Η διαβολογυναίκα με το αγγελικό πρόσωπο

ΙΖΑΜΠΕΛ ΑΤΖΑΝΙ Η διαβολογυναίκα με το αγγελικό πρόσωπο ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Οι εγχώριες κινηματογραφικές αίθουσες προβάλλουν ήδη τις «Διαβολογυναίκες», το πολυσυζητημένο ριμέικ της ταινίας του Ανρί-Ζορζ Κλουζό. Το εθνικό σύμβολο του γαλλικού κινηματογράφου επιστρέφει (δίπλα στην «ακαταμάχητη» Σάρον Στόουν) φέρνοντας στο προσκήνιο μια πολυτάραχη καριέρα και ζωή Ισως ήταν απλώς η εμμονή του γαλλικού κινηματογράφου

Η διαβολογυναίκα με το αγγελικό πρόσωπο

Οι εγχώριες κινηματογραφικές αίθουσες προβάλλουν ήδη τις «Διαβολογυναίκες», το πολυσυζητημένο ριμέικ της ταινίας του Ανρί-Ζορζ Κλουζό. Το εθνικό σύμβολο του γαλλικού κινηματογράφου επιστρέφει (δίπλα στην «ακαταμάχητη» Σάρον Στόουν) φέρνοντας στο προσκήνιο μια πολυτάραχη καριέρα και ζωή


Ισως ήταν απλώς η εμμονή του γαλλικού κινηματογράφου με τις αναιμικές boudeuses (σ.σ.: «μουτρωμένες») που την καθιέρωσε ως ένα από τα πιο εύθραυστα πρόσωπα της μεγάλης οθόνης. Μούσα του Τρυφό, αγαπημένο «κακό» παιδί των Ρομάν Πολάνσκι, Βέρνερ Χέρτσοκ και Πατρίς Σερό, ερωμένη του Ντάνιελ Ντέι Λιούις αλλά και διαχρονικό «φλερτ» του θείου Οσκαρ, μητέρα δύο παιδιών, επαναστάτρια, προκλητική, δύστροπη («difficile» είναι ο χαρακτηρισμός που της αποδίδει εδώ και χρόνια ο γαλλικός Τύπος, παρ’ ότι δηλώνει αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της), η αισίως 40χρονη «διαβολογυναίκα», κατά κόσμον Ιζαμπέλ Ατζανί επανέρχεται και διεκδικεί. Αυτή τη φορά στο ριμέικ του διάσημου φιλμ του Ανρί-Ζορζ Κλουζό, δίπλα στη μεταμοντέρνα ­ πλην όμως ταλαντούχα ­ μπάρμπι του Χόλιγουντ Σάρον Στόουν, σε ένα παιχνίδι καλοστημένων αντιθέσεων ή ­ για αρκετούς ­ αθέμιτων κοκτέιλ ίματζ, υποκριτικής και εν γένει «σχολών».


Και όμως η αιώνια «ενζενύ» των σκανδαλοθηρικών εντύπων δεν είναι τόσο Γαλλίδα όσο θα περίμενε κανείς. Γεννημένη στη Βαυαρία από γερμανίδα μητέρα και τούρκο – αλγερινό πατέρα έκανε τα πρώτα της βήματα εντρυφώντας στη γερμανική και δίνοντας πλούσια «τροφή» για τους μετέπειτα επικριτές της ­ ειδικότερα η καταγωγή του πατέρα της έχει ερεθίσει επανειλημμένως τους οπαδούς του Λεπέν. Στα πρώτα σχολικά χρόνια της η οικογένεια μεταφέρθηκε στο Παρίσι, το ιδανικό ίσως φόντο για τη χλωμή επιδερμίδα της. Αρκετά νωρίς βρέθηκε στους κόλπους της Comedie Francaise κερδίζοντας τον τίτλο του πιο ελπιδοφόρου νέου ταλέντου της γενιάς της.



