” Η δεσποινίς Καλογεροπούλου έχει ταλέντο… “

απουσίες " Η δεσποινίς Καλογεροπούλου έχει ταλέντο... " Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας ο μύθος της παραμένει αναλλοίωτος. Ευκαιρία για μια σύντομη αναδρομή στα πρώτα, ελληνικά βήματα της ντίβας που άλλαξε την ίδια τη θεώρηση της τέχνης της όπερας. Από τη σκληρή δουλειά στην επιτυχία και από την εγχώρια απόρριψη στον διεθνή θρίαμβο Ποια είναι άραγε η μεγαλύτερη επιβράβευση για

” Η δεσποινίς Καλογεροπούλου έχει ταλέντο… “

Ποια είναι άραγε η μεγαλύτερη επιβράβευση για κάθε σημερινή λυρική τραγουδίστρια; Αναμφίβολα ο χαρακτηρισμός μιας ερμηνείας της ως της «καλύτερης από την εποχή της Κάλλας». Και πραγματικά. Ανυψώνοντας το δράμα στο επίπεδο της μουσικής – κατακτώντας δηλαδή την ολοκληρωμένη υποκριτική πράξη, όνειρο χιμαιρικό για τους συγχρόνους συναδέλφους της – η κορυφαία πριμαντόνα του 20ού αιώνα κατάφερε να αλλάξει την ίδια τη λυρική αντίληψη της εποχής της ανοίγοντας νέους ερμηνευτικούς δρόμους και αποτελώντας έκτοτε διαρκές σημείο αναφοράς.


Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται αύριο από τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας και στο διάστημα αυτό οι λαμπρές ηχογραφήσεις της αποτελούν αδιάψευστο «πειστήριο» της μοναδικής τέχνης της. Σε μια προσπάθεια προσέγγισης του μύθου της ωστόσο, συζητήσεις επί συζητήσεων, αμφισβητήσεις, αναρίθμητα άρθρα και δημοσιεύματα, αναλύσεις, εκθέσεις, δημοπρασίες προσωπικών της αντικειμένων, πάμπολλες βιογραφίες, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες εξακολουθούν να αναζητούν την «ισορροπία» ανάμεσα στο παραμύθι και στην τραγωδία της προσωπικής της ζωής.


Μπορεί η Κάλλας να «στοίχειωσε» τις σκηνές της περίφημης Μητροπολιτικής Οπερας της Νέας Υόρκης, του Κόβεν Γκάρντεν και πάνω από όλα της Σκάλας, όπου η παρουσία της «σφράγισε» κάποια από τα σπουδαιότερα αισθητικά ντοκουμέντα του 20ού αιώνα, η καριέρα της εν τούτοις άρχισε εδώ, στη Λυρική Σκηνή της Αθήνας. Ερμηνεύοντας ρόλους με τους οποίους κατά κανόνα «αναμετρήθηκε» ελάχιστα ή καθόλου στη διάρκεια της μετέπειτα λαμπρής διεθνούς σταδιοδρομίας της, η νεαρή Μαρία Καλογεροπούλου πήρε την πρώτη γεύση της επιτυχίας για να αποτελέσει κάποια στιγμή τρανή επιβεβαίωση του περίφημου «ουδείς προφήτης στον τόπο του» ή αλλιώς το «συμβολικό θύμα της πανίσχυρης ελληνικής μετριοκρατίας» όπως έγραψε κάποτε ο Γιάννης Τσαρούχης.


Γεννημένη στις 2 ή κατά άλλους στις 4 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη, η Μαρία Καλογεροπούλου (Μαρία, Σοφία, Αννα, Καικιλία επί το ακριβέστερον) ήρθε με τη μητέρα της στην Αθήνα το 1937 και την ίδια χρονιά, έχοντας εντυπωσιάσει τη Μαρία Τριβέλλα, καθηγήτρια του Εθνικού Ωδείου, άρχισε μαζί της μαθήματα τραγουδιού. Δύο χρόνια αργότερα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στη σκηνή ερμηνεύοντας τη Σαντούτσα, από την όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα». Δεν επρόκειτο ωστόσο για επαγγελματική παράσταση αλλά για ένα ανέβασμα-επίδειξη των μαθητών του Ωδείου.


Εκείνη την εποχή η νεαρή Μαρία Καλογεροπούλου συναντά την Ελβίρα Ντε Ιντάλγκο, διάσημη ισπανίδα υψίφωνο της εποχής του Μεσοπολέμου, και γίνεται μαθήτριά της στο Ωδείο Αθηνών. Για τη σχέση των δυο τους έχουν κατά καιρούς γραφεί ουκ ολίγα. Η Ντε Ιντάλγκο υπήρξε ο πρώτος πραγματικός πυγμαλίωνας της Μαρίας δίνοντας στο «ασχημόπαπο» μια πρώτη εικόνα του γοητευτικού «κύκνου» στον οποίο αργότερα θα μεταμορφωνόταν. Κατά κοινή ομολογία, η μεγαλύτερη προσφορά της δασκάλας στην πολλά υποσχόμενη μαθήτριά της ήταν ότι της δίδαξε το πλούσιο ρεπερτόριο των τραγικών, ρομαντικών ηρωίδων που παρέμεναν ξεχασμένες από την εποχή της Πάστα και της Γκρίζι. Κοντά της η νεαρή κοπέλα «πρωτογνώρισε» τη Νόρμα, την Ελβίρα, την Τζιοκόντα, την Αμίνα, ρόλους στους οποίους έμελλε να θριαμβεύσει επανασυστήνοντάς τους με τρόπο μοναδικό στο κοινό.


