τόνι Σκοτ (1986) αναδεικνύεται στο απόλυτο είδωλο για τινέιτζερ της δεκαετίας του ’80 αυτή τη φορά μάλιστα θα αποκτήσει και μερικούς άνδρες θαυμαστές. Η μετέπειτα πορεία της καριέρας του θα έρθει να… επαληθεύσει τα λόγια του Κάμερον Κρόου, σκηνοθέτη της τελευταίας του ταινίας «Τζέρι Μαγκουάιρ»: «Οταν έχεις την επιτυχία του Τομ Κρουζ, αυτομάτως υπεισέρχεται κάτι που παραπέμπει στην αρχαία ελληνική τραγωδία: ο κόσμος αρχίζει και ψάχνει τη σκοτεινή σου πλευρά». Οι ρόλοι του στο «Χρώμα του χρήματος» (1986), στον «Ανθρωπο της βροχής» (1988), στο «Γεννημένος την 4η Ιουλίου» (1989, υποψήφιος για Οσκαρ α’ ανδρικού ρόλου), στο «Ζήτημα τιμής» (1992), στη «Συνέντευξη με ένα βρικόλακα» (1994) θα φέρουν στην επιφάνεια τον όχι και τόσο ευσεβή πόθο των σκηνοθετών να «αμαυρώσουν» την εξ ορισμού πεντακάθαρη εικόνα του. Οι συμπρωταγωνιστές του ονόματα που ο ίδιος δεν είχε ποτέ φαντασθεί, όπως ο Πολ Νιούμαν και ο Ντάστιν Χόφμαν δεν παύουν να μιλούν για τη λάμψη του μπροστά στον φακό. «Οταν εμφανίζεται στο σετ, όλα λειτουργούν διαφορετικά», θα πει γι’ αυτόν ο Μπραντ Πιτ. «Είναι σαν να αλλάζει τη θέση των πλανητών».
Το διαζύγιό του με τη Μίμι Ρότζερς και ο κεραυνοβόλος έρωτάς του με τη Νικόλ Κίντμαν θα τροφοδοτήσουν σωρεία πικάντικων σχολίων στον διεθνή σκανδαλοθηρικό Τύπο. Τα 75 εκατομμύρια δολάρια που θα συγκεντρώσει το «Mission Impossible» στο οποίο έχει τον διττό ρόλο του ηθοποιού – παραγωγού δεν θα εμποδίσουν τις κατά μέτωπον επιθέσεις εναντίον του: για τις σχέσεις του με τη σαϊεντολογία, για τον υπέρ το δέον καλό γάμο του με την επίσης όμορφη, ταλαντούχα και επιτυχημένη Κίντμαν (το οποίο θα εκληφθεί ως το απαραίτητο επικάλυμμα για τις υποτιθέμενες ομοφυλοφιλικές του τάσεις), για την απόφασή του να υιοθετήσει τη μικρή Ισαβέλα και τον μόλις 16 μηνών Κόνορ το γερμανικό περιοδικό «Bunte» δεν θα διστάσει να τον αποκαλέσει «ανίκανο» και «στείρο».
Ο Τομ Κρουζ όμως προχωρεί απτόητος. Οσοι τον γνωρίζουν μιλούν για την αυθεντικότητά του θα του απονεμηθεί, μεταξύ άλλων, και ο τίτλος του «Καλού Σαμαρείτη», όταν θα σπεύσει να βοηθήσει και να στηρίξει οικονομικά μια τραυματισμένη σε τροχαίο γυναίκα στη λεωφόρο Γουιλσάιρ της Σάντα Μόνικα. Η σύζυγός του καμαρώνει και για την ποιότητα του αντι-στάρ που διαθέτει ο σουπερστάρ σύζυγός της: «Οταν τυχαίνει να πάμε μαζί σε κάποιο πάρτι, εκείνος πηγαίνει και κάθεται μόνος του σε μια γωνία. Εχει την εντύπωση ότι ο κόσμος δεν τον προσεγγίζει γιατί δεν τον βρίσκει αρκετά ενδιαφέροντα. Χρειάζεται κάθε φορά να του εξηγώ ότι οι περισσότεροι αισθάνονται απλά φοβερή αμηχανία μπροστά του. Ούτε που του περνάει από το μυαλό». Ευτυχώς που προσφάτως ήρθε το φαξ με την πρόταση του Κιούμπρικ για το «Eyes Wide Shut» και ο Κρουζ φόρεσε τα Γουέιφερέρς του και «προσγειώθηκε».
Για εκείνον
Ακούστε όλα αυτά που λέγονται για μένα. Οτι είμαι μισογύνης. Οτι είμαι ομοφυλόφιλος. Οτι είμαι ηλίθιος. Μα, πώς γίνεται να είμαι όλα αυτά ταυτοχρόνως;
Για το άλλο του μισό
Οταν την πρωτοείδα ήταν να σαν να συναντούσα μια αδελφή ψυχή. Η Νικόλ (σ.σ. Κίντμαν) είναι πάνω απ’ όλα ένας άνθρωπος που καταλαβαίνει. Ηταν σαν να ξεκινούσε για μένα μια εντελώς καινούργια ζωή.
Για την «Ατέλειωτη αγάπη»
Θυμάμαι που συνάντησα την Μπρουκ Σιλντς και τη μαμά της και έλεγα «ουάου, τέλεια!».