Σε ηλικία 14 ετών έκανε το πρώτο της πέρασμα από τη μεγάλη οθόνη συμμετέχοντας το 1969 στην ταινία «Le Petit Bougnat». Η τελική όμως παράδοσή της στην εβδόμη τέχνη ­ και για αρκετούς η καλλιτεχνική καταδίκη της ­ ήταν όταν πέντε χρόνια αργότερα «έσπασε» το συμβόλαιό της με το Εθνικό Θέατρο της Γαλλίας. Στην επόμενη ακριβώς γωνία την περίμενε ο σκηνοθέτης που αγαπούσε τις γυναίκες. Το 1975 κέρδισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Η ιστορία της Αντέλ Ουγκό» και ο Φρανσουά Τρυφό έτριβε τα χέρια του για τη νέα μετεγγραφή της nouvelle vague. Οι κριτικοί την συγκρίνουν με τη Ζαν Μορό και η πρώτη υποψηφιότητα για Οσκαρ δεν αργεί να έλθει. Η καριέρα της έχει πλέον απογειωθεί ­ αν και άγνωστο ακόμη προς ποια ακριβώς κατεύθυνση ­ και μαζί της μια πολυτάραχη προσωπική ζωή.


Ο Ρομάν Πολάνσκι θα είναι ο αμέσως επόμενος κινηματογραφικός μέντορας, στον «Ενοικο» του 1976. Το αμερικανικό ντεμπούτο της θα γίνει δύο χρόνια αργότερα με τον «Οδηγό» του Γουόλτερ Χιλ, ένα υπαρξιακό φιλμ νουάρ με πρωταγωνιστή τον Ράιαν Ο’ Νιλ χωρίς όμως ιδιαίτερες αξιώσεις. Ακολουθεί ο Βέρνερ Χέρτσοκ, ο οποίος της εμπιστεύεται έναν απόλυτα «αναιμικό» ρόλο δίπλα στον Κλάους Κίνσκι στην ταινία «Νοσφεράτου». Το 1979 ενσαρκώνει μια εύθραυστη Εμιλι στις «Αδελφές Μπροντέ», έναν ρόλο που ο Τύπος έκρινε ότι «της ταίριαζε γάντι» αλλά η καταξίωση έρχεται το 1981 στο «Κουαρτέτο» του Τζέιμς Αϊβορι που της εξασφαλίζει και το παρθενικό βραβείο στις Κάννες.


Η δεκαετία του ’80 ήταν αυτή που ανέδειξε μαζί με μερικούς από τους σημαντικότερους ρόλους της ­ η «Καμίλ Κλοντέλ» (1988) θα της χαρίσει τη δεύτερη υποψηφιότητα για Οσκαρ ­ και το άλλο, το «ζοφερό» της πρόσωπο που θα της εξασφαλίσει μόνιμες στήλες στα διεθνή ταμπλόιντ. Το 1986 συμμετέχει σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Αλγερία, την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ένα κάκιστο (κατά γενική ομολογία) ποπ άλμπουμ συνοδευόμενο από ένα αναλόγου ποιότητος βίντεο («Blue Marine») ενώ στην απονομή των Σεζάρ (ξανά για την «Κλοντέλ») διαβάζει αποσπάσματα από τους «Σατανικούς Στίχους» του Σάλμαν Ράσντι. Την εποχή αυτή θα λάβει χώρα και το παραδοξότερο όλων: κάνοντας τυχαία βόλτα σε έναν δρόμο των Παρισίων βρίσκεται έξω από ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών να παρακολουθεί ένα δελτίο ειδήσεων και πληροφορείται μεταξύ άλλων ότι πάσχει από AIDS. Τις επόμενες ημέρες η Γαλλία του Μιτεράν προσπαθεί επί ματαίω να συνέλθει από το σοκ. Μόνο όταν η ίδια η Ατζανί διέψευσε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες τη σικέ «είδηση» (φημολογήθηκε ότι επρόκειτο για δάκτυλο των ακροδεξιών του Λεπέν) μπόρεσε η χώρα να αναπνεύσει με ανακούφιση.


Οι φήμες θα συνεχίσουν να την ακολουθούν αλλά και εκείνη δεν θα πάψει να προκαλεί με τις πλείστες ερωτικές ατασθαλίες της. Η σχέση της με τον Μπρούνο Νιούτεν, σκηνοθέτη της «Κλοντέλ» (με τον οποίο αποκτά και έναν γιο, 16 χρόνων σήμερα) αλλά και το ειδύλλιό της με τον περιβόητο καρδιοκατακτητή του Χόλιγουντ Γουόρεν Μπίτι (συμπρωταγωνιστή της στο «Ishtar», 1986) θα είναι μόνο μερικές από αυτές.