Ως μαθήτρια της Ντε Ιντάλγκο λοιπόν, η Μαρία Καλογεροπούλου ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην όπερα του Πουτσίνι «Αδελφή Αγγελική» που παρουσιάστηκε από τους μαθητές του Ωδείου Αθηνών τον Ιούνιο του 1940. Την επόμενη χρονιά και ενώ η Ελλάδα είχε ήδη εμπλακεί στην «περιπέτεια» του πολέμου, η 17χρονη τότε κοπέλα με τη βοήθεια της δασκάλας της προσλαμβάνεται στην Εθνική Λυρική Σκηνή η οποία τότε αποτελούσε ενιαίο φορέα με το Εθνικό Θέατρο.


Το 1941 λοιπόν η Μαρία Καλογεροπούλου κάνει το επαγγελματικό της ντεμπούτο με τον ρόλο τής Μπεατρίτσε στην πανελλήνια πρεμιέρα της τρίπρακτης οπερέτας του Σουπέ «Βοκκάκιος». Στη χειμερινή παράσταση του έργου που παίχτηκε στο «Παλλάς», τον ρόλο του πρίγκιπα Πέτρου ερμήνευσε ο Δημήτρης Χορν, νεαρός τότε ηθοποιός. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος αναφερόταν στην εμπειρία του αυτή δίνοντας παράλληλα τη δική του διάσταση στην πολυσυζητημένη ιδιοτυπία της φωνής της θρυλικής ερμηνεύτριας. «Θυμάμαι σε μια απογευματινή, πετάχτηκα έξω από το καμαρίνι ακούγοντας μια φωνή να σπάζει τα τζάμια. “Είναι μια καινούργια. Την έφερε ο Μπαστιάς” μου είπαν».


Η ουσιαστική ωστόσο καριέρα της Κάλλας στην Αθήνα άρχισε το 1942, όταν ερμήνευσε την Τόσκα στην ομώνυμη όπερα του Πουτσίνι, έναν από τους μετέπειτα «μαγικούς» ρόλους της. Η μεγάλη επιτυχία που σημείωσε την οδήγησε σε μια σειρά εμφανίσεών της στον ίδιο ρόλο την επόμενη ακριβώς χρονιά. Το 1944 εξάλλου σηματοδοτεί μια σειρά ακόμη εμφανίσεις της νεαρής ερμηνεύτριας. Πρώτη από αυτές στη δίπρακτη όπερα του Ευγένιου Ντ’ Αλμπέρ «Κάμπος» («Tiefland»), όπου ερμήνευσε τον ρόλο της Μάρθας, καταπιεσμένης ερωμένης ενός πλούσιου γαιοκτήμονα. Κάποια στιγμή ερωτεύεται έναν βοσκό και στο τέλος του έργου φεύγει μαζί του στα βουνά. Η παράσταση ανέβηκε τον Απρίλιο του 1944 και θεωρείται από κάποιους η σημαντικότερη της ελληνικής της σταδιοδρομίας. «Η παρουσία της δίδος Καλογεροπούλου στο έργο έκανε αίσθηση. Υπήρξε μια Μάρθα γήινη. Αυτό που άλλοι τραγουδιστές πρέπει να μάθουν, εκείνη το κατέχει από φυσικού της: το δραματικό ένστικτο, η ένταση του παιξίματος, η ελευθερία της ερμηνείας ακόμα και στις στιγμές ηρεμίας, ξέρουν να αναδεικνύουν όλες τις όψεις μιας νεανικής φωνής και μιας άφθαστης μουσικότητας» αναφέρει ξένη κριτική της εποχής όπως αυτή αναδημοσιεύεται στο βιβλίο του σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαΐδη «Μαρία Κάλλας, οι μεταμορφώσεις μιας τέχνης». «Η Μαρία Καλογεροπούλου, η πιο σπουδαία και αγαπητή λυρική τραγουδίστρια της Ελλάδας» υποστηρίζει άλλη κριτική εξ αφορμής της ίδιας εμφάνισης της καλλιτέχνιδας.


