” Πατάω πολύ πιο γερά στα πόδια μου τώρα ”
H μεταμόρφωση ταιριάζει στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Στόχος της είναι να μη θυμίζουν οι ερμηνείες της η μία την άλλη. Επιλέγει διαφορετικούς εκφραστικούς τρόπους, ακολουθεί διαφορετικές εσωτερικές διαδρομές. H τάση της, παραδέχεται, είναι η προσέγγιση των ρόλων συγκινησιακά, μέσα από μια ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση. Δεν ξεχνά όμως ποτέ τη συμβουλή του αγαπημένου της Μίνου Βολανάκη, όταν τη σκηνοθετούσε στην «Αντιγόνη»: «H τραγωδία είναι του νου κι όχι του συναισθήματος». Γι’ αυτό και προσπαθεί να τιθασεύσει τη συναισθηματική της έκρηξη και να πειθαρχήσει σε μια δωρική ερμηνεία, η οποία μπορεί να είναι πιο σύνθετη και πιο αινιγματική. Παράλληλα όμως είναι ένας άνθρωπος που λειτουργεί εγκεφαλικά. Και δεν πηγαίνει κόντρα στη φύση της. H μεταμόρφωση είναι ζητούμενο για την ίδια. Μια μεταμόρφωση που αρχίζει από την εξωτερική της εμφάνιση. Αλλάζει τα μαλλιά της, το χρώμα τους, τη φόρμα τους, με μεγάλη ευκολία, για να περάσει από τον έναν ρόλο στον άλλον. «Μετά το τελευταίο γύρισμα της σειράς “Ασθενείς και οδοιπόροι” (σ.σ.: όπου πρωταγωνιστούσε κρατώντας τον ρόλο της Θεανώς Γαλάτη), την ίδια μέρα πήγα στον κομμωτή μου και του είπα: Αντίο Θεανώ Γαλάτη, καλημέρα Ηλέκτρα».
H «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, για την οποία έκοψε κοντά τα μαλλιά της, δεν είναι άλλη από την ηρωίδα που θα τη συντροφεύσει το φετινό καλοκαίρι: Με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Θέμη Μουμουλίδη, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη θα ερμηνεύσει τον πέμπτο ρόλο της στην αρχαία τραγωδία: Προηγήθηκαν η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, η «Ελένη» και η «Μήδεια» του Ευριπίδη και η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή. Επιστροφή στην τραγωδία, λοιπόν. «Το θέμα της ερμηνείας του αρχαίου δράματος με απασχολεί» επισημαίνει. «Μιλάμε για κείμενα-μήτρες. Και τα χρειάζομαι, τα έχω ανάγκη. Είναι αυτά που μου προσφέρουν στιγμές μαγικές, που θα ακονίσουν το μυαλό και την ψυχή μου. Τα προσεγγίζω όμως πάντα με δέος, υπευθυνότητα και σεμνότητα, στα μέτρα των συνθηκών και στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συνεργασίας. Δεν ξέρεις ποτέ το αποτέλεσμα. Την επιτυχία δεν σ’ την προδιαγράφει κανείς. Ξεκινάς όμως με προϋποθέσεις». Για την ίδια, ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες, οι άνθρωποι που θα πλαισιώσουν μια παραγωγή είναι αποφασιστικής σημασίας. Ακολουθούν οι επιλογές των έργων.
