Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στην Ελλάδα
Με μια έκθεση 269 βιβλίων του Μπρεχτ και βιβλίων για τον Μπρεχτ, που προέρχονται από εκδοτικούς οίκους της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Αυστρίας, τιμά το Ινστιτούτο Goethe της Αθήνας την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Η έκθεση θα ξεκινήσει το βράδυ της Τρίτης οπότε, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων, θα μιλήσει ο συγγραφέας και μεταφραστής του μπρεχτικού έργου Πέτρος Μάρκαρης (στις 8 μ.μ.) και αμέσως μετά θα προβληθεί η ταινία «Η μάνα» του Μπρεχτ, μια μαγνητοσκοπημένη παράσταση της Schaubuhne από τη θεατρική περίοδο 1970-71, σε σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν, με την Τερέζε Γκίζε στον ρόλο της Πελαγίας Βλάσοβα. Ενώ λοιπόν θα εκτίθεται στο Ινστιτούτο Goethe ένα μέρος μόνο του λαβυρινθώδους έργου του Μπρεχτ και της σχετικής βιβλιογραφίας, «Το Βήμα» επιχειρεί μια επισκόπηση των ελληνικών εκδόσεων και της πρόσληψης, γενικότερα, του μπρεχτικού έργου στην Ελλάδα. Μιας πρόσληψης που έλαβε διαφορετικές μορφές και διαστάσεις ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικές συγκυρίες. Στην περίοδο 1956-1962 έχουμε το πρώτο κύμα εισδοχής του Μπρεχτ στη χώρα ως ανταπόκριση των ελλήνων διανοουμένων στον μεγάλο γερμανό δραματουργό. Την περίοδο της χούντας, η έκδοση βιβλίων Μπρεχτ είναι πολιτική πράξη. Με τη μεταπολίτευση αρχίζει να φουντώνει το φαινόμενο της «μπρεχτομανίας», ενώ η κατάρρευση του τείχους, το 1989, σημαίνει την αρχή του τέλους της μαζικής υστερίας αλλά ενδεχομένως και την ώρα της νηφάλιας αποτίμησης. Ας παρακολουθήσουμε τους κυριότερους σταθμούς ενός χρονικού που, μάλλον, έχει φθάσει στο τέλος του.
Η Αριστερά και η «Κιμωλία»
Ηταν τη χρονιά του θανάτου του που μεταφράστηκε για πρώτη φορά Μπρεχτ στα ελληνικά. Το 1956 εμφανίστηκε το θεατρικό του έργο «Ο κύκλος με την κιμωλία» σε μετάφραση Αστέρη Στάγκου, ενός ανθρώπου του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, αφού έκανε επί σειρά ετών το ρεπορτάζ του υπουργείου Παιδείας στα «Νέα». Η μετάφραση του Στάγκου εμφανίστηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης» και αμέσως μετά κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο. Σύμφωνα με το πλούσιο αρχείο του ερευνητή και βιβλιογράφου κ. Γιώργου Παναγιώτου, παράλληλα με την πρώτη μετάφραση θεατρικού έργου εμφανίστηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματος του Μπρεχτ στα ελληνικά, το 1956 από τον Νίκο Παππά, ο οποίος εξέδιδε τότε με τη σύζυγό του Ρίτα Μπούμη-Παππά την «Εφημερίδα των ποιητών», στο τεύχος Αυγούστου ’56. Την ίδια χρονιά ο Κάρολος Κουν ανέβασε στο Θέατρο Τέχνης τον «Κύκλο με την κιμωλία» σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη, μια μετάφραση που δημοσιεύθηκε την επόμενη χρονιά στο «Θέατρο» του Θόδωρου Κρίτα. Υπήρχαν συνεπώς τον καιρό εκείνο στην Ελλάδα ευαίσθητοι δέκτες των μηνυμάτων του πρωτοπόρου ποιητή, δραματουργού και μεταρρυθμιστή του θεάτρου.
Πολύ νωρίς, συνεπώς, εντοπίζονται οι πρώτες μεταφράσεις και οι πρώτες παραστάσεις Μπρεχτ στην Ελλάδα, κυρίως αν σκεφθεί κανείς ότι στην εποχή του ο Μπρεχτ ήταν η «πέτρα του σκανδάλου» στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις, σύμβολο αντίδρασης σε κάθε είδους υπερεξουσία και ενσάρκωση ενός ανοιχτού, κριτικού, διαλεκτικού πνεύματος. Στα χρόνια μεταξύ 1956 και 1961 ο Μπρεχτ εκδίδεται σε βιβλία και ανεβαίνει σε θέατρα συνεχώς. Ο Κάρολος Κουν ανεβάζει τέσσερις χρονιές Μπρεχτ, σε μεταφράσεις Οδυσσέα Ελύτη, Κώστα Σταματίου και Μάριου Πλωρίτη.
