Δεσποτικό

αρχαιολογία Δεσποτικό Το μαντρί ήταν σπουδαίο ιερό Ευρήματα του 7ου και του 6ου αιώνα π.Χ., κεφαλές κούρων, αλάβαστρα, αγαλματίδια από φαγεντιανή, πήλινα ειδώλια, σφραγιδόλιθοι από ημιπολύτιμες πέτρες, χάλκινες και ελεφαντοστέινες πόρπες συνθέτουν τον θαυμαστό αρχαίο κόσμο μιας «ταπεινής» ακατοίκητης βραχονησίδας Εκεί που σκάει το κύμα σ'' έναν όμορφο ορμίσκο του Δεσποτικού, μιας ακατοίκητης βραχονησίδας

Δεσποτικό

Το μαντρί ήταν σπουδαίο ιερό





Εκεί που σκάει το κύμα σ’ έναν όμορφο ορμίσκο του Δεσποτικού, μιας ακατοίκητης βραχονησίδας αντίκρυ στην Αντίπαρο, αποκαλύφθηκε ένα ιερό των αρχαϊκών χρόνων. Ο κόλπος ονομάζεται Μάντρα και η τοποθεσία θα παρέμενε μόνο ένα… αιγαιοπελαγίτικο όνειρο που όλοι μοιραζόμαστε στην επελθούσα χειμωνιά, αν οι αρχαιολόγοι δεν έφερναν στο φως πολλά ευρήματα του 7ου και του 6ου αιώνα π.Χ. που ήταν θαμμένα στα δάπεδα του ιερού. Δύο κεφαλές κούρων, αρύβαλλοι (μικρές φιάλες μύρου) και αλάβαστρα, αγαλματίδια από φαγεντιανή και πήλινα ειδώλια, σφραγιδόλιθοι από ημιπολύτιμες πέτρες, χάλκινες και ελεφαντοστέινες πόρπες, διακοσμητικά στοιχεία και κοσμήματα από χρυσό, σιδερένια και χάλκινα αντικείμενα, ξίφη, εγχειρίδια και γεωργικά εργαλεία, και πολλά, μα πάρα πολλά αρχιτεκτονικά μέλη από κάποιο άγνωστο ακόμη κτίριο, είναι η «σοδειά» της καλοκαιρινής ανασκαφής σε αυτόν τον μικρό όρμο των Κυκλάδων.


Πρόκειται για τα αποτελέσματα της δεύτερης σωστικής ανασκαφής (η πρώτη ήταν το καλοκαίρι του 2001) που έγινε στη θέση Μάντρα του Δεσποτικού. Εκεί λοιπόν βρίσκεται το ιερό που τα ως σήμερα ευρήματά του δείχνουν ότι θα πρέπει να ήταν ένα σημαντικό λατρευτικό κέντρο, γνωστό στον κόσμο που ζούσε κατά τους αρχαϊκούς χρόνους στα νησιά του Αιγαίου και στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου. Πριν από περίπου έναν χρόνο «Το Βήμα» είχε αναφερθεί με δημοσίευμά του στα πρώτα σημαντικά ευρήματα της αρχαιολογικής έρευνας του 2001. Τώρα, μετά και την εφετινή ανασκαφή, η Μάντρα του Δεσποτικού αποκτά μια θέση στον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων. Δύο κεφαλές κούρων και μέλη από σώματα κούρων που δεν είναι γνωστό αν προέρχονται από τα ίδια γλυπτά δεν είναι μικρή υπόθεση για έναν κολπίσκο, όπως δεν είναι μικρή υπόθεση και το γυναικείο ειδώλιο 40 εκ. ύψους, δαιδαλικής τεχνοτροπίας, που αποκαλύφθηκε πέρυσι και χαρακτηρίζεται μοναδικό. Πολλά αντικείμενα βρέθηκαν συσσωρευμένα στα δωμάτια του κτιριακού συγκροτήματος σαν να είχαν αποθηκευθεί εκεί σε μια μεταγενέστερη χρήση του οικοδομήματος. Ιδιαίτερη όμως σημασία έχουν και τα αμέτρητα αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν, άλλα από αυτά σε σωρούς και άλλα κτισμένα σε μεταγενέστερους τοίχους ή και στις μάντρες της σύγχρονης στάνης. Ας δούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους.


