Χρειάζεται κάτι περισσότερο από κουράγιο για να ολοκληρώσει κανείς το διάβασμα αυτού του βιβλίου. Εξηγούμαι. Η μετάφραση εικάζω από τα βουλγαρικά, μολονότι στο εσώφυλλο αναγράφεται αγγλικά ο τίτλος The Greek Civil War. Α View from Outside και βουλγαρικά το όνομα του συγγραφέα δεν είναι απλώς άθλια. Είναι λαθεμένη. Δεν μπορεί να γίνεται ναύαρχος ο (στρατηγός) Βαν Φλιτ και ταξίαρχος ο (στρατάρχης) Μπουλγκάνιν. Δεν είναι δυνατόν να ζητάει ο Δημοκρατικός Στρατός «500 εκατ. μπουκαλάκια πενικιλίνης» (προφανώς 500 εκατ. μονάδες) ούτε και γίνεται ανεκτό, ακόμη και από τον πιο παθιασμένο αναγνώστη, το ότι «έφθασε πακέτο με 600 τόνους όπλα και 40 αυτοκίνητα»! Δεν είναι ανεκτό ότι η βουλγαρική κυβέρνηση έκανε «μια παράνομη (προφανώς, μυστική) σύσκεψη», ότι η Βουλγαρία «απεχώρησε από το Αιγαίο Πέλαγος» (καλά που δεν το πήρε μαζί της), ότι στη Μόσχα έγιναν «κατασκοπευτικές εισηγήσεις στελεχών» αδυνατώ να καταλάβω τι είδους εισηγήσεις ήταν ή ακόμη ότι το Γενικό Επιτελείο της Βουλγαρίας «έστελνε αναφορές για συνοριακά επεισόδια και περιπέτειες».
Να συνεχίσω; Το πράγμα καταντά χιουμοριστικό ανάγνωσμα. Και είναι κρίμα. Γιατί το βιβλίο έχει αρκετά ενδιαφέροντα και όχι πολύ γνωστά πράγματα, καθώς οι βασικές πηγές του είναι τα Βουλγαρικά Αρχεία που «άνοιξαν» τελευταία. Αλλά είναι εξοργιστικό να διαβάζεις ένα βιβλίο που προβάλλει στο εξώφυλλο τον μεταφραστή του (Γιώργο Σιακαντάρη) και αναφέρει τον «επιμελητή του κειμένου – διορθωτή» Νέστορα Χούνο (τι διόρθωσε, ο ευλογημένος). Μήπως το ότι «έφθασε μυστική κατασκοπευτική (απόρρητη, προφανώς) έκθεση», ότι στο όνομα του γάλλου πρεσβευτή στη Σόφια Ζακ Παρί προσκολλήθηκε ένα «ντε Και Ντ’ Ορσαί» (που, βεβαίως, είναι το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών) και ότι η αμερικανική βοήθεια από το Δόγμα Τρούμαν περιορίζεται σε 300 εκατ. δρχ. από 300 εκατ. δολ. που ήταν; Και δεν μιλώ για το «κατασκοπευτικό υπόμνημα προς Τρούμαν» ούτε για την ξενόγλωσση μειονότητα που γίνεται «μειοψηφία» ούτε για την εγκατάσταση στην Αθήνα από το 1946 κλιμακίου της CIA (που δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί) ούτε για την κακοποίηση ονομάτων, γεωγραφικών περιοχών, για την «επίδοση διαβημάτων» είτε για τους «κυρίαρχους (προφανώς ηγετικούς) κύκλους της Μόσχας».
Θα μπορούσα να συνεχίσω σε πολλές στήλες με παρόμοια «μαργαριτάρια» αλλά είναι κρίμα, επαναλαμβάνω, γιατί ο βούλγαρος ερευνητής – συγγραφέας δεν ευθύνεται για την τρομερή κακοποίηση του βιβλίου του· το οποίο, αν όχι τίποτε άλλο, τεκμηριώνει μια σειρά ενδείξεις, φήμες, πληροφορίες κλπ. που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για μια τραγική περίοδο της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, την πενταετία 1945-1950.
Αν υπάρχει κάτι που επιμόνως προβάλλει από τα Βουλγαρικά Αρχεία, στα οποία ανατρέχει ο Μπάεφ, είναι ότι ακόμη και το καλοκαίρι του ’46, όταν το λεγόμενο δεύτερο αντάρτικο έκανε την εμφάνισή του, ο Στάλιν υποβάθμιζε το ελληνικό θέμα, αρνείτο κάθε υλική ή πολιτική βοήθεια και προσπαθούσε να διατηρήσει εν ζωή την τριμερή συμμαχία του Πολέμου. Τα Βουλγαρικά και τα Σοβιετικά Αρχεία μαρτυρούν ότι η Μόσχα άρχισε να υποστηρίζει τους αντάρτες μόνο μετά τη διακήρυξη του Δόγματος Τρούμαν, όταν, καλώς ή κακώς, πίστεψε ότι επρόκειτο για την πρώτη φάση της αμερικανικής επίθεσης εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Σε αυτό την ενίσχυαν διαταγές, κείμενα και στρατιωτικά έγγραφα αγγλικών και αμερικανικών υπηρεσιών που έπεφταν στα χέρια του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣ) και διοχετεύονταν στη Μόσχα μέσω Σόφιας. Μιλούσαν για τη διάταξη των σοβιετικών δυνάμεων στη Βαλκανική και την αντίστοιχη των δυτικών κλπ. Επιστολές και υπομνήματα που έφευγαν από τη Μόσχα για τη Σόφια και, περιληπτικά έστω, έφθαναν και στα μάτια ηγετών του τότε ΚΚΕ δείχνουν τη σοβιετική ηγεσία ουδέτερη, απαθή και όχι σπάνια αρνητική πολιτικώς στον ένοπλο αγώνα του ΔΣ.
