Την περασμένη Κυριακή η Νικόλ Κίντμαν, η πιο ταλαιπωρημένη στην ιδιωτική ζωή της προσωπικότητα των σόου μπίζνες για το έτος 2001, δικαιώθηκε καλλιτεχνικώς: κέρδισε τη σημαντικότερη ως σήμερα διάκριση της καριέρας της, τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης γυναικείας ερμηνείας σε κωμωδία ή μιούζικαλ για την ταινία του Μπαζ Λούρμαν «Moulin Rouge». Στα ίδια βραβεία η Κίντμαν διεκδικούσε και εκείνο της καλύτερης γυναικείας ερμηνείας σε δραματική ταινία για τους «Αλλους» του Αλεχάντρο Αμεναμπάρ, για την οποία κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είχε κερδίσει. Ούτως ή άλλως όμως μία υποψηφιότητά της στα Οσκαρ του επόμενου Μαρτίου θα πρέπει πλέον να θεωρείται δεδομένη, ενώ σίγουρα πολλοί δεν θα διστάσουν να στοιχηματίσουν υπέρ της.
Η Κίντμαν όμως δεν ήταν η μόνη Ωκεάνια που διακρίθηκε στην εφετινή τελετή απονομής των Χρυσών Σφαιρών. Για την κατηγορία της καλύτερης ανδρικής ερμηνείας σε δραματική ταινία τα μέλη της Ενωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου του Λος Αντζελες επέλεξαν τον νεοζηλανδό ηθοποιό Ράσελ Κρόου για τον «Υπέροχο άνθρωπο» («Α beautiful mind»), ο οποίος, παρά τον περυσινό θρίαμβό του στα Οσκαρ με τον «Μονομάχο», και εφέτος θεωρείται το φαβορί για το Οσκαρ πρώτης ανδρικής ερμηνείας, με βασικό αντίπαλό του τον Γουίλ Σμιθ, ο οποίος ενσάρκωσε δυναμικά τον Μοχάμεντ Αλι στο «Αλι» του Μάικλ Μαν.
Ακόμη και στην κατηγορία της σκηνοθεσίας, όμως, ενώ το βραβείο δόθηκε τελικά στον βετεράνο Αμερικανό Ρόμπερτ Αλτμαν, το διεκδίκησαν τόσο ο Αυστραλός Λούρμαν για το «Moulin Rouge» όσο και ο Νεοζηλανδός Πίτερ Τζάκσον για τον πολυσυζητημένο και υπερεπιτυχημένο «Αρχοντα των δαχτυλιδιών».
Και αν νομίζετε ότι η λίστα των Ωκεανίων που εφέτος πρωτοστάτησαν στις Χρυσές Σφαίρες σταματά εδώ κάνετε λάθος. Η αυστραλή ηθοποιός Ρέιτσελ Γκρίφιθς κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα δεύτερου γυναικείου ρόλο σε σειρά, μίνι σειρά ή τηλεταινία για το «Γραφείο κηδειών Φίσερ», ενώ η συμπατριώτισσά της Τζούντι Ντέιβις ήταν υποψήφια για τον πρώτο γυναικείο ρόλο σε σειρά, μίνι σειρά ή τηλεταινία για τη βιογραφία «Η ζωή με την Τζούντι Γκάρλαντ. Εγώ και οι σκιές μου».
Ευλόγως λοιπόν θα έλεγε κανείς ότι το 2001 υπήρξε η κινηματογραφική χρονιά της Ωκεανίας, με ή χωρίς τη στήριξη του Χόλιγουντ σε ό,τι αφορά τα οικονομικά. Σύμφωνα με πρόσφατες στατιστικές, κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους οι αυστραλέζικες παραγωγές έσπασαν κάθε προηγούμενο ρεκόρ στα ταμεία των αιθουσών της Αυστραλίας με έσοδα που ξεπερνούν τα 63,5 εκατ. δολάρια. Μάλιστα το «Moulin Rouge» άγγιξε την κορυφή των εκεί περυσινών εισπράξεων και αυτή τη στιγμή είναι το τρίτο κατά σειρά προτεραιότητας πιο επιτυχημένο αυστραλέζικο φιλμ όλων των εποχών. Και το σημαντικότερο είναι ότι το ίδιο ικανοποιητικά είναι τα νούμερα των εισπράξεων που οι αυστραλέζικες ταινίες έχουν τα τελευταία χρόνια σημειώσει εκτός συνόρων της χώρας.
