Σε πρώτο πλάνο η Αθήνα

φωτογραφία Σε πρώτο πλάνο η Αθήνα Μια συλλογή εικόνων από 35 φωτογράφους και η φυσιογνωμία της πρωτεύουσας στο τέλος του 20ού αιώνα ΝΙΝΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ Από την πρώτη κιόλας έκδοση του Φωτογραφικού Κύκλου, το 1990 με τον τίτλο Φωτογραφικός Κύκλος, Φωτογραφίες, που περιείχε προσωπικές δουλειές των φωτογράφων μελών του χώρου, μπορούσε να διακρίνει κανείς παρ'' όλες τις τυχόν αδυναμίες ή ατέλειες, παρ'' όλες

Σε πρώτο πλάνο η Αθήνα

Από την πρώτη κιόλας έκδοση του Φωτογραφικού Κύκλου, το 1990 με τον τίτλο Φωτογραφικός Κύκλος, Φωτογραφίες, που περιείχε προσωπικές δουλειές των φωτογράφων μελών του χώρου, μπορούσε να διακρίνει κανείς παρ’ όλες τις τυχόν αδυναμίες ή ατέλειες, παρ’ όλες τις εμφανείς επιδράσεις που είχαν δεχθεί οι φωτογράφοι από τους μεγάλους σύγχρονους πατέρες τους ­ Bresson Winogrand, Frank, Evans, Kertesz κ.ά. ­ μια έντονη διάθεση ανίχνευσης των θεμάτων τους. Ακόμη, προσπάθεια προσωπικής κατάθεσης και μαρτυρίας πάνω στον κόσμο που μας περιβάλλει, γεγονός που έκανε το βιβλίο να ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα φωτογραφικά λευκώματα ανάλογου περιεχομένου που είχαν εκδοθεί ως τότε.


Ο Κύκλος αυτή τη φορά παρουσιάζει ένα καινούργιο βιβλίο που έχει τίτλο Αθήνα 2001, Φωτογραφικές όψεις και απόψεις. Το περιεχόμενο του λευκώματος αποτελείται από 280 ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες τραβηγμένες από 35 φωτογράφους, που είναι οι: Περικλής Αντωνίου, Σταμάτης Αρναούτης, Γιώργος Βογιατζάκης, Γιάννης Γαλανόπουλος, Ακης Δέτσης, Χάρης Διαμαντίδης, Λία Ζαννή, Σωτήρης Ζαφείρης, Δημήτρης Κανέλλος, Κατερίνα Καυταντζόγλου, Νίκη Κώτση, Σταμάτης Λαγάνης, Παναγιώτης Λάμπρου, Αγγελος Μίχας, Δημήτρης Μυτάς, Μαρία Ξεναρίου, Πόλυ Οικονόμου, Μαρία Πάγκαλη, Γιώργος Παλιεράκης, Σέργιος Παπαδάκης, Τζένη Παπαδημητρίου, Ηώ Πάσχου, Μαρία Παυλάκη, Βασίλης Πρωτόπαπας, Πάνος Ροζάκης, Γιώργος Σαλαμέ, Κώστας Σερέτης, Ζωή Σιοτρόπου, Γιώργος Στέφας, Ανδρέας Σχοινάς, Νίκος Τσιφόρος, Δώρα Τσοβίλη, Νίκος Χατζηγεωργιάδης, και δύο γάλλοι φωτογράφοι, ο Bernard Plossu και ο Jean-Francois Bonhomme. Θέμα η Αθήνα. Η πόλη μας στη στροφή του αιώνα μέσα από μια προσπάθεια ανίχνευσης της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της. Μια συλλογή εικόνων η οποία είναι εστιασμένη στην περιδιάβαση των εξωτερικών κυρίως χώρων της.


Για κάποιον που εκστασιάζεται μπροστά στη θέα ωραιοποιημένων εικόνων σύγχρονων καρτ ποστάλ με κορεσμένα ηλιοβασιλέματα, υπερτονισμένα χρώματα, ρυτιδιασμένα γραφικά πρόσωπα, απομονωμένες εξωραϊσμένες λεπτομέρειες από ζώα ή φυτά, η δουλειά αυτή του Φωτογραφικού Κύκλου σίγουρα δεν συστήνεται. Ακόμη, είναι σχεδόν απρόσιτη για αυτούς τους φωτογράφους οι οποίοι αναζητώντας τρόπους ώστε οι φωτογραφίες τους να μη μοιάζουν με φωτογραφίες τις υποβάλλουν σε διάφορα «βασανιστήρια» ή περίπλοκες τεχνικές μεθόδους τριγωνίζοντας, τετραγωνίζοντας, διπλοτριπλοεκθέτοντας ή κλείνοντας τις φωτογραφίες σε μπουκάλια, χρησιμοποιώντας όλα τα υγρά του σκοτεινού θαλάμου και τα εκτός σκοτεινού θαλάμου, ζωγραφίζοντας, κροπάροντας κ.ο.κ.


