ΜΠΑΡΤ ΡΕΪΝΟΛΝΤΣ

ΜΠΑΡΤ ΡΕΪΝΟΛΝΤΣ Ενας παρεξηγημένος γόης ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ουδείς εξεδήλωσε ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον για τη φιλμογραφία του. Αλλά και ο ίδιος συγκεντρώνει ένα υψηλότατο σκορ στον τομέα «Αυτογνωσία». «Οι ταινίες μου είναι από αυτές που προβάλλουν ως επί το πλείστον σε φυλακές και αεροπλάνα, γιατί μόνο εκεί μπορείς να είσαι σίγουρος για την παρουσία των θεατών!» δήλωσε

ΜΠΑΡΤ ΡΕΪΝΟΛΝΤΣ

Ενας παρεξηγημένος γόης



Ουδείς εξεδήλωσε ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον για τη φιλμογραφία του. Αλλά και ο ίδιος συγκεντρώνει ένα υψηλότατο σκορ στον τομέα «Αυτογνωσία». «Οι ταινίες μου είναι από αυτές που προβάλλουν ως επί το πλείστον σε φυλακές και αεροπλάνα, γιατί μόνο εκεί μπορείς να είσαι σίγουρος για την παρουσία των θεατών!» δήλωσε προ ετών σε μια ολική (ανα)θεώρηση της καριέρας του. Οχι πως δεν τον είχαν εγκαίρως προειδοποιήσει. Εκείνο το μοιραίο πρωινό που επισκέφθηκε, παρέα με τον «κολλητό» του, τον Κλιντ Ιστγουντ, τον «ανιχνευτή» ταλέντων της Universal, αυτός του τα είπε «έξω από τα δόντια». Απλά δεν μπορούσε να παίξει (σ.σ.: αξίζει να σημειωθεί ότι η ετυμηγορία για τον Κλιντ ήταν ότι το μήλο του Αδάμ του ήταν υπερβολικά προεξέχον για τα δεδομένα του Χόλιγουντ). Καθώς αποχωρούσαν, αμφότεροι με σκυμμένα τα κεφάλια, από τα περιώνυμα στούντιο, ο Ρέινολντς γύρισε στον φίλο του για να του δώσει κουράγιο. «Τουλάχιστον εγώ θα μάθω να παίζω. Εσύ δεν ξέρω τι θα κάνεις…».


Ο Μπαρτ Λίον Ρέινολντς Τζούνιορ γεννήθηκε (χωρίς μουστάκι) στις 11 Φεβρουαρίου 1936 στο Γουεϊκρός της Τζόρτζια. Γιος ενός αστυνομικού διοικητή, έρχεται εξ απαλών ονύχων σε επαφή με τις ατασθαλίες του νόμου και τα σούρτα – φέρτα του αμερικανικού υποκόσμου. Ο ίδιος όμως δεν έχει απολύτως καμία διάθεση να υποδυθεί τον Καλό (ή έστω τον Κακό), και δη στην πραγματικότητα. Διακαής πόθος του είναι να γίνει αστέρας του ποδοσφαίρου. Βρίσκεται κιόλας έτοιμος να υπογράψει συμβόλαιο με τους Baltimore Colts, όταν ένα τροχαίο και ένα τραύμα στο γόνατο θα τον αναγκάσουν να «κρεμάσει» διά παντός τα παπούτσια του. Με το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό που θα εισπράξει από την ασφάλεια, θα πάρει τον δρόμο για τη Νέα Υόρκη. Ηδη το physique του και γενικότερα η σωματική κατατομή του (την οποία απολαμβάνει με την πρώτη ευκαιρία στον καθρέφτη) τον έχουν πείσει ότι διαθέτει όλα τα προσόντα για τις σόου μπίζνες.