Αυτή η εντυπωσιακή άνοδος των Ωκεανίων ωστόσο δεν προέκυψε από τη μία ημέρα στην άλλη. Για την ακρίβεια, το φιτίλι στο οποίο οφείλεται η έκρηξη του αυστραλέζικου κινηματογράφου, πυρήνα της ωκεάνιας κινηματογραφίας, άναψε στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’70. Ηταν η εποχή που δειλά δειλά άρχισαν να εμφανίζονται σκηνοθέτες όπως ο Πίτερ Γουίαρ και ο Τζορτζ Μίλερ, οι οποίοι καταπιάστηκαν κυρίως με τον χώρο του φανταστικού κινηματογράφου (η Αυστραλία εκπέμπει άλλωστε κάτι το μυστηριώδες) σε ταινίες που είχαν παγκόσμια απήχηση, είτε καλλιτεχνικώς («Το μυστικό του βράχου των κρεμασμένων» και «Το τελευταίο κύμα» του Γουίαρ) είτε εμπορικώς (το «Μαντ Μαξ» του Μίλερ). Η πόρτα του Χόλιγουντ σύντομα επρόκειτο να ανοίξει για όλους αυτούς τους ανθρώπους αλλά, το σημαντικότερο, είχε γίνει πια η αρχή για τη διαμόρφωση της ταυτότητας του αυστραλέζικου σινεμά, την ύπαρξη του οποίου ουδείς ως τότε γνώριζε.
Αν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 ο αυστραλέζικος κινηματογράφος για πρώτη φορά έκανε γνωστή την παρουσία του, την αμέσως επομένη ωρίμασε «γεννώντας» ταυτοχρόνως σταρ όπως ο Μελ Γκίμπσον και ο (έστω εφήμερος) «Κροκοδειλάκιας» Πολ Χόγκαν. Και τη δεκαετία του ’90 άρχισε πια να μαζεύει βραβεία και μεγάλες φεστιβαλικές διακρίσεις κερδίζοντας παράλληλα σοβαρά στοιχήματα με το παγκόσμιο κοινό. Ταινίες σκηνοθετών όπως η Τζέιν Κάμπιον, ο Λούρμαν, ο Γουίαρ και ο Σκοτ Χικς φιλοξενούνταν πια στα μεγαλύτερα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου, ενώ ο θείος Οσκαρ άρχισε και αυτός να παρακολουθεί πρόσωπα και ταινίες με βουλιμία, κάτι που, καθώς φαίνεται, συνεχίζει να κάνει και σήμερα, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά.
Το ανθρώπινο δυναμικό
Οι σκηνοθέτες
Σκοτ Χικς, 48 χρόνων, Αυστραλός. Ο σκηνοθέτης τού «Shine, ο σολίστας», της πρώτης και καλύτερης ως σήμερα ταινίας της καριέρας του. Πήγε στο Χόλιγουντ και εκεί συνεχίζει να εργάζεται. Σύντομα θα δούμε στην Ελλάδα την τελευταία ταινία του «Hearts of the Atlantis», με τον Αντονι Χόπκινς.
Τζέιν Κάμπιον, 48 χρόνων, Νεοζηλανδή. Κατέκτησε κοινό και κριτικούς με το «Ενας άγγελος στο τραπέζι μου», ενώ με τα «Μαθήματα πιάνου» έγινε ένα από τα πρόσωπα του 1993 κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και μετέχοντας στα Οσκαρ. Οι δύο ταινίες που ακολούθησαν («Το πορτρέτο μιας κυρίας» και «Ιερός καπνός») υπήρξαν σαφώς κατώτερες αλλά κάθε νέο σχέδιό της αποτελεί κινηματογραφικό γεγονός.
Μπαζ Λούρμαν, 40 χρόνων, Αυστραλός. Επανέφερε το μιούζικαλ στο προσκήνιο με «Τα βήματα που γοητεύουν», γύρισε το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ με τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο επίσης σε μορφή αιρετικού μιούζικαλ και πάντρεψε δεξιοτεχνικά το ρετρό με το μοντέρνο στο «Moulin Rouge» που ενδέχεται να ακουστεί στα επόμενα Οσκαρ.