Από το 1991 ως το 1993 αποφασίζει να κάνει ένα μικρό διάλειμμα στην καριέρα της γιατί δηλώνει «ερωτευμένη». Η επάνοδός της με το «Toxic Affair» της εντελώς άγνωστης Φιλομέν Εσποζίτο θα σημάνει έναν μικρό σταθμό στην κινηματογραφική πορεία της ­ είναι η πρώτη ίσως φορά όπου πρωταγωνιστεί σε κωμωδία, αποποιούμενη συνειδητά τον ρόλο της ευάλωτης μοιραίας γυναίκας. Στο μεταξύ οι ανά τον κόσμο κουτσομπόληδες απλώς χαλαρώνουν και απολαμβάνουν. Το πολύκροτο ειδύλλιό της με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, το έτερο «μαύρο πρόβατο» της κινηματογραφικής βιομηχανίας, τους προμηθεύει στερεά τροφή για χρόνια ολόκληρα.


Για καλή της τύχη η «Βασίλισσα Μαργκό» του Πατρίς Σερό (βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Αλέξανδρου Δουμά) θα έλθει σε λίγο (1994) να υπενθυμίσει την υποκριτική δεινότητά της. Η ίδια σπανίως αναφέρεται στην αληθινή σχέση της με τον κινηματογράφο: «Δεν το σκέφτομαι σχεδόν καθόλου», θα πει σε συνέντευξή τηςΩ δήλωση – ιεροσυλία για μια γαλλίδα σταρ που σέβεται τον εαυτό της. «Απλώς πηγαίνουμε το πρωί για το γύρισμα, κάνουμε καμιά πρόβα όταν χρειάζεται και παίζουμε τον ρόλο μας».


Τα πρώτα γενέθλια του μικρού Γκάμπριελ, καρπού του εξάχρονου πλέον έρωτά της με τον Λιούις έδωσαν την περασμένη άνοιξη νέο υλικό προς άπαντα τα σκανδαλοθηρικά έντυπα. Τα πρώτα σύννεφα βρίσκονται ήδη στον ορίζοντα και ο «άνδρας των ονείρων» της διάσημης ηθοποιού φέρεται να συνάπτει δεσμό με την Αμερικανίδα Τζούλια Ρόμπερτς. Ο ξένος Τύπος επιδίδεται σε απανωτά ψυχογραφήματα γονέων και τέκνου. «Ο πατέρας του δεν θα είναι παρών όταν θα ανοίγει τα δώρα του, όταν θα σβήσει το μοναδικό κεράκι στην τούρτα του σε λίγες μέρες», γράφουν οι «Sunday Times». Το γαλλικό περιοδικό «Hello» υποστηρίζει ότι τα προβλήματα παρουσιάστηκαν όταν ο βραβευμένος με Οσκαρ Ντάνιελ Ντέι Λιούις απαίτησε την ανατροφή του υιού του στα ιρλανδικά εδάφη. Η Ατζανί είχε τις αντιρρήσεις της και η ρήξη ήταν αναπόφευκτη. Για πρώτη φορά, σε ηλικία πλέον 40 χρόνων εγκαταλείπει το διαμέρισμά της στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα και μετακομίζει στην Αμερική προκειμένου να γλιτώσει από το παρελθόν αλλά και από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των παπαράτσι.


Οι ψυχαναλυτές των «μίντια» αποδίδουν το άδοξο τέλος του έρωτα στον ασταθή χαρακτήρα του Λιούις αλλά και στην ανασφάλεια της ίδιας της Ατζανί. Καινούργια δημοσιεύματα μιλούν για τον δεσποτικό πατέρα της που φρόντιζε να της υπενθυμίζει «πόσο άσχημη είναι» και ότι «κανείς δεν πρόκειται ποτέ να την αγαπήσει». Πάντως η αέρινη «ενζενύ» ­ το πρόσωπό της μοιάζει να μη χάνει ποτέ την παιδικότητά του ­ της γαλλικής κουλτούρας δεν το βάζει ούτε και τώρα κάτω. Οι «Διαβολογυναίκες» βρίσκονται καθ’ οδόν και η πρόταση του Τζερεμάια Τσέτσικ να υποδυθεί τη Μία την φέρνει για μία ακόμη φορά στο προσκήνιο αλλά όχι και στις Κάννες ­ κάποιες δυσκολίες με τα δικαιώματα της ταινίας αλλά και παρασκηνιακά καβγαδάκια με την εξίσου difficile Σάρον Στόουν. Ο ξένος Τύπος εμφανίζεται επιφυλακτικός ­ οι συγκρίσεις με το παλαιό καστ είναι αναπόφευκτες. Πάντως η ώριμη πια bouseuse είναι σαφώς και πιο ριψοκίνδυνη ­ ίσως επειδή έχει μάθει λίγο να χαμογελά. Εχει πει…