Σε λίγους μήνες εμφανίζεται να παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στο Palm Beach Junior College ­ εντάξει, και το όποιο ταλέντο του δεν μπορεί να το αφήσει τελείως ακατέργαστο. Μια υποτροφία για το Hyde Park Playhouse, κάμποσες θεατρικές εμφανίσεις (ακόμη και σε αυτό το Μπρόντγουεϊ) και η αναγκαστική προσγείωση στην αμερικανική τηλεόραση με τα «Riverboat» και «Gunsmoke». Για κάποιον μυστηριώδη λόγο αρνείται να επισημοποιήσει τη συνεργασία του με την 20th Century Fox (αρκετά διορατική για να διαγνώσει ότι αυτός ο «μάτσο», επίδοξος ζεν πρεμιέ κοστίζει εκατομμύρια δολάρια). Ισως γιατί θέλει να μείνει πιστός στην υπόσχεση που έχει δώσει στον εαυτό του να αποκτήσει κάποια στοιχειώδη παιδεία. Οχι πως η προσωπική του ζωή πνέει τα λοίσθια (πώς να συμβεί αλήθεια κάτι τέτοιο με τόσες αμερικανίδες νοικοκυρές προς αναζήτησιν μιας ακόμη υπερβολικής δόσης τεστοστερόνης;). Λίγο προτού εγκαταλείψει το σετ του «Gunsmoke», βρίσκεται ήδη παντρεμένος με τη βρετανίδα (εντάξει, όχι και τόσο πλήρες το άνωθεν σχόλιο) ηθοποιό Τζούντι Καρν.


Μια πολλά υποσχόμενη συσκευασία


Δεν θα αργήσει να αφιχθεί στο κατώφλι του σπιτιού του, εν έτει 1966, μια πρόταση από τον Ιταλό Σέρτζιο Κορμπούτσι για το «Ναβάχο Τζο», ένα σπαγκέτι γουέστερν που σίγουρα δεν είναι επαρκώς al dente. Ο Μπαρτ θα το συμπεριλάβει στη μακρά λίστα με τις «χειρότερες εμπειρίες της ζωής του» αλλά δεν θα το βάλει κάτω. Οι προτάσεις δεν θα λείψουν ­ άλλωστε, ας μην το ξεχνάμε, οι μεγαλοκαρχαρίες της κινηματογραφικής βιομηχανίας ποτέ δεν λένε όχι σε ένα πολλά υποσχόμενο αμπαλάζ. Θα χρειασθεί όμως να περιμένει ως το σωτήριο έτος 1972 για να στρέψει πλέον για τα καλά τους προβολείς επάνω στο καλογυαλισμένο άστρο του. Είναι η χρονιά που θα του χαρίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο (δίπλα στους Ρόνι Κοξ, Νεντ Μπίτι, Γιον Βόιτ) στο «Οταν ξέσπασε η βία» του Τζον Μπούρμαν. Πρόκειται για την ιστορία τεσσάρων μπίζνεσμεν από την Ατλάντα που αποφασίζουν να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με τη Μητέρα Φύση επιχειρώντας μια βουκολικών ανησυχιών εκδρομή με μπόλικο κυνήγι, ψάρεμα και ενδοσκόπηση. Μόνο που η αγαθών προθέσεων αυτή περιήγηση θα εξελιχθεί σε έναν πρώτης τάξεως εφιάλτη. Η ταινία, παρ’ ότι εξαιρετικά βίαιη και «δύστροπη», θα είναι υποψήφια για κάμποσα χρυσά αγαλματίδια και ο Ρέινολντς (ίσως στον παρθενικό σοβαρό ρόλο του) θα συγκεντρώσει ευνοϊκότατες κριτικές. Μάλλον είναι η πρώτη φορά που θα αφήσει το ταλέντο του (γιατί τελικά, ναι, διαθέτει) να αναδυθεί ανεπηρέαστο στην οθόνη.