Φίλιπ Νόις, 52 χρόνων, Αυστραλός. Το αυστραλέζικο θρίλερ «Κρουαζιέρα στην άκρη του τρόμου» (η πρώτη σοβαρή, αν και υποτιμημένη, ερμηνεία της Νικόλ Κίντμαν) εξέδωσε το εισιτήριο του Νόις για την Αμερική, όπου ανάμεσα σε άλλα σκηνοθέτησε τον Χάρισον Φορντ στα πολιτικά θρίλερ «Παιχνίδια ολέθρου» και «Αμεσος κίνδυνος». Καλός επαγγελματίας αλλά με λίγη φαντασία.
Τζορτζ Μίλερ, 56 χρόνων, Αυστραλός. Σπούδασε γιατρός αλλά έγινε διάσημος σκηνοθετώντας τον Μελ Γκίμπσον στην τριλογία «Μαντ Μαξ». Σημαντικό βήμα στην καριέρα του θεωρείται η παραγωγή της ταινίας «Μπέιμπ, το ζωηρό γουρουνάκι» ενώ ο ίδιος σκηνοθέτησε τη συνέχεια «Το μικρό γουρουνάκι στη μεγάλη πόλη».
Πίτερ Τζάκσον, 41 χρόνων, Νεοζηλανδός. Ο τυχερότερος και ο πιο καπάτσος όλων. Επεισε το Χόλιγουντ να ποντάρει επάνω του χρηματοδοτώντας ένα προσωπικό όραμά του, τον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών», το γύρισε ως τριλογία στην «έδρα» του, ξόδεψε τα μισά χρήματα απ’ όσα θα ξόδευε στην Αμερική και πάνω απ’ όλα δούλεψε χωρίς αμερικανούς χαρτογιακάδες πάνω από το κεφάλι του!
Γκίλιαν Αρμστρονγκ, 50 χρόνων, Αυστραλή. Χαμηλών τόνων αλλά παραγωγικότατη, ακούστηκε για πρώτη φορά με «Το πάθος της κυρίας Σόφελ» το 1984, μας γνώρισε την Κέιτ Μπλάνσετ στο «Οσκαρ και Λουσίντα» και η τελευταία ταινία της «Charlotte Gray» (επίσης με την Μπλάνσετ) είναι μία από τις πιο πρόσφατες καλλιτεχνικές επιτυχίες στην Αμερική.
Πίτερ Γουίαρ, 57 χρόνων, Αυστραλός. Σκηνοθέτησε τον Μελ Γκίμπσον σε δύο καταπληκτικές αυστραλέζικες ταινίες («Καλλίπολη» και «Επικίνδυνα χρόνια») και, παρά την αξιοζήλευτη καριέρα του στις ΗΠΑ («Μάρτυρας εγκλήματος»), παραμένει μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας. Τελευταία επιτυχία: «Ζωντανή μετάδοση: The Truman Show».
και οι…
Νάντια Τας (Τασοπούλου) «Εϊμι», Στίβεν Ελιοτ «Οι περιπέτειες της Πρισίλα, αρχόντισσας της ερήμου», Αλεξ Πρόιας «Το κοράκι», Ρότζερ Ντόναλντσον «Δεκατρείς μέρες».
Οι ηθοποιοί
Νικόλ Κίντμαν, 35 χρόνων, Αυστραλή (γεννημένη στη Χαβάη). Ξεκίνησε ως γλάστρα, παντρεύτηκε τον Τομ Κρουζ, μαζί του έπαιξε στα «Μάτια ερμητικά κλειστά» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ αλλά μόλις πέρυσι και χωρίς τον Κρουζ ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι το κορίτσι έχει και ταλέντο.
Ράσελ Κρόου, 38 χρόνων, Νεοζηλανδός. Οσοι δεν έχουν δει το (αυστραλέζικο) «Romper Stomper» δεν έχουν δει τον Ράσελ Κρόου σε μεγάλη ερμηνεία. Βεβαίως το Χόλιγουντ προτίμησε την ασφάλεια του «Μονομάχου» και γι’ αυτή την ταινία τον επιβράβευσε. Ο Κρόου όμως είχε ήδη αποδείξει την αξία του στην Αμερική παίζοντας στο «The insider» του Μάικλ Μαν.