Τέλος, αυτό το λεύκωμα δεν απευθύνεται σε αυτούς που αναζητούν μια πιστή καταγραφή του χαρακτήρα και της μορφής της Αθήνας. Δεν είναι ένα είδος ντοκουμέντου, μια δημοσιογραφική περιγραφή ή μια λεπτομερής ιστορική καταγραφή γεγονότων που χαρακτηρίζουν μια εποχή.


Η άκρως ενδιαφέρουσα διδασκαλία του ιδρυτή και δασκάλου του Κύκλου Πλάτωνος Ριβέλλη έχει προσφέρει στους φωτογράφους την ευκαιρία να γνωρίσουν τους μεγάλους φωτογράφους της ιστορίας της φωτογραφίας και να «συνομιλήσουν» με αυτούς, να διεισδύσουν στα μυστικά γνωρίσματά της και να αποκτήσουν ταυτόχρονα εκείνη την οπτική παιδεία η οποία τους επιτρέπει, με τη σωστή χρήση της γνώσης που αποκόμισαν, να δώσουν υπόσταση στον φωτογραφικό τους λόγο.


Οι φωτογράφοι αναζητούν τις βαθύτερες έννοιες των λέξεων «μεταφορά», «υπαινιγμός», «αφαίρεση», «υπέρβαση», όλα αυτά τα στοιχεία που όπως στις άλλες τέχνες έτσι και στη φωτογραφία αλλοιώνουν αναπλαστικά και τελικά μεταμορφώνουν την αντικειμενική πραγματικότητα μέσα από το χρώμα του προσωπικού μύθου των φωτογράφων. Αφηγούνται μικρές, προσωπικές ιστορίες, χαρακτηριστικές ψηφίδες ενός αστικού ψηφιδωτού. Κομμάτια ενός παζλ που συμπληρώνεται από φωτογραφία σε φωτογραφία. Κυνηγούν εκφραστικές πινελιές με χιούμορ και με ειρωνεία, στέκονται στα περίεργα και παράξενα. Αποτυπώνουν τη γεωμετρία των γραμμών των δρόμων, των κτιρίων. Προσπαθούν να ανακαλύψουν το λεπτό παιγνίδισμα ανάμεσα στην ανθρώπινη παρουσία και στο περιβάλλον που τη φιλοξενεί.



Εικόνες από πανομοιότυπες πολυκατοικίες, οικοδομικός οργασμός που δημιουργεί μάζες άμορφες κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό της πόλης, μονολιθικά γκριζόμαυρα τείχη που διαπερνώνται από λεπτές αχτίδες φωτός. Απρόσωπα στενά της Αθήνας και των συνοικιών της, ακάλυπτοι χώροι, φωταγωγοί και μπαλκόνια πολυκατοικιών, πεζοδρόμια. Ο ορίζοντας παραβιάζεται από απειλητικές κεραίες τηλεοράσεων. Μια Αθήνα που αναπόφευκτα έχει οδηγηθεί στον πυρήνα της αστικής χοάνης. Οπως λέει ο Μένης Κουμανταρέας, «Αθήνα… Καμιά χαρτογράφηση δεν μπορεί να την προλάβει. Απλώνεται στο λεκανοπέδιο σαν μελάνι σε στυπόχαρτο».


Στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι και οι συνήθειές τους. Περιπλανήσεις μέσα στη νύχτα, αποξενωμένα βλέμματα, έντονες ερωτικές νύξεις. Πρόσωπα ανώνυμα που γίνονται ήρωες τη στιγμή που ο φακός συλλαμβάνει μια φευγαλέα τους κίνηση και την ακινητοποιεί μέσα στον χρόνο.


Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες ένα ερώτημα προτάσσεται: Πώς διαφεύγει κανείς από τη μοναξιά που τυλίγει και διαβρώνει όχι μόνο τον άνθρωπο αλλά και την πόλη; Μπορεί να ξεφύγει αν το θελήσει; Ο φακός προσπαθεί να διακονήσει το απροσδόκητο, το κρυμμένο, το μη προφανές. Αναζητείται το παράδοξο, το μυστηριώδες μέσα στην καθημερινότητα.


Στην προσπάθεια αυτή ωστόσο κάποιοι φωτογράφοι δεν φαίνεται να διεκδικούν το πέρασμα της προσωπικής διαχωριστικής γραμμής που διαιρεί τον χώρο σε μέσα και έξω. Με άλλα λόγια, δεν βάζουν τον εαυτό τους σε αληθινό κίνδυνο και δοκιμασία, δεν τον εκθέτουν μπροστά σε μια ανοιχτή πρόκληση, με αποτέλεσμα ορισμένες φωτογραφίες να παραμένουν παγιδευμένες μέσα σε ένα οχυρωμένο κατάλυμα το οποίο δεν παραβιάζεται. «Γιατί» όπως λέει ο Antonio Porchia «δεν υπάρχει τίποτα χωρίς εκείνο που χωρίζει».