Δυστυχώς η διαρκής ενασχόλησή του με τα άλλα, τα πιο εμφανή χαρίσματά του θα είναι καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία της καριέρας του (από τις 50 ταινίες του και τα 250 τηλεοπτικά σόου στα οποία θα μετάσχει μόνο τρεις ­ ή μήπως τώρα πια τέσσερις; ­ θεωρεί ο ίδιος αξιόλογες δουλειές). Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια χρονιά με το «Οταν ξέσπασε η βία» ο Γούντι Αλεν θα του εμπιστευθεί στο θρυλικό «Τα πάντα γύρω από το σεξ» τον ρόλο του διευθύνοντος συμβούλου στο σπερματοφόρο τμήμα του ανδρικού σώματος (ο Αλεν ως διοπτροφόρο σπερματοζωάριο ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του). Η επιμονή του να κερδίσει τον τίτλο του διαχρονικού σεξ συμβόλου μαζί με τις ταυτόχρονες προσπάθειές του να τον αποποιηθεί θα τον αποπροσανατολίσουν αρκετές φορές. Οπως τότε που δέχθηκε να ποζάρει γυμνός στη γιγαντοαφίσα που φιλοξένησε προς τέρψιν των φιλόκαλλων αναγνωστριών του το περιοδικό «Cosmopolitan». Αργότερα θα δηλώσει ότι έχει μετανιώσει πικρά ­ για να πούμε τη μαύρη αλήθεια, το έχει επαναλάβει τόσο πολλές φορές που αρχίζει κανείς να αμφισβητεί την ειλικρίνειά του.


Υπήρξαν όμως και στιγμές που δήλωσε de profundis υπερήφανος για τη γενναιοδωρία της Φύσης. «Στην πρώτη μου γυμνή σκηνή δίπλα στην Αντζι Ντίκινσον» (σ.σ.: για την «Κλοπή του αιώνος», 1969), θα θυμηθεί αργότερα, «γύρισε εκείνη και μου είπε: “Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μην τους έχεις όλους να σε κοιτάζουν σαν χάνοι είναι να βγάλεις όλα τα ρούχα σου και να αρχίσεις να βολτάρεις τσίτσιδος δίπλα σε ηθοποιούς και συνεργείο έτσι ώστε, όταν έρθει η ώρα του γυμνού γυρίσματος, να έχουν πια βαρεθεί και να μη γυρίσουν ούτε να σε κοιτάξουν”». «Ε, λοιπόν», συνεχίζει τη γλαφυρότατη περιγραφή του ο Ρέινολντς, «πρώτα κρύφτηκα κάτω από τα σκεπάσματα και μετά γδύθηκα πετώντας τα ρούχα προκλητικά στο πάτωμα. Η Αντζι εμφανίστηκε βεβαίως όπως τη γέννησε η μαμά της. Εριξα μια ματιά τριγύρω και είδα ένα πλήθος 150 ανθρώπων να στέκονται αποσβολωμένοι. Και σας διαβεβαιώ ότι κανένας δεν κουράστηκε ούτε βαρέθηκε!».


Φαίνεται ότι την αυτή άποψη πρέπει να είχαν και οι πλείστες σταρ που (λέγεται ότι) παρήλασαν από το στρώμα με νερό (δικό μας και τελείως αυθαίρετο το συμπέρασμα) της κρεβατοκάμαράς του. Η γκάμα είναι ανεξάντλητη: Σάλι Φιλντ, Σίμπιλ Σέπαρντ, Κατρίν Ντενέβ, Σάρα Μάιλς, Φάρα Φόσετ, Κάντις Μπέργκεν κλπ. κλπ. Και βεβαίως η δεύτερη σύζυγός του Λόνι Αντερσον (το πολυτάραχο διαζύγιο μαζί της θα γεμίσει σωρεία κίτρινων σελίδων). Οχι πως και το αμερικανικό box-office είχε την παραμικρή διαφωνία ­ μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός ότι από το 1973 ως το 1980 το όνομά του φιγουράρει σταθερά στο top-ten των πιο προσοδοφόρων αστέρων του. Χωρίς η Εβδομη Τέχνη να καμαρώνει ιδιαίτερα για το τέκνο της. Το είχε πει και ο Ορσον Ουέλς: «Η επιτυχία είναι το μοναδικό ελάττωμα του Ρέινολντς». Από τους λιγοστούς άξιους λόγου σταθμούς της καριέρας του (όχι με κριτήριο μόνο τα δολάρια) αναφέρουμε τα «Ο ατσίδας και το λαγωνικό», «Χούπερ», «Κάνονμπολ», όλα υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Χαλ Νίντχαμ, την τηλεοπτική σειρά «Οι Νιούτονς του Ιβνινγκ Σέιντ» (με τη Μαριλού Χένερ), που θα του εξασφαλίσει ένα Εμι, και το «Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες» (ο Μπλέικ Εντουαρντς εξαργυρώνει για μία ακόμη φορά τον Φρανσουά Τρυφό).


