Ολος ο Ξανθούλης σε 420 σελίδες. H ατμοσφαιρικότητα του Πεθαμένου λικέρ, οι οικογενειακές πίκρες του Ροζ που δεν ξέχασα, το χιούμορ της Οικογένειας Μπες-Βγες, το μεταφυσικό στοιχείο του Τούρκου στον κήπο, η λεπτοδουλειά στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του Χάρτινου Σεπτέμβρη της καρδιάς μας. Το πρόσφατο Ο θείος Τάκης ανακεφαλαιώνει τις αρετές των προηγούμενων, 14 τον αριθμό, μυθιστορημάτων του Γιάννη Ξανθούλη. Ο συγγενής του τίτλου δεν είναι απαραιτήτως ούτε το πιο τραγικό ούτε το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο της οικογένειας που κατοικεί επί της Ασκληπιού το 1951, όταν μια σειρά γεγονότων διαλύει μία μία τις σχέσεις. Ο πατέρας της οικογένειας, με το ξανθουλικό όνομα Νείλος Βασιλειάδης, κατηγορείται για ασέλγεια σε βάρος ενός μαθητή του. Ο αυστηρός οικογενειάρχης δεν αρνείται την κατηγορία. Ως το τέλος του βιβλίου οι αποκαλύψεις γύρω από τη σεξουαλικότητα του πατέρα, τη γνώση της μητέρας επί του θέματος και τα μέτρα που έχει λάβει έτερος συγγενής για να σώσει τα προσχήματα θα αποδείξουν ότι δεν υπάρχουν μυστικά, ακόμη κι όταν η πόρτα της κρεβατοκάμαρας διπλοκλειδώνεται. Οι υπόλοιπες προσωπικές σχέσεις του βιβλίου θα συμβάλουν στην ίδια άποψη: η ιδιωτική ζωή είναι κάτι που όλοι επιθυμούν αλλά ουδείς είναι ικανός να διαφυλάξει.
Τα πρόσωπα της ιστορίας παρουσιάζονται με έναν κυκλικό τρόπο, αρχικά μέσα από την ξεκάθαρη οικογενειακή σχέση και κατόπιν μέσα από τις συγκεκαλυμμένες σχέσεις τους. Το δέντρο έχει ως εξής: ο Νείλος και η σύζυγος Ζωή -η οποία είναι κατάκοιτη από ανίατη ασθένεια -έχουν τρία παιδιά. Τον Τάκη του τίτλου, ο οποίος είναι φοιτητής της Νομικής, λιγομίλητος και φαινομενικά ντροπαλός -γιατί στην πραγματικότητα κρύβει έναν τίγρη μέσα του· τη Μάρθα, τη μεγαλύτερη από τις δύο κόρες, η οποία είναι παντρεμένη με έναν ουρολόγο και βρίσκεται σε απελπισία επειδή δυσκολεύονται να κάνουν παιδί· την Αρετή, που «έγραφε ποιήματα με ομοιοκαταληξία σε -ούτσος» και παντρεύεται έναν παχύσαρκο Κωνσταντινουπολίτη, ο οποίος της επιβάλλει να ξυρίζει συστηματικά το αιδοίο της. Στη μυθοπλασία εμπλέκεται ο θείος Λάμπρος, ο δικηγόρος που θα κληροδοτούσε το γραφείο του στον Τάκη αν ο νεαρός δεν γινόταν εραστής της θείας του: μιας εντυπωσιακής ηθοποιού που άφτιαχτη είναι κάπως χάλια. Ολα αυτά τα πρόσωπα ζουν υπό την «εποπτεία» της Κατίγκως, μακρινής συγγενούς που κάνει τις δουλειές του σπιτιού και βασιλεύει στην υπόγεια κουζίνα της Ασκληπιού.
Αν το κείμενο του Ξανθούλη παραπέμπει σε θεατρικό είναι επειδή η δράση τοποθετείται σε τρία σπίτια. Στη μονοκατοικία της Ασκληπιού, που ερημώνεται από ένα μεγάλο θανατικό· πεθαίνουν διαδοχικά οι δύο γονείς και η θεία-υπηρέτρια, η μικρή κόρη εγκαθίσταται στην Τουρκία και ο Τάκης φεύγει εθελοντής στον πόλεμο της Κορέας. Στο σπίτι που κατοικείται πλέον από φαντάσματα φυτρώνουν συκιές, όχι μόνο στους εξωτερικούς χώρους. Με προφανείς συμβολισμούς τα δέντρα τρυπούν τα παρκέτα και τους τοίχους. Οι νεκροί επιστρέφουν χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αίτημα -δεν πρόκειται άλλωστε για ήρωες της Ιζαμπέλ Αλιέντε… Το δεύτερο σπίτι-σκηνικό δράσης είναι το διαμέρισμα της Μαυρομματαίων όπου η ηθοποιός Καίτη δέχεται τους εραστές της. Τον δυναμικό Τάκη, με τον οποίο κομματιάζονται επί το έργον, και τον Λάμπρο, με την ερωτική μαλθακότητα της ηλικίας του. Ο ένας φεύγει, ο άλλος έρχεται προβληματίζοντας την κοινή ερωμένη: να επιλέξει το πάθος ή τη σταθερότητα; Τα θέλει όλα και έτσι παντρεύεται τον γέρο αλλά μένει έγκυος από τον νέο. Το τρίτο σπίτι είναι αυτό της Πόλης, όπου εγκαθίσταται η Αρετή με τον παχύ Εφραίμ, τον πλούσιο έμπορο που ξεσπά σε δυνατά γέλια με ή χωρίς αιτιολογία.
Οι απόντες της οικογένειας αντικαθίστανται από τα νέα μέλη: κάνουν παιδιά οι δύο αδελφές του Τάκη (Μάρθα και Αρετή) και η θεία-ερωμένη του (Καίτη). Ολα αυτά παρουσιάζονται μέσα από την κωμική τους διάσταση που εν τούτοις αφήνει πικρή επίγευση. Πρακτικά έχουμε μιαν αφήγηση σε παρατατικό, με πολλούς διαλόγους -σε αυτούς ο Ξανθούλης είναι μάστορας: η φυσικότητα της διατύπωσης είναι πειστική παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά λογοπαίγνια και ένας ρυθμός που προκύπτει από το απόλυτο μέτρημα του στίχου. Στο κείμενο παρεμβάλλονται αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Μάρθας, ένα βιβλίο που συντάσσει στο τέλος της ζωής της. H ψυχραιμία της απέναντι σε όσα θεωρήθηκαν σκανδαλώδη στο παρελθόν αποδεικνύει ότι ο χρόνος είναι μεγάλος θεραπευτής. Στο μυθιστόρημα χρησιμοποιούνται επίσης τα σκαμπρόζικα τετράστιχα της Αρετής -αυτά που επισύρουν τη ρήση «σταμάτα, σου έγινε έξις η αθυροστομία» , όπως επίσης στίχοι από το ημερολόγιο τοίχου της Κατίγκως και τραγουδάκια της εποχής. Χωρίς να καταφεύγει σε εξαντλητικές περιγραφές ο Γιάννης Ξανθούλης καταφέρνει να αναπαραστήσει την εποχή. Χρησιμοποιεί την ψευδοσυντηρητική κοινωνία της Ελλάδας του ’50 για να κλείσει το μάτι και να διαμηνύσει ότι κανείς δεν μπορεί να κρύψει όσα έχει μέσα στο εσώρουχό του.