Τη συνολική πρόταση του Θέμη Μουμουλίδη και του ΔΗΠΕΘΕ, που αφορά, εκτός από την «Ηλέκτρα», και τον προσεχή χειμώνα («Αμλετ» του Σαίξπηρ και «Ελένη ή ο κανένας» της Ρέας Γαλανάκη) και το καλοκαίρι του 2004 με μια φιλόδοξη παραγωγή γύρω από τον μύθο των «Ατρειδών» όπως τον έχουν αντιμετωπίσει οι τρεις τραγικοί, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη την αποδέχθηκε με μεγάλη χαρά. Εργα με ενδιαφέρον, συνεργασίες σημαντικές, η παρουσία της Μάγιας Λυμπεροπούλου – αγαπημένης δασκάλας της -, η παραμονή στην Πάτρα: Ολα λειτούργησαν θετικά. «Δεν κάνω μακροχρόνια σχέδια» μου λέει. «Υστερα από αυτή τη διετία περίπου, δεν ξέρω τι θα ακολουθήσει. Βλέποντας και κάνοντας. Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι να πατάω πολύ πιο γερά στα πόδια μου από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ζωής μου. Υπάρχει και η ωριμότητα. Είναι τα πιο ακμαία μου χρόνια. Εχει συσσωρευθεί πείρα και είμαι ακόμη νέα. Δεν ξέρω αν ύστερα από δέκα χρόνια θα συνεχίσω να είμαι έτσι. Νιώθω στα καλύτερά μου» συμπληρώνει, και το εννοεί. Της φαίνεται άλλωστε.
Από την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Ενδιαμέσως απείχε από την τραγωδία συνειδητά: Οι προτάσεις δεν την ικανοποιούσαν καλλιτεχνικά και οι χειμερινές παραστάσεις σε συνεργασία με τον παραγωγό Γιώργο Κυπραίο την κρατούσαν στην Αθήνα για πρόβες το καλοκαίρι. Πέρυσι ήταν η τηλεοπτική σειρά της ET1, μια δουλειά που την απορρόφησε. «Αλλωστε κάνω τηλεόραση κάθε τέσσερα – πέντε χρόνια και δεν ξέρω πότε θα ξαναβρώ τόσο ενδιαφέρουσα πρόταση». Δεν λέει μεγάλα λόγια: Ο κύκλος του ελεύθερου θεάτρου έκλεισε προσωρινά για την ίδια. Μπορεί να επανέλθει, μπορεί να πάει στο Εθνικό, μπορεί, μπορεί, μπορεί… «Ενα είναι σίγουρο» υπογραμμίζει. «Δεν θα κάνω ποτέ πολύ εμπορικά πράγματα».
Αποδέχθηκε τον ρόλο της ευριπίδειας ηρωίδας όχι γιατί κουβαλά στις αποσκευές της την άλλη Ηλέκτρα, του Σοφοκλή. «Δεν με βοηθά καθόλου. Αντίθετα, αν δεν είχε περάσει τόσος χρόνος, θα με μπέρδευε. Μπορεί ο μύθος να μου είναι γνωστός, αλλά είναι τόσο διαφορετικά επεξεργασμένος από τον Ευριπίδη, και αυτό είναι το γοητευτικό. Αλλωστε και η “Ηλέκτρα” του Αισχύλου, έτσι όπως τη συναντούμε στις “Χοηφόρους” είναι επίσης διαφορετική. Γιατί έχει να κάνει με την κοσμοαντίληψη του καθενός». Και εξηγεί:
«Στον Αισχύλο, ο τρόπος που μας δίνεται η Ηλέκτρα έχει να κάνει με τη βαθιά θρησκευτική του πίστη. Εκεί η μητροκτονία είναι ένα πρόβλημα των θεών. Ο Ορέστης είναι το οπλισμένο χέρι του θεού. Με την απόδοση δικαιοσύνης θα φέρει την ισορροπία στον κόσμο, γιατί αυτός είναι ο θεϊκός νόμος, ανεξάρτητα από τον βαθμό συγγένειας και την ταυτότητα που έχει ο δράστης.
Στον Σοφοκλή, έχει φύγει μεν από τα χέρια των θεών, αλλά μιλάμε πάλι για μια πράξη δίκης, η οποία βεβαίως λαμβάνει χώρα σε ανθρώπινο επίπεδο. Οι άνθρωποι έχουν αναπτύξει συνείδηση και πρωτοβουλία, αλλά πάλι ο θεός είναι από πίσω. Αυτός είναι που βοηθά και χρησμοδοτεί. Και οι δύο χαρακτήρες έχουν ένα ηρωικό μεγαλείο.
