H νέα πρόταση του «Βήματος» Γυναίκες σε ρόλους ανδρών
«Τζόνι Γκιτάρ»
1. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι, που στόχο είχε την εξουδετέρωση κάθε κομμουνιστικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ, βρισκόταν στο ζενίθ της και η έκφραση άποψης ήταν ανύπαρκτη σε όλους τους τομείς της αμερικανικής κοινωνίας – πόσο μάλλον στον κινηματογράφο. Εκείνη την εποχή, και συγκεκριμένα το 1954, έκανε την εμφάνισή του το «Τζόνι Γκιτάρ», ένα από τα πιο παράξενα, ασυνήθιστα γουέστερν όλων των εποχών, το οποίο ενώ φαινόταν ότι πατά στους πατροπαράδοτους κανόνες του είδους, τελικά απεδείχθη μια ταινία που υπογείως αναφερόταν σε όλη αυτή την έκρυθμη πολιτική κατάσταση.
Γυρισμένη με έντονα χρώματα στο σύστημα Trucolor, η ταινία αναφέρεται στην προσπάθεια της Βιένα (Τζόαν Κρόφορντ), ιδιοκτήτριας σαλούν κάπου στην Αριζόνα, να προστατεύσει τη γη της από τη σαρωτική επέλαση του σιδηροδρόμου. Μεγάλος αντίπαλος της Βιένα όμως δεν είναι παρά μια άλλη γυναίκα, η σεξουαλικά καταπιεσμένη Εμα (Μερσέντες Μακέιμπριτζ), η οποία τη ζηλεύει θανάσιμα και δεν ενδιαφέρεται μόνο για τη γη αλλά και για τον πιστολέρο φίλο της πρώτης (Σκοτ Μπρέιντι). Κάπου εδώ εισέρχεται το τέταρτο πρόσωπο της ιστορίας, το οποίο, παρ’ ότι στολίζει τον τίτλο της ταινίας, τελικά έχει μάλλον συμπληρωματικό ρόλο. Ο Τζόνι Γκιτάρ (Στέρλινγκ Χέιντεν), ένας πλανόδιος με κιθάρα, ενώ ενδιαφέρεται για τη Βιένα προτιμά να μείνει αμέτοχος στη μάχη της. H ταινία κορυφώνεται με την έφοδο της συμμορίας των πληρωμένων δολοφόνων, της οποίας ο αδίστακτος αρχηγός (Γουάρντ Μποντ) είναι ένας καθρέφτης του Μακάρθι. Την ίδια ώρα στο πρόσωπο του Τζόνι αποτυπώνεται η σιωπηλή πλειοψηφία που, ενώ βλέπει την αδικία και την καταπάτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων, αρνείται να εκφράσει αυτό που πραγματικά πιστεύει. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Νίκολας Ρέι δεν ήταν κομμουνιστής. Κατά τη διάρκεια του B’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε ανακριθεί από την OSS και θεωρήθηκε «καθαρός». Ωστόσο ο Ρέι ήταν ένας άνθρωπος με γνώμη, καλλιεργημένος, χωρίς πολλά πολλά με το σύστημα του Χόλιγουντ (αρνήθηκε την πρόταση του Χάουαρντ Χιουζ να αναλάβει τα στούντιο RKO) και αυθεντικός διανοούμενος διότι προερχόταν από το θέατρο. Ολα αυτά τα στοιχεία έπαιξαν προφανώς τον ρόλο τους για το στήσιμο αυτού του τόσο αντισυμβατικού γουέστερν του οποίου η σημαντικότερη καινοτομία είναι ότι δύο γυναίκες κρατούν ρόλους που ως τότε θεωρούνταν κλασικά ανδρικοί. Παρ’ όλα αυτά, το «Τζόνι Γκιτάρ» δεν ήταν το αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς αλλά εκείνο συγκρούσεων διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών σε γυρίσματα που έγιναν κάτω από τρομερή πίεση. Αποφασισμένη να κάνει τη μεγάλη επιστροφή της στον κινηματογράφο, η Τζόαν Κρόφορντ, που έβλεπε το άστρο της να δύει επικινδύνως, επέβαλε αλλαγές στο αρχικό σενάριο (του θεατρικού συγγραφέα Φίλιπ Γιόρνταν) και πολέμησε τη Μερσέντες Μακέιμπριτζ όταν είδε ότι ρόλος τής Εμα ήταν περισσότερο αβανταδόρικος. «Εγώ είμαι ο Κλαρκ Γκέιμπλ της ταινίας» είπε στον Ρέι σύμφωνα με τον βιογράφο του τελευταίου Μπέρναρντ Αϊζενσιτς. «H Βιένα πρέπει να φανεί πρωταγωνίστρια!». Εχοντας φροντίσει να έχει λόγο στην ταινία (ήταν συμπαραγωγός), απείλησε ότι θα διακόψει τα γυρίσματα αν ο Γιόρνταν δεν διαμόρφωνε το σενάριο ώστε ο ρόλος της να μεγαλώσει.