Μελ Γκίμπσον, 46 χρόνων, Αυστραλός (γεννημένος στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης). Από «Μαντ Μαξ» στην Αυστραλία έγινε «Φονικό όπλο» και «Αυτό που θέλουν οι γυναίκες» στο Χόλιγουντ. Εγινε όμως και σκηνοθέτης. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την προσωπική επιτυχία του «Braveheart», που του χάρισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας;
Τζέφρεϊ Ρας, 51 χρόνων, Αυστραλός. Ενας από τους πιο έγκριτους θεατρικούς ηθοποιούς της Αυστραλίας, όπου διαμένει και εργάζεται, παρ’ ότι βραβεύθηκε με Οσκαρ για το «Shine, ο σολίστας». Ασχημούλης αλλά γοητευτικός και τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά του που αποτελεί εγγύηση των ταινιών όπου παίζει, είτε κρατώντας μεγάλους είτε μικρούς ρόλους («Quills» και «Ερωτευμένος Σαίξπηρ» αντιστοίχως).
Τζούντι Ντέιβις, 47 χρόνων, Αυστραλή. Καταπληκτική καρατερίστα, με ειδικότητα στην υστερία, μια φιγούρα που παλαιότερα συναντούσαμε σε ταινίες του Γούντι Αλεν («Παντρεμένα ζευγάρια», «Διασημότητες», «Διαλύοντας τον Χάρι»). Τον τελευταίο καιρό δεν πολυακούγεται στον κινηματογράφο αλλά η ερμηνεία της ως Τζούντι Γκάρλαντ στην τηλεταινία «Life with Judy Garland: Me and my shadows» την οδήγησε στις Χρυσές Σφαίρες.
Ρέιτσελ Γκρίφιθς, 34 χρόνων, Αυστραλή. Δεν είναι πολύ γνωστή αλλά την έχουμε δει σε καλές ταινίες όπως η «Εϊμι» (της συμπατριώτισσάς της Νάντια Τας) και «Ο γάμος του καλύτερού μου φίλου». Δευτεραγωνίστρια κυρίως, απέσπασε μια υποψηφιότητα για το Οσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου («Χίλαρι και Τζάκι») και εφέτος δικαιώθηκε με τη Χρυσή Σφαίρα για τη δουλειά της στη μίνι σειρά «Γραφείο κηδειών Φίσερ».
Κέιτ Μπλάνσετ, 33 χρόνων, Αυστραλή. Ο,τι κομψότερο «παρήγαγε» η Αυστραλία τη δεκαετία του ’90, η Μπλάνσετ μοιράζει τον χρόνο της σε Αμερική και Αυστραλία. Ο ρόλος της βασίλισσας Ελισάβετ στο «Ελίζαμπεθ» παραμένει ο πιο χαρακτηριστικός της αλλά συχνά τη βλέπουμε και σε μικρότερους ρόλους όπως στον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών» και στις ταινίες «Bandits» και «The Shipping News» που δεν έχουν ακόμη προβληθεί εδώ.
Σαμ Νιλ, 55 χρόνων, Νεοζηλανδός (γεννημένος στην Ιρλανδία). Εξαιρετικά γοητευτικός και εργατικός ηθοποιός, που όμως δεν κατόρθωσε να κάνει τη μεγάλη καριέρα, παρ’ ότι έχει παίξει σε μεγάλες ταινίες («Μαθήματα πιάνου», «Ο γητευτής των αλόγων», «Τζουράσικ Παρκ», «Το κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη»). Ιδιαιτέρως δημοφιλής τη δεκαετία του ’80 χάρη στην τηλεοπτική σειρά «Ράιλι, ο άσος των κατασκόπων».
και οι…
Γκάι Πιρς «Λος Αντζελες Εμπιστευτικόν», Χιούγκο Γουίβινγκ «Matrix», Γκρέτα Σκάκι «Ο παίκτης», Πολ Χόγκαν «Ο κροκοδειλάκιας».
