Γιώργος Χωραφάς – Ακύλας Καραζήσης

κινηματογράφος Γιώργος Χωραφάς - Ακύλας Καραζήσης «Αντίπαλοι» στα πέτρινα χρόνια Οι πρωταγωνιστές της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Γρηγόρη Καραντινάκη μιλούν για την εμπειρία τους, τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία και τα πολιτικά μηνύματα της εποχής των παιδικών τους χρόνων Ανοιξη του ''68, κάπου στην ελληνική επαρχία. Ο Χαρίτων Ουλιάνοφ, ρωσικής καταγωγής διευθυντής του τοπικού γυμνασίου, προσπαθεί

Γιώργος Χωραφάς – Ακύλας Καραζήσης

«Αντίπαλοι» στα πέτρινα χρόνια





Ανοιξη του ’68, κάπου στην ελληνική επαρχία. Ο Χαρίτων Ουλιάνοφ, ρωσικής καταγωγής διευθυντής του τοπικού γυμνασίου, προσπαθεί με τον δικό του ανορθόδοξο τρόπο να μπολιάσει τα παιδιά με την ελευθερία του πνεύματος. Λάτρης του ωραίου φύλου, έχει τη ματιά του στραμμένη προς την Ελένη, μαθηματικό στο ίδιο σχολείο. Μόνο που την ίδια γυναίκα κοιτάζει με βουλιμία και ο ταγματάρχης Δημητρίου, ένας καλλιεργημένος χουντικός με στόχο την «αναμόρφωση» των συνηθειών των κατοίκων. Ο Χαρίτων προτείνει στην Ελένη να διαβάσει «Αννα Καρένινα». Ο Δημητρίου της προσφέρει την «ασφάλεια» της εξουσίας. H διαμάχη των δύο ανδρών, που δεν περιορίζεται στον ερωτικό τομέα, πλάθει ένα μέρος από το ρεαλιστικό-παραμυθένιο σύμπαν της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Γρηγόρη Καραντινάκη «H χορωδία του Χαρίτωνα». Με κλειδί τις αναμνήσεις του από την εποχή της ταινίας και όπλο τη ματιά ενός παιδιού (Στέφανος Καραντινάκης), ο σκηνοθέτης έφτιαξε μια ρομαντική ταινία νοσταλγίας, για την εποχή της οποίας – και όχι μόνον – μίλησαν στο «Βήμα» από κοινού οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της: ο Γιώργος Χωραφάς (Χαρίτων) και ο Ακύλας Καραζήσης (Δημητρίου). Απούσα από τη συνάντηση η θαυμάσια Ελένη (Μαρία Ναυπλιώτου). Οχι όμως και από την κουβέντα μας…




– Στη «Χορωδία του Χαρίτωνα» ο τρόπος δραματουργίας δεν είναι συγκεκριμένος. Ο χρόνος όμως είναι. Σε τι, κατά τη γνώμη σας, εξυπηρετεί το χρονικό πλαίσιο της δικτατορίας, στο οποίο η ιστορία τοποθετείται;


Γιώργος Χωραφάς: «H ταινία δεν θέλει να κάνει κήρυγμα. Δεν είναι διατριβή για την πολιτική εκείνης της εποχής. Θέλει να δείξει μια στάση ζωής σε αντίθεση με μιαν άλλη στάση ζωής. H απόλυτη ελευθερία, ή ακόμη και το χάος της ελευθερίας από τη μία και το πνίξιμο που προκαλεί η απόλυτη τάξη από την άλλη».


Ακύλας Καραζήσης: «Το μαύρο/άσπρο των δύο ηρώων της ταινίας θα μπορούσε να υπάρξει μόνον σε μια περίοδο αυταρχικής διακυβέρνησης. Σήμερα ούτε ο δάσκαλος θα ερχόταν σε τόση αντίθεση με το περιβάλλον ούτε ο ταγματάρχης θα μπορούσε να έχει την εξουσία ώστε να κάνει αυτά που έκανε στη χούντα. Συμβαίνει όμως και κάτι ακόμη με την εποχή της ταινίας. Στην Ελλάδα, μετά το 1975 έχουμε την αίσθηση ότι ζούμε σε μια μη ιστορική περίοδο, μια μη μυθική περίοδο. Ο,τι βρίσκεται πριν από το ’75 είναι το μυθικό, το ιστορικό. Νομίζω ότι στη συνείδηση του Ελληνα η τελευταία ιστορική περίοδος της Ελλάδας είναι η χούντα. Πριν ήταν ο Εμφύλιος. Υπερηφανεύομαι που έζησα την παιδική ηλικία μου στη χούντα, νιώθω ότι έζησα Ιστορία».