«Ο λόφος της εκδικήσεως» («La collina degli stivali»/ «Boot Hill»)
Ετος, χώρα παραγωγής: 1969 * Ιταλία * Σκηνοθέτης: Τζιουζέπε Κολίτσι * Ερμηνείες: Τέρενς Χιλ, Μπαντ Σπένσερ, Γούντι Στρόουντ, Εντουάρντο Τσιανέλι
2. Μια ομάδα πιστολέρο δέχεται να βοηθήσει τους κατοίκους ενός χωριού να σηκώσουν κεφάλι στον βαρόνο της περιοχής. H τρίτη από τις αρκετές ταινίες που γύρισαν παρέα ο Μάριο Τζιρότι και ο Κάρλο Πεντερσόλι, κοινώς Τέρενς Χιλ και Μπαντ Σπένσερ, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν θεωρούνταν το πιο επιτυχημένο κινηματογραφικό ντουέτο στην Ευρώπη χάρη στα κωμικά σπαγκέτι γουέστερν «Τρινιτά».
«Εκτός νόμου» («Al di la della legge» / «Beyond the law»)
Ετος, χώρα παραγωγής: 1968 * Ιταλία/Δ. Γερμανία * Σκηνοθέτης: Τζιόρτζιο Στεγκάνι (Τζορτζ Φίνλεϊ) * Ερμηνείες: Λι Βαν Κλιφ, Αντόνιο Σαμπάτο, Γκόρντον Μίτσελ, Μπαντ Σπένσερ
3. Υστερα από τη ληστεία μιας μεγάλης χρηματαποστολής, ένας από τους ληστές αναλαμβάνει καθήκοντα σερίφη και εν συνεχεία μονομαχεί με τους παλιούς «συναδέλφους» του. H πρώτη σοβαρή προσπάθεια του Λι Βαν Κλιφ (πάλαι ποτέ «κακού» στο «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος») να επεξεργασθεί έναν ελαφρύτερο ήρωα, ο οποίος μάλιστα είναι οριακά κωμικός.
«Οι πέντε σημαδεμένοι του Ελ Βιέντο» («Da uomo a uomo»/ «Death rides a horse»)
Ετος, χώρα παραγωγής: 1968 * Ιταλία * Σκηνοθέτης: Τζούλιο Πετρόνι (Τζέρεμι Σκοτ) * Ερμηνείες: Λι Βαν Κλιφ, Τζον Φίλιπ Λο, Μάριο Μπρέγκα, Αντονι Ντόσον
4. Ο Λι Βαν Κλιφ κάνει αυτό που γνωρίζει καλά παίζοντας τον πρώην κατάδικο ο οποίος δείχνει αποφασισμένος να αποκτήσει το μερίδιό του από τα λεφτά μιας παλιάς ληστείας. Δίπλα του ο Τζον Φίλιπ Λο θέλει να πάρει πίσω το αίμα των γονιών του, οι οποίοι δολοφονήθηκαν από την ίδια συμμορία που αναζητεί ο Βαν Κλιφ. Οι μαγκιόρικοι διάλογοι ανήκουν στα ατού της ταινίας.