Την ίδια χρονιά η Μαρία ερμηνεύει – επαγγελματικά αυτήν τη φορά – τη Σαντούτσα στην «Καβαλερία Ρουστικάνα», η οποία ωστόσο μάλλον δεν γνώρισε την ίδια επιτυχία. Το καλοκαίρι του 1944 ωστόσο τραγούδησε τον ρόλο της Σμαράγδας στην όπερα του Μανώλη Καλομοίρη «Ο Πρωτομάστορας» σε μια παραγωγή την οποία διηύθυνε ο ίδιος ο συνθέτης. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ερμήνευσε τη μοναδική Λεωνόρα της καριέρας της στην πανελλήνια πρεμιέρα της όπερας του Μπετόβεν «Φιντέλιο». Μπροστά στη διαφαινόμενη προοπτική λήξης του πολέμου, η Μαρία θριάμβευσε ενώπιον χιλιάδων θεατών τραγουδώντας την οριστική νίκη της αγάπης ενάντια στον τρόμο, στην τυραννία και στον επαπειλούμενο θάνατο.


Παράλληλα με τις παραστάσεις της Λυρικής, η καλλιτέχνις εμφανίζεται με μεγάλη επιτυχία σε συναυλίες. Μια σειρά λόγοι ωστόσο – για τους οποίους έχουν κατά καιρούς αναφερθεί διάφορα εστιάζοντας κυρίως στη ζηλοφθονία των τότε συναδέλφων της – την ωθούν να αναζητήσει μια νέα αρχή στο εξωτερικό. Υστερα από ένα ρεσιτάλ στο «Ρεξ» και κάποιες εμφανίσεις στο έργο του Μιλέκερ «Ο ζητιάνος φοιτητής», όπου ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Λάουρας σημειώνοντας άλλη μια επιτυχία, η Μαρία Καλογεροπούλου φεύγει τον Σεπτέμβριο του 1945 για τη γενέτειρά της, τη Νέα Υόρκη. Η ελληνική της καριέρα έχει οριστικά ολοκληρωθεί. Λίγο αργότερα, μία μία οι διεθνείς σκηνές θα αρχίσουν να «υποκλίνονται» στο μεγαλείο της τέχνης της.


«Μαρία Κάλλας» ονομάζεται σήμερα η αίθουσα του θεάτρου «Ολύμπια», κεντρικής σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Και αν ύστερα από όλα αυτά κάτι τέτοιο προκαλεί ποικίλα συναισθήματα, ίσως δεν είναι τίποτε άλλο από μία ακόμη επιβεβαίωση της άποψης που θέλει τη ζωή να εξελίσσεται κάνοντας κύκλους…


25 χρόνια μνήμης


Στην κορυφαία ντίβα του 20ού αιώνα είναι αφιερωμένο το Γκαλά Οπερας που θα πραγματοποιηθεί αύριο Δευτέρα – ανήμερα την 25η επέτειο του θανάτου της – στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (21.00). Στην εκδήλωση αναμένεται να παρευρεθούν καλλιτέχνες όπως η Αγνή Μπάλτσα, η Αρντα Μαντικιάν, ο Νίκος Ζαχαρίου και η Κική Μορφονιού, ενώ θα προλογίσει ο Χρήστος Λαμπράκης, πρόεδρος του Διεθνούς Ιδρύματος «Μαρία Κάλλας».


Η διακεκριμένη στο εξωτερικό υψίφωνος Δήμητρα Θεοδοσίου θα ερμηνεύσει άριες από όπερες των Βέρντι, Πουτσίνι, Μπελίνι και Ντονιτσέτι. Συμπράττει η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τον Νίκο Αθηναίο.


Δύο ώρες ενωρίτερα (στις 19.00) και στο πλαίσιο του αφιερώματος στην Κάλλας ο υπουργός Μακεδονίας – Θράκης κ. Γιώργος Πασχαλίδης θα εγκαινιάσει έκθεση φωτογραφίας υπό τον τίτλο «Maria Callas – La Divina», η οποία θα φιλοξενηθεί στο φουαγέ του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Η έκθεση περιλαμβάνει περισσότερες από 350 σπάνιες φωτογραφίες της θρυλικής ερμηνεύτριας, οι οποίες προέρχονται από την ιδιωτική συλλογή του Κάρλο Τάντσι, ο οποίος εδώ και μισό αιώνα συλλέγει οτιδήποτε αφορά την Κάλλας. Η έκθεση θα παραμείνει σε λειτουργία ως τις 10 Οκτωβρίου.


Αύριο το βράδυ εξάλλου το Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Αθηνών διοργανώνει το ετήσιο αφιέρωμα στην Κάλλας που θα πραγματοποιηθεί στο Ηρώδειο. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει έργα Μπαχ, Μότσαρτ και Βέρντι. Σολίστ, η υψίφωνος Ειρήνη Τσιρακίδου, η μεσόφωνος Μαρκέλλα Χατζιάνο, ο βραβευμένος στο Διεθνές Grand Prix Maria Callas τενόρος Σεζάρ Γκουτιέρεζ και ο βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος. Τη Συμφωνική Ορχήστρα Βαλκανικών Χωρών – η πρωτοβουλία για τη σύσταση της οποίας ανήκει στο Atheneaum – διευθύνει η Λούλη Ψυχούλη. Στη βραδιά συμμετέχει η Φιλαρμονική Χορωδία της Πράγας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version