Ο όρμος της Μάντρας θα πήρε το όνομά του από ένα μαντρί που εγκαταστάθηκε με το υποτυπώδες τυροκομείο του στην παραλία. Σιγά σιγά οι γύρω μάντρες κτίστηκαν με τις αρχαίες πέτρες και τα μάρμαρα που ήταν σπαρμένα παντού. Ως εδώ η ιστορία είναι και γραφική και συνηθισμένη για το Αιγαίο. Καλό όμως είναι να θυμόμαστε ότι, από τη μεριά τους, οι αρχαιολόγοι ενδιαφέρθηκαν για το Δεσποτικό από τα τέλη του 19ου αι. Πρώτος ο Χρήστος Τσούντας, από τους πατέρες της προϊστορικής αρχαιολογίας, είχε αποκαλύψει γύρω στα 1880-1890 δύο πρωτοκυκλαδικά νεκροταφεία και λείψανα προϊστορικών οικισμών, ενώ στα μέσα του 20ού αιώνα ο αείμνηστος επίτιμος γενικός έφορος Αρχαιοτήτων Νίκος Ζαφειρόπουλος ερεύνησε 20 πρωτοκυκλαδικούς τάφους, προτού επισκεφθεί τον όρμο της Μάντρας όπου εντόπισε αρχαίο δομικό υλικό «καλής εποχής» σε δεύτερη χρήση, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε τότε. Ενα καλοκαίρι στη δεκαετία του ’80 γερμανοί αρχαιολόγοι και αρχιτέκτονες του Πολυτεχνείου του Μονάχου μελέτησαν τα αρχιτεκτονικά μέλη και υποστήριξαν ότι πρέπει να προέρχονται από κάποιον ναό. Τέλος πριν από πέντε χρόνια ήρθε η σειρά του αρχαιολόγου της Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Κυκλάδων κ. Γιάννου Κουράγιου, υπεύθυνου των ανασκαφών στην Πάρο.


Για έναν νέο αρχαιολόγο που εργάζεται στην Πάρο, ένας ειδυλλιακός όρμος σπαρμένος με αρχαία κατάλοιπα όπως η Μάντρα του Δεσποτικού είναι, όπως και να το κάνουμε, μια ακαταμάχητη πρόκληση. Ξεκίνησε με ξεχορτάριασμα των νεότερων ξερολιθιών και επιφανειακές έρευνες, και όταν πείστηκε προχώρησε στις δύο σωστικές ανασκαφές των τελευταίων καλοκαιριών, με τη βοήθεια του πάντοτε πρόθυμου σε θέματα αιγαιοπελαγίτικου πολιτισμού και ιστορίας υπουργείου Αιγαίου. Ετσι σχηματίστηκε η ομάδα της ανασκαφής από τον κ. Κουράγιο και τους συνεργάτες του καθηγητές Bryan Burns και Σοφία Δετοράτου καθώς και έλληνες και ξένους φοιτητές.


Το κτιριακό συγκρότημα του ιερού χρονολογείται στα τέλη των γεωμετρικών με αρχές αρχαϊκών χρόνων, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως και τη ρωμαϊκή περίοδο. Ως τώρα έχουν βρεθεί πέντε συνεχόμενα παράλληλα δωμάτια κολλημένα σε έναν εξωτερικό τοίχο μήκους 37 μ. που φαίνεται να συνεχίζεται σχηματίζοντας ένα Γ. Σε ένα σημείο το ύψος του τοίχου σώζεται σε 1,70 μ. Εχει ισχυρή θεμελίωση και καλοδουλεμένη τοιχοδομή από άριστης ποιότητας λυχνίτη, το διαφανές κατάλευκο παριανό μάρμαρο που σήμερα πια θεωρείται προστατευόμενο είδος και έχει απαγορευθεί η εξόρυξή του. Σε ένα μεγάλο δωμάτιο διαστάσεων 8 Χ 8 μ. βρέθηκε μεγάλη ποσότητα αρχιτεκτονικών μελών προγενέστερου κτιρίου. Η λατύπη γύρω στον λιθοσωρό δείχνει ότι τα μάρμαρα ξαναδουλεύτηκαν επί τόπου. Μπροστά στην είσοδο τριών συνεχόμενων δωματίων αποκαλύφθηκε σε καλή κατάσταση η θεμελίωση ενός προστώου μήκους 18 μ. με στυλοβάτη, όπου σώζονται τα ίχνη έδρασης τριών κιόνων.


