Παιδί μιας οικογένειας ισπανών προσφύγων, η Λυντί Σαλβέρ έγινε συγγραφέας στην προσπάθειά της να κατακτήσει μια ξένη γλώσσα, τη γαλλική. Σήμερα θεωρείται από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της νέας γενιάς των γάλλων συγγραφέων και με την ιδιότητα αυτή προσκλήθηκε στην Αθήνα από το Γαλλικό Ινστιτούτο. Τη συναντήσαμε σε κεντρικό ξενοδοχείο.
Κυρία Σαλβέρ, στο τέλος του αιώνα μπορούμε να πούμε ότι το μυθιστόρημα έχει εθνικότητα; Και αν ναι, σε τι διαφοροποιείται το γαλλικό μυθιστόρημα;
«Χάρη στις μεταφράσεις και στην παγκόσμια διακίνηση του βιβλίου βαδίζουμε σε μια ενιαία, διεθνή λογοτεχνική κουλτούρα, την οποία θεωρώ και ιδανική. Η λογική του μπεστ σέλερ συμπαρασύρει αναγνώστες από όλο τον κόσμο διευκολύνοντας την πρόσβαση του κοινού σε μυθιστορήματα μακρινής προέλευσης. Θα μου προκαλούσε φρίκη αν επιστρέφαμε σε παλαιότερες αξίες όπου μια τοπική ή εθνική λογοτεχνία θα είχε προορισμό να υπερασπίζεται τα χρηστά ήθη. Δεν είναι όμως ανάγκη να φθάνουμε στα άκρα. Στη Γαλλία αυτή τη στιγμή υπάρχει μια λογοτεχνική αταξία που μου φτιάχνει τη διάθεση. Ζούμε μια περίοδο χωρίς κανόνες, χωρίς ρεύματα, χωρίς δόγματα, κάτι που δίνει την εντύπωση ότι η λογοτεχνία έχει αρχίσει να αδρανεί. Εγώ θεωρώ ότι αυτή η αταξία είναι μια ευτυχής συγκυρία. Οι νέοι συγγραφείς δείχνουν ένα ενδιαφέρον για το περιβάλλον τους και εντάσσονται στην επικαιρότητα ενώ η προηγούμενη γενιά είχε επιδείξει μια αποστροφή για τον κόσμο και είχε υποστεί ένα είδος μυθιστορηματικής τρομοκρατίας».
Ποιο είναι λοιπόν το μέλλον της γαλλικής λογοτεχνίας;
«Δεν ξέρω. Υπάρχει μια αμφισβήτηση στο εσωτερικό της. Ταυτόχρονα λειτουργεί ένα διεφθαρμένο σύστημα βραβείων, με κριτές δεσμευμένους για να μην πούμε πουλημένους σε εκδοτικούς οίκους. Και ενώ σε προσωπικό επίπεδο όλοι το σχολιάζουν, κανένας δεν μιλά γι’ αυτό, τα βραβεία έχουν γίνει θέμα – ταμπού. Ολοι ευελπιστούν ότι κάποια ημέρα θα διακριθούν και αποφεύγουν να καταγγείλουν την κατάσταση. Ετσι κανένας δεν κατονομάζει τα κυκλώματα που για ίδιον όφελος αναδεικνύουν μέτριους συγγραφείς καταδικάζοντας τους ταλαντούχους στην αφάνεια, μακριά από τη δημοσιότητα των μέσων μαζικής ενημέρωσης».
Μήπως, παρ’ όλα αυτά, διαβάσατε το «La bataille» του Πατρίκ Ραμπό που τιμήθηκε με Γκονκούρ ή το μυθιστόρημα της Αρουντάτι Ρόι που απέσπασε το βρετανικό Booker;
«Οχι, δεν τα διάβασα. Το “La bataille” είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα πολύ μακριά από τη σύγχρονη πραγματικότητα και δεν νομίζω ότι μας αφορά και πολύ. Κατά τα άλλα, βρίσκω τον Ραμπό εξαιρετικά συμπαθή. Ούτε τον “Θεό των μικρών πραγμάτων” της Ρόι διάβασα επειδή δεν έχει μεταφραστεί ακόμη στα γαλλικά. Αντίθετα με τα δικά μας βραβεία, θεωρώ ότι το αγγλικό Booker αναδεικνύει καλά βιβλία. Το κοινό πάντως ακολουθεί τις προτάσεις των επιτροπών βραβείων παρ’ όλο που τα τελευταία χρόνια το Γκονκούρ τουλάχιστον δεν έχει αναδείξει τίποτε αξιόλογο».