Αντίθετα, ο ρεαλιστής Ευριπίδης αμφισβητεί το θείο. Δεν δικαιολογεί την πράξη, γι’ αυτό και προσπαθεί να την κάνει όσο πιο αποτρόπαια και φρικαλέα γίνεται. Γι’ αυτό και επιμένει στις ωμές λεπτομέρειες. Πλάθει έναν ακραίο χαρακτήρα, απόλυτο. Τίποτε δεν είναι ηρωικό στον Ευριπίδη. H Ηλέκτρα κρατάει το ξίφος μαζί με τον Ορέστη. Δεν του οπλίζει απλώς το χέρι. Συμμετέχει στο έγκλημα. Μετά τον φόνο εμφανίζονται δύο ανθρώπινα ράκη, δύο ερείπια. Πρόκειται για μια ηρωίδα σκοτεινή, δυσοίωνη, αινιγματική που έχει την εμμονή για την εκδίκηση. Το μίσος της είναι ανελέητο, αδυσώπητο, φθάνει ως την παραφροσύνη. H Ηλέκτρα είναι άνθρωπος και αυτό την κάνει ακόμη πιο τρομακτική. Είναι ένα πλάσμα της νύχτας. Αντίθετα από την Ηλέκτρα του Σοφοκλή που είναι της ημέρας, του φωτός».
H παράσταση αποφεύγει τα αγροτικά στοιχεία, τα στοιχεία της παράδοσης. Είναι λιτή με σύγχρονη αντίληψη που ρίχνει το βάρος της στον λόγο. Σκηνογραφικά και χρωματικά κινείται σε άσπρο – μαύρο. Παίζει με το φως και τα σώματα των ηθοποιών, τις φωνές, τον λόγο. Τον θίασο συμπληρώνει ο δωδεκαμελής χορός των νέων, κυρίως, κοριτσιών. «Κι αυτό με συγκινεί, γιατί θυμάμαι τον εαυτό μου, όταν το 1986 είχα πάρει μέρος στον χορό της “Ηλέκτρας” που είχε ανεβάσει ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο Εθνικό Θέατρο, με τη Μαρία Σκούντζου. Είναι συγκινητικό το δόσιμο αυτών των κοριτσιών» προσθέτει.
H κάθοδος στην Επίδαυρο είναι πάντα μια ξεχωριστή στιγμή. Δεν αισθάνεται όμως το βάρος της παράστασης στους ώμους της. Επιθυμία της είναι ο κόσμος να κατεβαίνει για να δει την πρόταση του σκηνοθέτη. Τον τελευταίο καιρό άλλωστε σκέφτεται ότι θα την ενδιέφερε πολύ να ερμηνεύσει την ίδια χρονική στιγμή τον ίδιο ρόλο μέσα από δύο ή τρεις διαφορετικές σκηνοθετικές εκδοχές. «Πιστεύω ότι και για το κοινό θα είχε ενδιαφέρον να κατανοήσει τι σημαίνει διαφορά στη σκηνοθεσία». Συμπέρασμα: Οποιος σκηνοθέτης συμφωνεί με την άποψή της δεν έχει παρά να της το προτείνει.
H τραγωδία του Ευριπίδη «Ηλέκτρα» παρουσιάζεται από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Μετάφραση K. X. Μύρης, σκηνοθεσία Θέμης Μουμουλίδης, σκηνικά – κοστούμια Γιώργος Πάτσας, μουσική Γιώργος Ανδρέου, επιμέλεια κίνησης Αλίκη Καζούλη, φωτισμοί Φίλιππος Κουτσαφτής, μουσική διδασκαλία Νένυ Ζάππα. Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μάγια Λυμπεροπούλου, Δημήτρης Αλεξανδρής, Χάρης Σώζος, Αρτο Απαρτιάν, Γιάννης Νταλιάνης, Παναγιώτης Τσεβάς. Συμμετέχει 12μελής χορός γυναικών. Πρεμιέρα την Παρασκευή, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου (τηλ. 27530 22026 ή 210 3221.459), στις 21.00. H παράσταση θα επαναληφθεί και το Σάββατο.