Ο Στάλιν είναι σαφώς αντίθετος προς την ιδέα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας και δεν δυσκολεύεται να τα ψάλει αγρίως στον Δημητρόφ που «αναθέρμανε την υπόθεση» το 1946. Είναι εξίσου σκληρός για τη συνάντηση Τίτο – Δημητρόφ, τον Ιούλιο του 1947 στο Μπλεντ, όπου συζητήθηκε μεταξύ άλλων και η ενίσχυση των μαχητών του ΔΣ, γιατί, όπως τονίζει στην πρώτη του παράγραφο, ακόμη και η συνάντησή τους «δίνει αφορμή και επιχειρήματα» στους Δυτικούς να τους κατηγορήσουν για επέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας.
Από τον Μπάεφ μαθαίνουμε κάτι που δεν νομίζω να έχει ειπωθεί αλλού: ότι ο Μάρκος έκανε πρόταση στα Τίρανα «να επιστρατευθούν 15.000 Ελληνες» της Αλβανίας αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι επρόκειτο για «αντιδραστικούς». Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η επιστολή Ζαχαριάδη προς τον Τίτο της 21ης Απριλίου 1947, όπου ο τότε αρχηγός του ΚΚΕ ήταν «απολύτως αισιόδοξος» για το τέλος του αγώνα του ΔΣ αλλά τόνιζε ότι «βασική αδυναμία» ήταν η έλλειψη όπλων και πολεμοφοδίων. Αυτή η έλλειψη, την οποία αργότερα οι εκθέσεις που έφθαναν στη Σόφια χαρακτήριζαν «πλήρη εξάντληση των πυρομαχικών», αποκαλύπτει δύο πράγματα: πρώτον, ότι η Μόσχα τουλάχιστον από το τέλος του 1948 είχε αντιληφθεί το άσκοπο της συνέχισης του ένοπλου αγώνα στην Ελλάδα και, δεύτερον, ότι η ηγεσία του ΚΚΕ απεφάσισε το 1945 τον ένοπλο αγώνα χωρίς να έχει εξασφαλίσει την κανονική, συνεχή και αποτελεσματική «ροή» όπλων και πολεμικού υλικού.
Και ένα άλλο στοιχείο προκύπτει από την έρευνα και τα έγγραφα που φέρνει στη δημοσιότητα ο Ιορντάν Μπάεφ: ότι η ηγεσία του ΚΚΕ γνώριζε ή έστω είχε αντιληφθεί έξι μήνες πριν από την επίσημη καταγγελία ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Τίτο. Και, ωστόσο, δεν έλαβε κανένα μέτρο ούτε για την τύχη των μαχητών του ΔΣ που κατέφευγαν στη Γιουγκοσλαβία ούτε για τη συνέχιση του εφοδιασμού σε όπλα, ιματισμό και τρόφιμα του ΔΣ που ερχόταν από τη Γιουγκοσλαβία είτε μέσω αυτής.
Θέλω όμως να επιστρέψω στο ζήτημα της μετάφρασης του βιβλίου διότι, βεβαίως, δεν πρόκειται για μεμονωμένο κρούσμα. Αν ο Στάλιν «έστειλε αυστηρώς μυστική επιστολή» είναι μικρό το κακό απλώς το βιβλίο προκαλεί γέλια. Υπάρχουν όμως μεταφράσεις που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά με πολύ χειρότερες αποδόσεις. Η σονάτα του σεληνόφωτος του Μπετόβεν δεν αφορά, φυσικά, καμία Γαλλίδα Κλαίρη του φεγγαριού ούτε και ο αυτοκινητόδρομος της Καλιφόρνιας είναι ο δρόμος που οδηγεί στα ψηλά (High-). Κάτι πρέπει να γίνει για κάτι τέτοια μεταφραστικά φρούτα. Τι; Δεν γνωρίζω και βεβαίως δεν έχω εμπιστοσύνη σε κραυγές και παροτρύνσεις για μποϊκοτάρισμα εκδοτών. Δυστυχώς, η εποχή που ένας Γιάννης Ρίτσος, επιμελητής στις Εκδόσεις Γκοβόστη, έκανε τρεις ώρες για να διαβάσει μια σελίδα μεταφρασμένου θεατρικού έργου του Τσβάιχ πέρασε. Αλλά αν δεν γίνει κάτι, αν δεν υπάρξει και εδώ ένα είδος ποιοτικού ελέγχου, πολύ φοβούμαι ότι δεν θα είναι μακριά η ημέρα που θα δούμε στη δεύτερη σελίδα κάποιου μεταφρασμένου βιβλίου εκείνο το «Πάντες δεξιά και συγκρατημένοι», με το οποίο η (αρκετά γνωστή) μεταφράστρια της δεκαετίας του ’20 απέδωσε το «Tout droit reserve» (δηλαδή, «Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος»).