Για τον ηθοποιό


Πιστεύω ότι ο ηθοποιός που δεν συνδιαλέγεται με τον εαυτό του δεν βρίσκεται σε επαφή ούτε με τη δουλειά του ούτε με την ίδια τη ζωή. Για μένα είναι σημαντικό να εξερευνώ αυτό που κάνω. Και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη σχέση με τους άλλους, μέσα από ένα είδος ψυχοθεραπείας, μέσα από συνεχείς προσπάθειες ενδοσκόπησης. Πιστεύω ότι ο ηθοποιός πρέπει να ζητάει τη συνδρομή των ειδικών αλλά και των βιβλίων. Στη Γαλλία αυτό εξακολουθεί να παραμένει ταμπού, στην Αμερική το έχουν ξεπεράσει. Γι’ αυτό και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι σε θέση να γυρίζουν ταινίες «μνήμης» χωρίς να φοβούνται να βγάλουν στο φως ούτε τις σκιές τους ούτε το καλό και το κακό που ενυπάρχει στον καθένα.


Για τον έρωτα


Είναι ο μεγάλος μου ρόλος, η αποστολή μου. Θέλει πολύ κόπο η δουλειά του έρωτα. Κλέβοντας χρόνο για να γυρίσεις μια ταινία είναι μεγάλο ρίσκο, γιατί συνέχεια αμφιβάλλεις και αναρωτιέσαι αν αυτός θα είναι ακόμη εκεί να σε περιμένει όταν γυρίσεις.


Για τη ζωή


Δόξα σοι ο Θεός, η ζωή είναι πάντα πιο δυνατή από όλα και όταν την έχω ανάγκη έρχεται και με οδηγεί στον κινηματογράφο.


Για το παρελθόν


Δεν μου αρέσει να μιλώ για τα περασμένα. Εχω την αίσθηση ότι όσο πιο κοντά ­ χρονικά ­ είσαι στα πράγματα τόσο πιο ασφαλείς αποστάσεις μπορείς να τηρείς απέναντί τους. Για μένα ο χρόνος είναι μια άκρως μυστηριώδης έννοια.


Για την απελπισία


Ας δεχθούμε ότι είμαι μια αοιδός της απελπισίας. Προσωρινή όμως… Δεν μου αρέσει να μυξοκλαίω, προσπαθώ κάθε φορά να βλέπω την αστεία πλευρά των πραγμάτων. Ισως γι’ αυτό είχα μεν μια ιδιαίτερη αδυναμία στην Ιφιγένεια ή στην Ιουλιέτα αλλά πάντα υπεράσπιζα και τις ηρωίδες που δεν κατέληξαν εξιλαστήρια θύματα της Ιστορίας.


Για τη μητρότητα


Το βρίσκω πλέον ανούσιο να μιλώ για τον εαυτό του. Μπορώ να πω όσες κοινοτοπίες θέλετε αλλά δεν έχω στην πραγματικότητα γνώμη για τη ζωή μου, για τη δουλειά μου, για τίποτε. Είμαι απλώς ευτυχισμένη. Ολα έχουν αποκτήσει νόημα για μένα…


Για τους ρόλους


Προτιμώ γενικά τους συναισθηματικούς από τους εγκεφαλικούς χαρακτήρες. Ισως γι’ αυτό από όλους τους ρόλους μου ξεχωρίζω αυτόν στο «Φονικό καλοκαίρι» του Ζαν Μπεκέ (1983). Η «Βασίλισσα Μαργκό» είναι περισσότερο εγκεφαλική, προς το τέλος όμως γίνεται και αυτή ανθρώπινη.


Για τις «Διαβολογυναίκες»


Την εποχή όπου γυριζόταν η ταινία βρισκόμουν σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο της ζωής μου (σ.σ.: μόλις έχει διακοπεί η σχέση της με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις). Η Σάρον (Στόουν) έβγαινε συμπτωματικά από μια παρόμοια κατάσταση και έτσι βρεθήκαμε δύο γυναίκες να προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια τους μέσα από μια ταινία.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version