Μπορεί να μη χρειάζεται ένα βιβλίο για να επιβεβαιώσει το έργο που βλέπουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι και μπορεί η σημασία του – ζητούμενο χιλιετιών από τότε που ο μυθικός και κατ’ εξοχήν πελοποννήσιος ήρωας Ηρακλής χρειάστηκε να «περάσει απέναντι» για να παλέψει με την κυρίαρχη μορφή της αιτωλικής παράδοσης, τον Αχελώο – να είναι αυταπόδεικτη. Αλλά εν τέλει το ανά χείρας λεύκωμα, που καταγράφει τη μεγάλη περιπέτεια για την κατασκευή της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου, αποτελεί το επιστέγασμα της προσπάθειας. Θέτει το ιστορικό πλαίσιο των δύο αντίπερα περιοχών και του θαλάσσιου περάσματος ανάμεσά τους, μαρτυρεί τους μύθους που συνδέονται με τους τόπους, σημειώνει τα δραματικά γεγονότα των συγκρούσεων σε διάφορες εποχές και βέβαια παραθέτει τα εντυπωσιακά στοιχεία που συνετέλεσαν στην υλοποίηση αυτού του τεχνολογικού θαύματος.
Ενα ατέλειωτο «πηγαινέλα» λαών και φυλών διακινήθηκε μέσα στους αιώνες από το στενό πέρασμα με κάθε τρόπο: σχεδίες, τριήρεις, πολεμικά ή εμπορικά πλοία, ιστιοφόρα, ατμόπλοια. Πέρασαν Δωριείς, Αχαιοί, Μακεδόνες και Ρωμαίοι, ακολούθησαν Βησιγότθοι και Γότθοι, Αλβανοί, Σλάβοι, Φράγκοι, Γενουάτες, Νορμανδοί και Βενετοί, Αλγερινοί και Τούρκοι και στα νεότερα χρόνια Γάλλοι, Αγγλοι και Γερμανοί. Και είναι βέβαιο ότι όλοι ανεξαιρέτως θα αναζήτησαν με τη σκέψη – ο καθένας για δικούς του λόγους – ένα στέρεο πέρασμα.
H αναφορά στον Χαρίλαο Τρικούπη, οφειλόμενη ασφαλώς και ύστερα οι σύγχρονες προσπάθειες. Διαγωνισμοί, συμφωνίες, διαμάχες και πάλι από την αρχή, ώσπου να υπάρξει η οριστική λύση. Ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα.
Αντίθετα, είχε να αντιμετωπίσει τη γεωλογική ιδιαιτερότητα του χώρου με τους δυνατούς σεισμούς, τον ασταθή πυθμένα της θάλασσας και τους θυελλώδεις ανέμους, έπρεπε να προβλέψει ότι οι δύο ακτές απομακρύνονται μεταξύ τους κατά οκτώ χιλιοστά κάθε χρόνο και βέβαια να προβληματισθεί για την αισθητική του αποτελέσματος.
Τελικά η αναμέτρηση του ανθρώπου με τη φύση έβγαλε νικητή τον πρώτο. Αυτό που εκείνη δημιούργησε πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια κατόρθωσε να το δαμάσει.