«Το πιστόλι είναι ο Θεός μου» («Diamante Lobo»/ «God’s gun»)
Ετος, χώρα παραγωγής: 1976 * Ιταλία * Σκηνοθέτης: Τζιανφράνκο Παρολίνι (Φρανκ Κρέιμερ) * Ερμηνείες: Λι Βαν Κλιφ, Τζακ Πάλανς, Ρίτσαρντ Μπουν, Σίμπιλ Ντάνινγκ
5. Ο Λι Βαν Κλιφ και πάλι, εμφανίζεται σε διπλό ρόλο παίζοντας τον ιερέα ενός χωριού και τον πιστολέρο δίδυμο αδελφό του, οι οποίοι έρχονται σε σύγκρουση με τη συμμορία που έχει κάνει κατάληψη στο χωριό. Αρχηγός της κανένας άλλος από τον Τζακ Πάλανς, ο οποίος επίσης ανήκει στους αμερικανούς ηθοποιούς που διέπρεψαν στα σπαγκέτι.
H δημοτικότητα του σπαγκέτι
Δίνοντας μεγάλη έμφαση στην εικονογράφηση της βίας, το σπαγκέτι γουέστερν παραποίησε την εικόνα του μύθου που είχε δημιουργήσει το πατροπαράδοτο αμερικανικό γουέστερν. Συνεπώς, όπως σημειώνει και ο ιστορικός του κινηματογράφου Τζιάνι Βόλπι, το σπαγκέτι γουέστερν είναι το πιο πρωτότυπο και ταυτοχρόνως παρασιτικό κινηματογραφικό είδος που γεννήθηκε στην Ευρώπη της δεκαετίας του ’60. Πάμφθηνο σε κόστος, υπήρξε προϊόν ανύπαρκτων, λιλιπούτειων ή μικρομεσαίων εταιρειών παραγωγής (ο Αλμπέρτο Γκριμάλντι της PEA εξελίχθηκε σε μεγαλοπαραγωγό χάρη στο σπαγκέτι) και αρχικώς απευθυνόταν στο κοινό της ιταλικής επαρχίας (μάλιστα οι περισσότεροι σκηνοθέτες των σπαγκέτι υπέγραφαν με ένα ή και περισσότερα αμερικανικά ψευδώνυμα). Το γεγονός όμως ότι επρόκειτο για νοθευμένο μεν αλλά την ίδια ώρα αυτόνομο είδος, το βοήθησε να λειτουργήσει εκτός Ιταλίας και σε αυτό ίσως να οφείλεται η χρόνια δημοτικότητά του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το ότι το σπαγκέτι θεωρείται το μοναδικό είδος κινηματογράφου της Ιταλίας που δεν βρήκε εμπόδια στη διεθνή εξάπλωσή του. H επιτυχία της ταινίας «Για μια χούφτα δολάρια» του Σέρτζιο Λεόνε ήταν εκείνη χάρη στην οποία το είδος εξελίχθηκε σε φαινόμενο με παραπάνω από 500 ταινίες από το 1964 ως το 1977. H «Χούφτα» δεν είναι το πρώτο σπαγκέτι, γιατί προηγήθηκαν μερικές γερμανογιουγκοσλαβικές συμπαραγωγές και περίπου είκοσι ιταλογαλλοϊσπανικές ταινίες γουέστερν. Τα πέντε σπαγκέτι του Λεόνε δικαιολογημένα θεωρούνται τα κορυφαία του είδους. Και δεν πρέπει τέλος να ξεχνάμε ότι η καριέρα πολλών κινηματογραφιστών ξεκίνησε από το σπαγκέτι (Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, Ντάριο Αρτζέντο, Τίντο Μπρας, Φράνκο Σολίνας, Τζιάνι Αμέλιο) ενώ πολλοί ηθοποιοί κατόρθωσαν να γίνουν για πρώτη φορά σταρ χάρη σε αυτό (Κλιντ Ιστγουντ, Τζιάν Μαρία Βολοντέ, Κλάους Κίνσκι, Λι Βαν Κλιφ, Τζουλιάνο Τζέμα, Φράνκο Νέρο, Τόμας Μίλιαν).