Σε άλλο σημείο, δίπλα στον σπόνδυλο ενός κίονα που ήταν εντοιχισμένος σε έναν ύστερο τοίχο, βρέθηκε πλαγιασμένη η κεφαλή ενός κούρου. Το πρόσωπο σώζεται σε άριστη κατάσταση ως την αρχή του λαιμού, με ευδιάκριτη ακόμη και την υφή της επιδερμίδας, και μόνο η άκρη της μύτης είναι σπασμένη. Πίσω όμως λείπει ένα μέρος των μαλλιών που θα ήταν μακριά και θα συνεχίζονταν κάτω από την ταινία που καταλήγει σε Ηράκλειον Αμμα (κόμβο). Ο νέος αυτός που χρονολογείται περίπου στα 560 π.Χ. τα έχει όλα. Ενα τέλειο νεανικό πρόσωπο στεφανωμένο από μια σειρά χονδρούς βοστρύχους στο επάνω μέρος του μετώπου και το γνωστό αρχαϊκό μειδίαμα στα χείλη. Εχει επίσης όμορφα σκαλισμένα αμυγδαλωτά μάτια και φρύδια, ενώ επάνω από το ένα αφτί διακρίνεται ακόμη ένα ελάχιστο κατάλοιπο του χρώματος που άλλοτε κάλυπτε το γλυπτό. Σε έναν λιθοσωρό, σε άλλο σημείο, βρέθηκε το κεφάλι ενός δεύτερου, λίγο μεταγενέστερου κούρου. Φαίνεται όμως ότι ετούτος είχε χρησιμοποιηθεί σαν οικοδομικό υλικό, γιατί το πρόσωπό του είναι φθαρμένο, ενώ στο πίσω μέρος της κεφαλής τα μαλλιά διατηρούνται θαυμάσια σε κυματοειδείς βοστρύχους που επίσης συγκρατούνται από μια στενή ταινία που δένει σε Ηράκλειον Αμμα.


Οπως είναι φυσικό, γίνονται πολλές υποθέσεις για το τι ήταν στην αρχαιότητα το κτιριακό συγκρότημα του Δεσποτικού, καθώς τόσο τα κινητά ευρήματα από τον τότε γνωστό κόσμο όσο και τα περίπου 500 σπασμένα αρχιτεκτονικά μέλη (γείσα, τρίγλυφα, τμήματα κιονόκρανων κτλ.) μαρτυρούν ότι κοντά στα κτιριακά κατάλοιπα του ιερού θα πρέπει να υπάρχει ένας ναός του οποίου όμως τα θεμέλια δεν έχουν βρεθεί ως τώρα. Η επιγραφή ΑΠΟΛΛΩ σε ένα μικρό τμήμα αττικού αγγείου δείχνει ότι ίσως το ιερό ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα, ενώ, από την άλλη μεριά, οι δέκα οκτώσχημες οστέινες πόρπες που συνέλεξαν οι αρχαιολόγοι υποδηλώνουν πως ίσως υπήρχε λατρεία και γυναικείας θεότητας, όπως συνέβαινε στο ιερό του Δηλίου Απόλλωνος και της Αρτέμιδος της Πάρου. Αλλωστε ο ανασκαφέας βρίσκει πολλές ομοιότητες στο αρχαιολογικό υλικό του Δεσποτικού με εκείνο του ιερού της Πάρου. «Αυτά όμως» υποστηρίζει ο κ. Κουράγιος «είναι υποθέσεις και προς το παρόν το μόνο που μπορούμε να πούμε για τη λατρεία αυτού του χώρου είναι ότι πολλά από τα αναθήματα είναι αντικείμενα εισαγωγής, ροδιακής κυπριακής, ανατολικοϊωνικής αλλά και κορινθιακής και αττικής, ακόμη και θρακικής προέλευσης. Μιλάμε δηλαδή για ένα ιερό με κάποια ακτινοβολία στον γύρω του κόσμο».


Το μυστικό της Πρεπεσίνθου


Το Δεσποτικό, ένα νησάκι με έκταση μόλις 6,5 στρεμμάτων, το ξέρουν μόνο οι παριανοί ψαράδες, οι παραθεριστές της Αντιπάρου, κάποιοι ναυτικοί και ιστιοπλόοι και οι επιμελείς αρχαιολόγοι και ιστορικοί. Αλλοτε η νησίδα κατοικούνταν και ο Στράβων αλλά και ο Πλίνιος την έχουν ταυτίσει με την αρχαία Πρεπέσινθο. Παλιό χαρακτικό δείχνει ότι στον Μεσαίωνα πρέπει να υπήρχε στο Δεσποτικό κάποιο κάστρο, ενώ χάρτες και πορτολάνοι εμφανίζουν κατά την Ενετοκρατία τη νησίδα μαζί με τα δυο άλλα νησάκια του δυτικού άκρου της Αντιπάρου με την ονομασία Sigilo (στα ιταλικά, σφραγίδα). Από τους Βενετσιάνους πέρασε μαζί με την Αντίπαρο στους Οθωμανούς το 1537 και στη συνέχεια έγινε ορμητήριο των πειρατών που λυμαίνονταν το Αιγαίο στους αιώνες που ακολούθησαν. Οταν στον 17ο αιώνα οι λιγοστοί κάτοικοί του αντί να δώσουν άσυλο παρέδωσαν στους Τούρκους έναν διαβόητο γάλλο πειρατή μαζί με τους άνδρες του, υπέστησαν τα αντίποινα των υπόλοιπων πειρατών που έφθασαν μια νύχτα στο νησί και έσφαξαν όλους τους κατοίκους του. Από τότε το Δεσποτικό κατοικείται μόνο από αιγοπρόβατα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version