Αναπόφευκτα μέσα από το σύνολο των φωτογραφιών ένα ποσοστό που διακατέχεται από μια έκδηλη αναζήτηση της φόρμας, την οποία δεν μπορεί να υπερβεί, είναι έξω από τη δυναμική φωτογραφική προσέγγιση που χαρακτηρίζει το ευρύτερο μέρος του λευκώματος. Συνολικά οι φωτογραφίες είναι ειλικρινείς, απογυμνωμένες από στολίδια, ευθείες, άμεσες και επομένως πειστικές.


Οι δουλειές της Λίας Ζαννή, του Γιάννη Γαλανόπουλου, του Δημήτρη Μυτά, του Ακη Δέτση, της Νίκης Κώτση, της Μαρίας Ξεναρίου, του Γιώργου Παλιεράκη είναι μερικές από αυτές που ξεχωρίσαμε από το λεύκωμα.


Για να μεταφέρουμε το γενικότερο κλίμα αναφερόμαστε σε τρεις φωτογραφίες:


Της Λίας Ζαννή στη σελίδα 75. Στην είσοδο μιας πολυκατοικίας ένα χαλί οδηγεί στην πόρτα της. Ο τρόπος που έχει τοποθετηθεί στο κάδρο καρφώνεται στα μάτια με δυναμισμό και ένταση. Τα πεταμένα σκόρπια φύλλα μπροστά στην είσοδο προκαλούν ανησυχία και αναστάτωση. Στην τζαμαρία της εξώπορτας οι αντανακλάσεις από τις απέναντι πολυκατοικίες συνυπάρχουν εναρμονισμένα με τη διακριτική γεωμετρικότητα των σιδερένιων σχεδίων της και τη γενικότερη γεωμετρία που δημιουργούν οι γραμμές των παραθύρων και των υπόλοιπων στοιχείων της φωτογραφίας. Ο αριθμός 100 πάνω από την πόρτα μια μετέωρη λεπτομέρεια που αποκαλύπτει μια ταυτότητα. Η συμμετρία και η αρμονία στη σύνθεση ανιχνεύουν το μεγαλείο της σιωπής του αστικού τοπίου.


Του Ακη Δέτση στη σελίδα 63. Ενα κάδρο κρεμασμένο, πιθανώς στο Μοναστηράκι. Ο φωτογράφος φαίνεται να έλκεται από τις επιφάνειες με γεωμετρικά σχήματα με ξεκάθαρες γραμμές του πλαισίου και από το φως που προσδιορίζει με ακρίβεια τα αντικείμενα. Το πορτρέτο του νεαρού άνδρα στον ζωγραφισμένο πίνακα αντλεί κυρίως τη φιλοδοξία του να νικήσει το εφήμερο της αναπαράστασης. Η φωτογραφία εμπεριέχει όχι μόνο το παρόν αλλά και το παρελθόν, ακόμη και το πιθανό μέλλον του απεικονιζομένου. Οι γεωμετρικές κατασκευές του φόντου δίνουν την εντύπωση των πολλών επιπέδων, σε άσπρο, γκρι, μαύρο, ενισχύοντας τη σχέση του κάδρου με τον περιβάλλοντα χώρο. Η ιδιαιτερότητά της βρίσκεται στο ότι τα έντονα στοιχεία της φόρμας ισχυροποιούν και υπερθεματίζουν την αναζήτηση του περιεχομένου από τον φωτογράφο.


Η έγχρωμη φωτογραφία του Γιώργου Παλιεράκη στη σελίδα 221. Ενας πεζόδρομος, ένα νεοκλασικό σπίτι, μια τεράστια γυάλινη κατασκευή σε δεύτερο επίπεδο, ένα δένδρο, τρεις άνδρες και μια γυναίκα. Στην οδό Κοραή. Κανένας δεν ξέρει ότι φωτογραφίζεται. Ο φωτογράφος κοιτάζει την πόλη και καταφέρνει να δημιουργήσει ένα σκηνικό. Το φως του κίτρινου κτιρίου μεταμορφώνεται σε θεατρικό προβολέα και οι διαβάτες παίζουν στη σκηνή του δρόμου. Χωρίς υπογραμμίσεις ή συναισθηματικές προεκτάσεις.


Την επιμέλεια του λευκώματος έχουν από την πλευρά του Μουσείου Μπενάκη η Φανή Κωνσταντίνου και από την πλευρά του Φωτογραφικού Κύκλου ο Πλάτων Ριβέλλης.


Η προσφορά του λευκώματος στον εκδοτικό φωτογραφικό χώρο είναι σημαντική γιατί προσφέρει τη δυνατότητα σε μεγάλο αριθμό νέων κυρίως φωτογράφων να έλθουν σε επαφή με το ευρύτερο κοινό και να παρουσιάσουν το έργο τους.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version