Την ίδια περίοδο η «Επιθεώρηση Τέχνης» δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων του από τον Νικηφόρο Βρεττάκο. Το περιοδικό αυτό είναι το πρώτο στην Ελλάδα που παρουσιάζει αφιέρωμα στον Μπρεχτ, στο τεύχος Νοεμβρίου 1961, δίνοντας το μέτρο των ευαισθησιών της εποχής, της προοδευτικότητας των ανθρώπων της τέχνης και της πρόσληψης των σύγχρονων ρευμάτων στη χώρα μας.
Από την άλλη πλευρά, το μπρεχτικό θέατρο, με την κατάργηση των φραγμών του αστικού «θεάτρου της ψευδαίσθησης» και την «αποστασιοποίηση» που πρέσβευε, είχε δημιουργήσει διάφορες παρεξηγήσεις ως προς το τι ακριβώς είναι. Αυτές έβρισκαν έκφραση κυρίως στο περιοδικό «Θέατρο» του Κώστα Νίτσου όπου ο Δημήτρης Μυράτ είχε μεταφράσει με διαφορετικό τρόπο τους κανόνες του μπρεχτικού θεάτρου, δηλαδή το κείμενο με τις οδηγίες του Μπρεχτ «Μικρό όργανο για το θέατρο», απ’ ό,τι νωρίτερα ο Γ.Π. Σαββίδης στην «Επιθεώρηση Τέχνης» και οι διχογνωμίες για το «αν προδόθηκε ή δεν προδόθηκε» το κείμενο είχαν προσλάβει, όπως φαίνεται στο αρχείο του κ. Παναγιώτου, τις διαστάσεις φιλολογικού καβγά.
Ποιήματα και αιτήματα
Οταν έρχεται η δικτατορία στην Ελλάδα, παρατηρούνται φαινόμενα που δηλώνουν περισσότερα για τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στη χώρα παρά για τον ίδιο τον Μπρεχτ. Οι παραστάσεις Μπρεχτ στο Θέατρο Τέχνης σταματούν, απαγορεύεται η κυκλοφορία του τεύχους του «Θεάτρου» του Κώστα Νίτσου με το αφιέρωμα Μπρεχτ που είχε δημοσιευθεί πριν από τη δικτατορία και το εξώφυλλό του σταμπάρεται με τη σφραγίδα της λογοκρισίας, αλλά τα ηνία παίρνουν οι εκδότες. Είναι εμφανές ότι την περίοδο της δικτατορίας η έκδοση ενός βιβλίου Μπρεχτ, ακόμη και των θεατρικών του, αποτελεί πολιτική πράξη, μια μορφή αντίδρασης στο κλίμα καταστολής. Από τα πρώτα χρόνια της χούντας, ο Φίλιππος Βλάχος, προτού ακόμη ιδρύσει τα «Κείμενα», εκδίδει από το παράνομο τυπογραφείο του Πατριωτικού Μετώπου το μονόπρακτο του Μπρεχτ «Τα ντουφέκια της κυρά Καράρ» με τον αρχικό του τίτλο «Στρατηγοί πάνω απ’ το Μπιλμπάο» σε 200 αντίτυπα. Οπως θα δηλώσει ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό «Ιχνευτής» (τεύχος 3, Ιούλιος 1985), «[Πιστεύαμε] ότι οι προοδευτικές δυνάμεις έπρεπε να δώσουν το παρών σε όλους τους τομείς. (…) Το θέμα του έργου είναι αν μπορεί να μένει κανείς αμέτοχος όταν η χώρα του περνάει κρίσιμες στιγμές». Το δεύτερο βιβλίο που κυκλοφόρησαν τα «Κείμενα», τα «Ποιήματα» του Μπρεχτ σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, κυκλοφορεί τον Φεβρουάριο του 1970 και πουλάει, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Βλάχου στην ίδια συνέντευξη, 3.000 αντίτυπα σε μία εβδομάδα! Τέτοια απήχηση ποιητικού βιβλίου δεν πρέπει να υπήρξε σε άλλη εποχή για κανέναν ποιητή.