Η κιτς επάνοδος


Οι απόπειρές του να σκηνοθετήσει θα έχουν λίγο πολύ το ίδιο άδοξο τέλος: «Είναι η πρώτη, χμμμ…, η δεύτερη καλύτερη αίσθηση που έχω δοκιμάσει ποτέ» λέει μειδιώντας με νόημα όταν τον ρωτούν για την ιδιότητά του ως σκηνοθέτη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 η ίδια η βιομηχανία που τον γαλούχησε επί σειρά ετών του υφαρπάζει τα σκήπτρα του σουπερστάρ. Κάποιες φήμες τον θέλουν φορέα του AIDS (θα σπεύσει να το αρνηθεί δημοσίως), τα οικονομικά του έχουν σαφώς υπάρξει και καλύτερα (το 1996 τα χρέη του είναι πλέον της τάξεως των 10 εκατ. δολαρίων), ενώ είναι πλέον περιζήτητος μόνο για τηλεοπτικά σποτάκια (βλ. διαφήμιση της βρετανικής φίρμας οπτικών Dolland & Aitchinson και όλα τα συνεπακόλουθα της πτώσης ενός καλοπληρωμένου γόη).


Θα χρειασθεί να κάνει υπομονή ως το 1998 για να μπορέσει να επανέλθει στο προσκήνιο. Αφορμή οι «Ξέφρενες νύχτες», ένα κιτς έπος για την πορνοβιομηχανία των 70ς με φόντο το «Got to give it up» του Μάρβιν Γκέι και το «Best of my love» των Emotions (βλ. και το ομώνυμο σάουντρακ). Το αμερικανικό «Time» είναι αρκετά σαφές: «Ο Μπαρτ Ρέινολντς έχει πάρει ξανά τον έλεγχο». Ο ρόλος του Τζακ Χόρνερ (πασιφανές το λογοπαίγνιο με το horny = σε λογοκριμένη απόδοση, ο σεξουαλικά «ερεθισμένος»), του εμπνευστή της ομώνυμης εταιρείας παραγωγής hard core πορνοταινιών, είναι τόσο σπαρταριστός που η Χρυσή Σφαίρα ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Οπως και η υποψηφιότητα για Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου που του παραχωρήθηκε μόλις την περασμένη Τρίτη. Ισως να έχουμε να κάνουμε με μία ακόμη θρυλική επάνοδο (βλ. Τζον Τραβόλτα διά φακού Κουέντιν Ταραντίνο). Ο ίδιος στον ευχαριστήριο λόγο του για τη Σφαίρα ήρθε να μας υπενθυμίσει ότι κάτω από το απατηλό μυστακοφόρο περίβλημα κρύβεται ένας πνευματώδης μπίζνεσμαν: «Οταν μένεις σταθερός για αρκετό καιρό σε κάποιες αξίες, δεν μπορεί, θα ‘ρθει η στιγμή που θα ξαναγίνουν της μόδας… Οπως π.χ. εγώ!».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version