– Δεν είναι παράξενο που για να κάνουμε αναφορές στο παρελθόν ανατρέχουμε πάντα σε μελανά σημεία της Ιστορίας όπως η χούντα;


Γ.X.: «Γιατί η Ιστορία είναι ιστορία των συγκρούσεων. Στις συγκρούσεις υπάρχουν τα μελανά σημεία αλλά και οι ευκαιρίες που μας δίδονται για μια ηρωική στάση. Είτε ως άτομα είτε ως ομάδες. Διότι πρέπει να πάρεις μια θέση που μπορεί να κοστίσει και τη ζωή σου».


A.K.: «Το μελανό το λέμε εκ των υστέρων και σε σχέση με την πρόοδο μιας χώρας. Από την άλλη όμως επί χούντας η απαγόρευση έφερε και μια άνθηση στα Γράμματα. Γεγονός που συναντάμε και στον Εμφύλιο. Είναι ντεπό παραγωγής μεγάλου καλλιτεχνικού έργου».


– Ο τόπος της ταινίας, παρ’ ότι ακαθόριστος, έχει κατά τη γνώμη σας ελληνικό χρώμα; Εχει γεύση από Ελλάδα;H θα μπορούσε να είναι ένας μη τόπος;


Γ.X.: «Μου φαίνεται ότι ο Καραντινάκης προσπάθησε να μην κάνει συγκεκριμένες τοπικές αναφορές. Δεν έχει επιδιώξει το φολκλόρ ακόμη και στους ήρωες. Είναι κάπως παραμυθένια η ατμόσφαιρα».


A.K.: «Επίσης είναι και υποκειμενική. Ο χώρος είναι μέσα στα μάτια του παιδιού που βλέπει την ιστορία».


Γ.X.: «Ακόμα και ο παππούς (Βασίλης Κολοβός) που είναι κομμουνιστής, δραματουργικά δεν είναι βαθιά ριζωμένος. Είναι Ελληνας αλλά θα μπορούσε να είναι και κάτι άλλο».


– Θα λέγατε ότι οι ήρωές σας είναι εξωραϊσμένοι;


Γ.X.: «Ναι. Για τις ανάγκες του παραμυθιού. H αντίσταση εκείνη την εποχή γινόταν υπογείως. Κατά κάποιον τρόπο η ταινία εξωτερικεύει τον εσωτερικό κόσμο ανθρώπων που δεν μπόρεσαν ποτέ να μιλήσουν».


– Ας παραμείνουμε στο ρεαλιστικό πλαίσιο. Πώς θα συνοψίζατε τις αναμνήσεις σας από την περίοδο της επταετίας;


A.K.: «Περιέργως την αγαπώ πολύ αυτή την περίοδο. Ημουν δέκα χρόνων όταν έγινε η χούντα και 17 όταν τέλειωσε. H οικογένειά μου ήταν δημοκρατική αλλά όχι αγωνιστική. Δεν μπήκε κανένας στη φυλακή. Μέσα μου αυτή η περίοδος συνοψίζει μια κάτοψη από τις πιο συμπυκνωμένες αισθητικές της Ελλάδας των τελευταίων 60 ετών. Στη μια πλευρά η αισθητική της Δεξιάς και του απόλυτου συντηρητισμού. Στην άλλη πλευρά, η αισθητική της Αριστεράς· γιατί τότε ο αριστερός ήταν KATI! Ηταν πραγματικά ο άνθρωπος που εκπροσωπούσε τα ευγενικά ιδεώδη, τον πραγματικό φιλελευθερισμό μέσα σε μια αυταρχική κοινωνία όπως η ελληνική. Κι αυτό το βλέπαμε στα χρώματα, στους δρόμους, στην ποίηση».