Το ξέσπασμα αυτό συνεχίζεται με θεωρητικά κείμενα του Μπρεχτ, μαζί με τα θεατρικά και την ποίηση. Ορισμένοι από τους πιο μαχητικούς εκδότες, κάποιοι ενεργοί ακόμη σήμερα, ξεκινούν τα πρώτα τους βήματα μεσούσης της δικτατορίας με εκδόσεις Μπρεχτ. Ενα από τα πρώτα βιβλία των εκδόσεων «Κάλβος» ήταν το «Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» που εκδόθηκε σε μετάφραση Αγγέλας Βερυκοκάκη το 1970. Το 1971 οι εκδόσεις «Στοχαστής» παρουσιάζουν το πρώτο βιβλίο με πολιτικά κείμενα του Μπρεχτ, με τον απερίφραστο τίτλο «Πολιτικά κείμενα», σε μετάφραση Βασίλη Βεργωτή. Πώς δεν απαγορεύτηκε; Το βιβλίο αυτό, που έφερε στο οπισθόφυλλο τους στίχους του Μπρεχτ «Ακου λοιπόν/ είτε φταις/ είτε όχι/ σα δεν μπορείς να παλέψεις/ θα πεθάνεις», ήταν έτοιμο να πάει στη λογοκρισία, όταν η λογοκρισία καταργήθηκε στην Ελλάδα, όπως αναφέρει ο εκδότης και σήμερα του «Στοχαστή» κ. Λουκάς Αξελός. «Με το βιβλίο αυτό, σε συνδυασμό με τις εκδόσεις του Φίλιππου Βλάχου και μια σειρά θεατρικών εκδόσεων του “Πλανήτη”, έχουμε την πρώτη μαζική εισδοχή του Μπρεχτ στην Ελλάδα. Ημασταν το τρίπτυχο των εκδοτών που συστοιχήθηκαν με το πνεύμα του συγγραφέα». Ο «Πλανήτης», ένας εκδοτικός οίκος που δεν υπάρχει πια, ανήκε στον Κ. Παλαιολόγο, ο οποίος μετέφραζε ο ίδιος και εξέδιδε τα έργα του Μπρεχτ. Ασχέτως αν η γλώσσα των θεατρικών μεταφράσεων του Παλαιολόγου, που ήταν η «μαλλιαρή», μπορεί να δημιουργούσε κάποιες ενστάσεις, όπως θυμάται ο κ. Αξελός, απέπνεε τη φιλοσοφία ενός κόσμου, ότι «τον καιρό της καταπίεσης ζούσαν κι επαναστάτες».
Μόνο μέσα σε μία χρονιά, το 1970, σύμφωνα με τα στοιχεία του κ. Παναγιώτου, εκδίδονται μαζεμένα 12 βιβλία Μπρεχτ! Τον Οκτώβριο του 1971 ανεβάζει το «Μάνα Κουράγιο» η Κατίνα Παξινού και τον Φεβρουάριο του 1972 ανεβαίνει το «Ο άντρας είναι άντρας» από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Εν τω μεταξύ ο Κώστας Νίτσος κυκλοφορεί νέο τεύχος του «Θεάτρου» με αφιέρωμα Μπρεχτ τον Μάιο-Ιούνιο του 1973. Εκδότες που ουδέποτε υπήρξαν πολιτικοποιημένοι, όπως ο Μπουκουμάνης, ο Μπαρμπουνάκης, ο Πάπυρος και άλλοι, περιλαμβάνουν τον Μπρεχτ στις εκδόσεις τους δημιουργώντας ένα κλίμα υπόγειας αντίδρασης στο κλίμα καταστολής.
Μεταπολιτευτικές μανίες
Με τη μεταπολίτευση, καθώς αλλάζει η ατμόσφαιρα και ο κόσμος απελευθερώνεται, ενσκήπτει στη χώρα μια «μπρεχτομανία» άνευ προηγουμένου. Οι εκδόσεις πληθύνονται, οι άνθρωποι που στρέφονται γύρω από τον Μπρεχτ είναι αμέτρητοι, οι επιλογές ανάμεσα σε μεταφράσεις του ίδιου έργου πολλές και άνισες: εκδίδεται ο «Κύκλος με την κιμωλία» σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη από την Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας το 1974, «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» σε απόδοση Μάριου Πλωρίτη στις εκδόσεις «Ιθάκη» το 1980 (είναι τα έργα που είχαν ανεβεί πριν από τη δικτατορία από τον Κουν), και συλλήβδην τα θεατρικά του Μπρεχτ από τις εκδόσεις «Δωδώνη», «Θεμέλιο», «Σύγχρονη Εποχή», «Νεφέλη» και άλλους εκδοτικούς οίκους. Το Θέατρο Τέχνης και ο Κάρολος Κουν ξαναπιάνουν το νήμα του Μπρεχτ την πρώτη κιόλας χρονιά μετά τη χούντα ανεβάζοντας το 1974-75 τον «Τρόμο και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ», ενώ ο Κώστας Νίτσος κυκλοφορεί ξανά με αφιέρωμα Μπρεχτ το «Θέατρο» τον Σεπτέμβριο του 1976 χρησιμοποιώντας το παλιό εξώφυλλο με τη στάμπα της λογοκρισίας από τη χούντα.