Πιστεύετε ότι ένα καλό βιβλίο μπορεί να «χαθεί» λόγω συγκυριών;
«Πολύ το φοβάμαι σε περιπτώσεις που το βιβλίο κυκλοφορεί από ένα μικρό εκδοτικό οίκο ή με άστοχο τίτλο. Οπως όμως και αν εμφανίζεται ένα βιβλίο, όπου και αν κυκλοφορεί, υπάρχει ένα αξεπέραστο είδος διαφήμισης: λέγεται “από στόμα σε στόμα” και είναι ο πιο ασφαλής τρόπος για να προωθηθεί ένα έργο. Το καλό βιβλίο το ακολουθεί μια καλή φήμη και αυτό λειτουργεί. Θα σας δώσω και ένα παράδειγμα. Το μυθιστόρημά μου “La compagnie des spectres” ούτε βραβείο πήρε ούτε αρχικά μεγάλη δημοσιότητα. Το πρότειναν όμως οι βιβλιοπώλες και όσοι το διάβασαν το συνιστούν. Αποτέλεσμα ήταν να πουληθούν 80.000 αντίτυπα».
Εχουν σημασία για σας οι αριθμοί;
«Οχι, δεν με ενδιαφέρουν οι πωλήσεις. Το παράδοξο είναι ότι φέτος, με όλη αυτή την εμπορική απήχηση, νιώθω μια μελαγχολία. Αυτό που είναι σημαντικό είναι η αναγνώριση από κάποιους αναγνώστες που είτε γνωρίζω προσωπικά είτε τους φαντάζομαι».
Υπάρχουν θέματα και ήρωες που δεν έχουν περιγραφεί ακόμη;
«Ασφαλώς, το μυθιστόρημα παραμένει ανεξάντλητο. Εχει άπειρα αποθέματα οργής, από την οποία προκύπτουν τα νέα θέματα. Γιατί είναι πάντοτε κάποιο είδος οργής που δίνει την κινητήριο δύναμη στη λογοτεχνία. Για εμένα υπήρξε καθοριστική η συνύπαρξη με την τρέλα. Εζησα με την παράνοια και έμαθα να μην την φοβάμαι. Αυτό ίσως είναι το πιο ουσιαστικό συστατικό της ύπαρξής μου. Ερχομαι καθημερινά σε επαφή με τη δυστυχία των άλλων και αναγκάζομαι να ψάχνω για το φως. Γίνεται όμως κανείς συγγραφέας όταν θέλει να απαντήσει σε κάτι, όταν τον βασανίζει ένα ζήτημα που επανέρχεται σε όλα τα βιβλία του. Αν φοβάται το ζήτημά του, αν φοβάται τον εαυτό του, δεν καταφέρνει να γράψει ένα καλό μυθιστόρημα».
Ποιο είναι το δικό σας «ζήτημα» λοιπόν;
«Είναι πολύ προσωπικό. Εν συντομία μπορώ να σας πω ότι είχα ψυχασθενή πατέρα. Δεν με πειράζει που το λέω στην Ελλάδα. Στη Γαλλία θα δυσκολευόμουν να κάνω κάποια ανάλογη δήλωση. Αυτό καθόρισε όλη τη ζωή μου, τις αποφάσεις μου για το μέλλον. Εκανα έναν μεγάλο παράξενο κύκλο προτού συνειδητοποιήσω ποιο είναι το πρόβλημα που με βασανίζει. Φαντασθείτε τη δυσκολία για σπουδές σε μια πολύ φτωχή οικογένεια ισπανών προσφύγων που ζουν σε εργατική περιοχή της επαρχίας. Διάβαζα όμως πάρα πολύ γιατί αυτό ήταν το μοναδικό μου καταφύγιο. Ετσι αποφάσισα να σπουδάσω φιλολογία. Οταν αποφοίτησα, αποφάσισα να σπουδάσω και ιατρική για να γίνω ψυχίατρος ώστε να επιστρέψω στη ρίζα του προβλήματός μου. Επέτρεψα στον εαυτό μου να λυτρωθεί μέσα από το γράψιμο σε μεγάλη ηλικία αλλά δεν μετανιώνω για την καθυστέρηση. Ούτως ή άλλως ο Θερβάντες έγραψε τον Δον Κιχώτη στα 56 του».