– Αυτά τα λέτε σήμερα κρίνοντας από απόσταση εκείνη την περίοδο ή τα νιώθατε από τότε που ήσασταν αρκετά μικρός;


A.K.: «Θυμάμαι ότι όταν το 1968 έγινε το αντιπραξικόπημα, ο πατέρας μου χάρηκε. Εγώ όμως λυπήθηκα που θα έφευγε ο Παττακός. Δεν ξέρω γιατί. Ημουν 11 χρόνων και είχα μέσα μου αντικρουόμενα αισθήματα. Φυσικά δεν τους χώνευα αλλά από την άλλη, ήταν σαν να έχανα κάτι. Κάτι που είχε, ας πούμε, σχέση με το “Οχι” του Τζέιμς Πάρις που βέβαια ήταν μια άθλια ταινία (γελά και εξηγεί στον Χωραφά τι είναι το “Οχι”)».


Γ.X.: «Εκείνη την εποχή εγώ βρισκόμουν στη Γαλλία όπου είχαν μαζευτεί πολλοί δραστήριοι αντιστασιακοί Ελληνες. Ερχόμουν στην Ελλάδα τα καλοκαίρια. Ο πατέρας έλεγε για τα αίσχη που έβλεπε αλλά δεν είχε οργανωμένη δράση κατά της χούντας. Το 1968 ήμουν 15 χρόνων και δεν χρειάζεται να πούμε τι συνέβαινε εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Τα μυαλά μου είχαν πάρει αέρα. Τα πάντα είχαν διαλυθεί, η μέρα είχε γίνει νύχτα. Ολη αυτή η απόλυτη αμφισβήτηση ήρθε σε πλήρη αντίθεση με την Ελλάδα που βρισκόταν στο απόλυτο άκρο του αυταρχισμού και της καταπίεσης. Οταν λοιπόν ερχόμουν τα καλοκαίρια στην Ελλάδα, έκανα με τους φίλους μου πράγματα που ήταν κάπως απαγορευμένα. Θυμάμαι κοιμόμουν με φίλους στην πλαζ της Λίνδου που απαγορευόταν. Ενα βράδυ ανεβήκαμε από τα τείχη στο κάστρο, που επίσης απαγορευόταν και περάσαμε τη νύχτα πίνοντας και καπνίζοντας. Γελοία πράγματα για σήμερα αλλά όσο να ‘ναι…».


A.K.: «Δεν ήταν καθόλου γελοία για εκείνη την εποχή! Αν τους έπιαναν θα τους πλάκωναν στο ξύλο, θα τους πήγαιναν μέσα για τεντιμποϊσμό, οι γονείς τους θα είχαν συνέπειες, θα τους έβγαζαν στις εφημερίδες. Οπως όταν παίχθηκε το “Woodstock” στη Θεσσαλονίκη. Το είχα δει στο Ολύμπιον. Νιώθαμε ότι κάναμε πράξη αντίστασης. Ανάβαμε κεριά στον Τζίμι Χέντριξ. H αστυνομία απ’ έξω. Ηταν μεγάλο πράγμα. Νιώθαμε ότι στην Ευρώπη και στην Αμερική κάτι γινόταν που εμείς το χάνουμε. Και θα το βρίσκαμε εκεί, μαζί με τους Who. Ηταν μια πράξη αντίστασης!».


– H «Χορωδία του Χαρίτωνα» μιλά επίσης για τον συμβιβασμό, στον ερωτικό τομέα, αλλά και σε άλλους. Εσείς έχετε νιώσει να συμβιβάζεστε;


Γ.X.: «Σε όλους τους τομείς της η ζωή έχει συμβιβασμούς. Κάνουμε συμβιβασμούς για να προστατεύσουμε κάτι που αξιώνουμε παραπάνω. Εκτός αν δεν μπορούμε, οπότε ή θα πρέπει να ξεχάσουμε αυτούς τους συμβιβασμούς γιατί αξιώνουμε περισσότερο αυτό με το οποίο δεν μπορούμε να συμβιβασθούμε ή θα πρέπει να ψάξουμε για γιατρό (γέλια)».