Βρισκόμαστε πλέον στη χρυσή δεκαετία του Μπρεχτ στην Ελλάδα, στα χρόνια 1975-1985. Το 1976 ανεβαίνει η «Οπερα της πεντάρας» σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασσέν, σε διασκευή Ντασσέν και Παύλου Μάτεσι και μετάφραση Μάτεσι, με τη Μελίνα Μερκούρη να τραγουδά την μπαλάντα του Μακήθ με το μαχαίρι, την μπαλάντα των πειρατών, το τραγούδι της Μπάρμπαρα, το τάνγκο… Μετά το 1981, όταν γίνεται υπουργός Πολιτισμού η Μελίνα και ιδρύονται τα ΔΗΠΕΘΕ, ο Μπρεχτ παίζεται και διαβάζεται απ’ άκρου εις άκρον της Ελλάδας. Το πράγμα εμπίπτει πλέον στη δικαιοδοσία των γελοιογράφων και, όπως θυμάται ο κ. Μάριος Πλωρίτης, το αστείο της εποχής είναι «κάθε πόλη και χωριό ανεβάζει Μπρεχτ». Τα άρθρα και τα αφιερώματα για τον Μπρεχτ διαδέχονται το ένα το άλλο σε περιοδικά και επαρχιακά έντυπα και συγκροτείται βαθμηδόν ένας όγκος βιβλιογραφίας για τον Μπρεχτ, ένα μέρος της οποίας, ήδη αποθαρρυντικό για να το πλησιάσει κανείς, βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Οπως αναφέρει ο καθηγητής Γερμανικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συντάκτης της πρώτης πλήρους, για την εποχή της, ελληνικής βιβλιογραφίας Μπρεχτ (εκδόσεις «Διαγώνιος» 1977) κ. Λάμπρος Μυγδάλης, από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της εκτεταμένης αυτής φιλολογίας είναι η πολεμική που άσκησε στον Μπρεχτ από το αντίπαλο ιδεολογικό στρατόπεδο ο Σόλων Μακρής αρθρογραφώντας επί σειρά ετών στη «Νέα Εστία».
Καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος της δεκαετίας του ’80, έρχεται και η ώρα του κορεσμού. Βέβαια συνεχίζονται τα τιμητικά αφιερώματα, όπως το αφιέρωμα του περιοδικού «Πολιτιστική» το 1987 ή του περιοδικού «Διαβάζω» το 1989. Το 1988-89 το Θέατρο Τέχνης με τον Γιώργο Λαζάνη ανεβάζει το «Αντρας για άντρα», ενώ ο Μπρεχτ εξακολουθεί να παίζεται σε θέατρα σε όλη την Ελλάδα. Μετά το 1989 ωστόσο, με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την οικοδόμηση της νέας τάξης πραγμάτων, η ατμόσφαιρα αλλάζει. Η διαμάχη μεταξύ λογοτεχνίας και πολιτικής θεωρείται ξεπερασμένη και ανάμεσα στις άλλες πλάνες της Ιστορίας καταχωρίζεται και «η αντίληψη της λογοτεχνίας ως κοινωνικά χρήσιμης δραστηριότητας», όπως σημείωσε ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ. Ρόμαν Χέρτζογκ μιλώντας στις 10 Φεβρουαρίου 1988 στην Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου, με την ευκαιρία της επετείου Μπρεχτ. Αν εκδίδεται ακόμη ο Μπρεχτ στην Ελλάδα, αν παίζεται ακόμη στα θέατρα, αυτό γίνεται υπό εντελώς διαφορετικούς όρους απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Είναι ενδεικτικό ότι πριν από δύο χρόνια εκδόθηκαν οι «Ιστορίες του κυρίου Κόινερ» σε μετάφραση Γιώργου Βελουδή στη σειρά «Μικρά κλασικά» των εκδόσεων Πατάκη. Πέρυσι εκδόθηκαν «Η χαζή γυναίκα και άλλες ιστορίες» σε μετάφραση Νάντιας Βαλαβάνη στη σειρά «Μικρά τσέπης» των εκδόσεων Καστανιώτη. Ο Μπρεχτ πλέον πέρασε στις μικρές σειρές των μεγάλων εκδοτικών οίκων, ανάμεσα στους εκατοντάδες τίτλους κλασικών που εκδίδονται περισσότερο ως έκφραση ενός εκδοτικού πλουραλισμού (ή μιας αμηχανίας της εποχής μας, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε) παρά ως δυναμική έκφραση διαλεκτικού πνεύματος και χιούμορ, όπως θα ήθελε ο ίδιος. Ισως πρέπει να θυμηθούμε τη χαρακτηριστική φράση του: «Η αυλαία κλειστή κι όλα τα ερωτήματα ανοιχτά».