Σας έχει επηρεάσει το γεγονός ότι μεγαλώνοντας έπρεπε να συνδυάσετε δύο κουλτούρες, την ισπανική της καταγωγής σας και τη γαλλική του περιβάλλοντός σας;
«Είχα τόσο μεγάλη δυσκολία να μιλήσω γαλλικά όταν ήμουν παιδί που έπρεπε να προσπαθήσω υπερβολικά με τη γλώσσα. Νομίζω ότι αυτή η δυσκολία με έκανε συγγραφέα. Τα γαλλικά ήταν για μένα τόσο άπιαστα, τόσο ρευστά που γλιστρούσαν από τα χέρια μου. Κάτι ακόμη: όταν μεγαλώνεις ανάμεσα σε δύο εθνότητες αυξάνεις τις ικανότητες επικοινωνίας. Γίνεσαι πιο καταδεκτικός και προσαρμόζεσαι εύκολα. Στο τέλος βγαίνεις κερδισμένος. Οι Ισπανοί είναι πολύ πιο φιλικοί και χωρίς τις τυπικότητες των Γάλλων. Μπαίνεις σε ένα καφέ, σου μιλούν αμέσως στον ενικό, σε χτυπούν στην πλάτη και δείχνουν τη διάθεση να σε γνωρίσουν. Ακόμη και όταν απευθύνονται στον Θεό μιλούν στον ενικό. Τα κουβαλάω όλα αυτά μέσα μου. Οσον αφορά τη συγγραφική δραστηριότητα, νιώθω ότι έχω καταβολές από το πικαρέσκ, την περιπέτεια της ισπανικής λογοτεχνίας. Στη Γαλλία τα πράγματα είναι πιο αυστηρά. Δυσκολεύονται να παραδεχθούν ακόμη και ότι ο Ραμπελέ ήταν καλός συγγραφέας. Ειρήσθω εν παρόδω, μου αρέσουν πολύ οι βρετανοί συγγραφείς. Δεν φοβούνται τίποτα και προκαλούν ένα σαρκαστικό μειδίαμα που δεν καταλήγει ποτέ σε ξεκαρδιστικά γέλια».
Πώς σας φαίνεται η αύξηση της ξενοφοβίας στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια;
«Εκεί όπου ζω ο Λεπέν παίρνει πάνω από 30%, κάτι που συσχετίζεται και με την παρουσία ξένων. Υπάρχει ασφαλώς μια παράδοση στη γαλλική Δεξιά, υπάρχει κρίση, ενώ η Αριστερά δεν ζει τις καλύτερες στιγμές της. Εχει πάντως ενδιαφέρον η εξέλιξη στα συνδικαλιστικά θέματα. Μπορεί να μην πήγαινα ποτέ σε διαδήλωση αλλά νομίζω ότι θα ζήσουμε πολλές ανατροπές».
Πώς κρίνετε την αύξηση της βιβλιοπαραγωγής σε όλο τον κόσμο;
«Δεν είμαι σίγουρη αν είναι καλό. Είμαστε σε αναμονή των εξελίξεων. Βγαίνουν εκατοντάδες μυθιστορήματα και πολλά είναι για πέταμα. Από την άλλη, λέω: Γιατί όχι. Τελικά δεν ξέρω. Δεν έχω άποψη…».
Αν ξεκινούσατε τώρα τη συγγραφική σταδιοδρομία σας, θα επιλέγατε την ανωνυμία του Πίντσον προκειμένου να μη χάνετε τον χρόνο σας σε συνεντεύξεις;
«Δεν ξέρω αν έχω τη δυνατότητα επιλογής. Δεν ξέρω, δηλαδή, τι θα έλεγαν από τον εκδοτικό μου οίκο. Αν ήμουν αρνητική στις συνεντεύξεις, ενδεχομένως να μην είχαμε προχωρήσει σε υπογραφή συμβολαίου. Ετσι απλά επιχειρώ να γίνομαι συγκεκριμένη και να μη μιλώ επί παντός επιστητού».
Το μυθιστόρημα της Λυντί Σαλβέρ «Η δύναμη της μύγας» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση της Εφης Γιαννοπούλου. Από τις ίδιες εκδόσεις θα κυκλοφορήσει και το μυθιστόρημα «Η συμμορία των φαντασμάτων».