A.K.: «Ο συμβιβασμός για τον καθένα είναι διαφορετικός. Νομίζω ότι πιο εύκολα βλέπεις τον συμβιβασμό στις άλλες βιογραφίες γιατί με τον εαυτό σου τον υπαγορεύει η ανάγκη. Στο ερωτικό τομέα, ας πούμε, θεωρώ ότι δεν έκανα ποτέ συμβιβασμούς γιατί πάντα ήθελα να κυνηγώ το όνειρο μιας γυναίκας. Ομως το πώς με εισπράττει κάποιος άλλος δεν μπορώ να το ξέρω. Εκεί πάντως που αντιπαθώ τα περί συμβιβασμού είναι όταν ακούω να λένε “στα νιάτα σου είσαι αριστερός και αναρχικός και γυναικάς και στα σαράντα σου συμβιβάζεσαι”. Εγώ αυτό δεν το πιστεύω και το βλέπω και στη δουλειά μου».


– Βρεθήκατε ποτέ εκτός εαυτού στη διεκδίκηση μιας γυναίκας;


Γ.X.: «Εδώ δεν θα απαντήσω. Ρίχνω μπαλαντέρ… (γέλια)».


A.K.: «Εγώ έχω. Εκτός ελέγχου βέβαια για τα δικά μου τα μέτρα. Στη φαντασία μου κυρίως. Θέλω να πω έχω σκεφτεί τρόπους για να αποκτήσω μια γυναίκα αλλά δεν τους ακολούθησα…».


– Εφόσον είστε και οι δύο ηθοποιοί που έχετε δουλέψει στο εξωτερικό, θα ήθελα κλείνοντας να κάνετε μια αποτίμηση σύγκρισης των συνθηκών εργασίας στο εξωτερικό σε σχέση με την Ελλάδα.


A.K.: «Νομίζω ότι η αρχή της απάντησης είναι η διπλή ταυτότητα, μια διπλή συνείδηση που αποκτά κανείς έχοντας ζήσει και δουλέψει κάπου αλλού. Εγώ έμεινα 15 χρόνια στη Γερμανία και αν δεν είχα ήδη τη φόρα επτά ετών στο θέατρο, δεν θα γινόμουν ηθοποιός στην Ελλάδα. Στη Γερμανία δούλεψα χωρίς να χρειάζομαι ούτε πιστοποιητικά σπουδών, ούτε ικανοτήτων. Μπήκα με έναν, νομίζω, ευκολότερο τρόπο από αυτόν που θα έμπαινα στην Ελλάδα όπου θα με απέτρεπαν για πολλά πράγματα. Αυτό με σφράγισε γιατί έβλεπα πολύ καλόπιστα το γερμανικό μοντέλο και εξαιρετικά κακόπιστα το ελληνικό. Νομίζω ότι δεν έχω άδικο με τη δυσπιστία μου: στην Κεντρική Ευρώπη, θες επειδή έζησαν τον Μάη του ’68, θες επειδή είναι θέμα παράδοσης, τα πράγματα είναι πολύ πιο φιλελεύθερα ως προς την έκφραση. Στην Ελλάδα είχα, έχω, αλλά ελπίζω να μην έχω στο μέλλον, την εντύπωση ότι είναι μια χώρα χουντική ως προς την έκφραση. Εκεί δεν έχουμε αποβάλει τη χούντα, την αυταρχική Ελλάδα. Το δικαίωμα στην πνευματική και σωματική ελευθερία δεν είναι ακόμη κατοχυρωμένο στην Ελλάδα».


Γ.X.: «H ανεκτικότητα δεν είναι κάτι που είχα σκεφθεί, αλλά ίσως είναι το ίδιο πράγμα που αισθάνομαι. Στην Ελλάδα υπάρχει πάρα πολλή “υπαρξιακή κριτική”. Γενικά μιλώντας αισθάνομαι ότι ο Ελληνας έχει την ανάγκη να κριτικάρει τους άλλους και ακόμη περισσότερο έχει την ανάγκη να έχει δίκιο. Πάντα αναρωτιέμαι αν είναι τόσο σημαντικό να έχω δίκιο. Βλέποντας τα παραθυράκια στην τηλεόραση αισθάνομαι καμιά φορά ότι είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για κάποιον να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Επίσης στην Ελλάδα υπάρχει ένας αγώνας επιβίωσης πολύ οξύς. Τα χρήματα που είναι διαθέσιμα για τον πολιτισμό στις άλλες χώρες είναι περισσότερα, αν και εκεί τα πράγματα είναι δύσκολα».


H ταινία «H χορωδία του Χαρίτωνα» θα προβάλλεται στις αίθουσες από την προσεχή Πέμπτη 10 Νοεμβρίου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version