Για τι άραγε έχει μετανιώσει
Νομίζω ότι μετάνιωσα που έσπασα τη μύτη μου όταν ήμουν πιτσιρικάς. Μου είχαν κάνει δώρο μια μπάλα του μπέιζμπολ στα γενέθλιά μου. Εκανα, θυμάμαι, ένα πάρτι και καθώς γύρισα να κοιτάξω ένα κορίτσι που μου άρεσε, η μπάλα με έριξε κάτω. Είχα γεμίσει όλο τον κόσμο αίματα.
Για τη σχέση με τον πατέρα του
Ξέρετε, αγαπούσα πολύ τον πατέρα μου. Μερικές φορές σκέφτομαι τι θα σήμαινε για εκείνον να με έβλεπε μαζί με την κόρη μου… Δεν είχε δει ούτε μία από τις ταινίες μου, και όμως είχε κολλήσει φωτογραφίες μου στο δωμάτιό του στο νοσοκομείο. Είχε μάλιστα πει στις νοσοκόμες τα σφάλματά του όσον αφορά εμένα και τις αδελφές μου. Καμιά φορά κάθομαι και κοιτάζω την Ιζαμπέλα (σ.σ. την κόρη του) και συνειδητοποιώ ότι είναι αδύνατο να μην αγαπούν οι γονείς τα παιδιά τους.
Για τον ρόλο του αιμοδιψούς βρικόλακα
Νομίζω ότι ποτέ δεν έχω δουλέψει τόσο πολύ πάνω σε ένα χαρακτήρα όσο στον Λεστάτ (σ.σ. στην ταινία «Συνέντευξη με έναν βρικόλακα» του Νιλ Τζόρνταν). Εχασα οκτώ κιλά. Δούλεψα τη φωνή και την κίνησή μου. Διάβαζα δυνατά κλασικούς για να εξοικειωθώ με τη γλώσσα. Ημουν τρομοκρατημένος. Αυτός ο φόβος όμως ήταν που με έπεισε να υποδυθώ τον ρόλο. Ο τύπος που μου έμαθε να τρέχω στα ράλι μού έλεγε πάντα ότι δεν γνώριζε αν ήταν ο πιο έξυπνος ή ο πιο ηλίθιος άνθρωπος του κόσμου… Ανέκαθεν όμως υπήρχε κάτι μέσα μου που με εμπόδιζε να οπισθοχωρώ όταν φοβόμουν.
Για το πρώτο βάπτισμα
Οταν πρωτοξεκινούσα δεν υπήρχε απλά μια καινούργια γενιά ηθοποιών. Ο ίδιος ο τρόπος που γυρίζεται μια ταινία άλλαξε ριζικά στη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Τα παρασκήνια είναι πλέον πολύ πιο σημαντικά. Στην αρχή δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο από το πώς θα μάθω περισσότερα, πώς θα έχω μεγαλύτερες απαιτήσεις από τον εαυτό μου, χωρίς ποτέ να παριστάνω ότι γνωρίζω όλα αυτά που αγνοούσα. Είχα βέβαια την τύχη να συνεργαστώ με τους καλύτερους και ήταν όλοι τους απίστευτα γενναιόδωροι μαζί μου.
Για τον ρόλο του στο «Top Gun»
Από 2 ετών παιδί ήθελα να γίνω πιλότος. Οταν έμαθα ότι ο Τόνι (σ.σ. Σκοτ) ετοίμαζε μια τέτοια ταινία είπα: «Να η ευκαιρία μου».
Για ένα φιλί που ποτέ δεν δόθηκε
Η αδελφή μου η Μαίρη είχε μείνει χρόνια ολόκληρα με την απορία γιατί ένα αγόρι που της άρεσε δεν τολμούσε να την φιλήσει. Ε, λοιπόν, η αιτία ήμουν εγώ. Αυτός ο τύπος ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερός μου, αλλά τον πλησίασα μια φορά και του είπα: «Φίλε, αν φιλήσεις την αδελφή μου θα σε σκοτώσω». Ηξερα ότι είχε άλλη σχέση. Η δύστυχη όμως η Μαίρη ήθελε τόσο πολύ να την φιλήσει και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί την απέφευγε.
Για τον καβγά με τον Μπράιαν ντε Πάλμα
Ολες αυτές οι φήμες για τους δήθεν τσακωμούς μας είναι σκέτες αηδίες. Τσακωθήκαμε μία φορά μόνο τηλεφωνικώς. Ούτε τον λόγο δεν θυμάμαι. Ξαφνικά όμως αρχίσαμε να ουρλιάζουμε ο ένας στον άλλο ώσπου τελικά κατεβάσαμε το ακουστικό. Η Νικ ήρθε γελώντας και με ρώτησε: «Μα, καλά τι έγινε;». Υστερα από λίγο τον ξαναπήρα στο τηλέφωνο και του είπα: «Μπράιαν, μόλις είχαμε το πρώτο μας καβγαδάκι».
Για τις φήμες
Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιοι πηγαίνουν κάθε τόσο σε ένα δωμάτιο και αρχίζουν να φτιάχνουν ιστορίες. Κάθονται και λένε μεταξύ τους: «Λοιπόν, τι άλλο μπορούμε να σκαρφιστούμε;».
Για τις τρυφερές, οικογενειακές στιγμές
Μου αρέσει να βλέπω τη γυναίκα μου και την κόρη μου μαζί. Καμιά φορά κρύβομαι και τις κοιτάζω…. Είναι αυτές οι μικρές στιγμές που κοντοστέκεσαι και λες στον εαυτό σου: «Θέλω να είμαι σίγουρος ότι θα κρατήσω μέσα μου την ανάμνηση για πάντα…».
