Το μήνυμα της Αθήνας προς τους τούρκους ευρωπαϊστές

Το μήνυμα της Αθήνας προς τους τούρκους ευρωπαϊστές * Με ποιους πολιτικούς της Τουρκίας σκοπεύει να επικοινωνήσει ο κ. Γ. Παπανδρέου ΑΝΝΥ ΠΟΔΗΜΑΤΑ Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι (αριστερά) και ο επίτροπος Γκύντερ Φερχόιγκεν την ημέρα της ανακοίνωσης της Εκθεσης της ΕΕ για τα νέα υποψήφια μέλη της Ενωσης Το σλόγκαν που είχε χρησιμοποιήσει ο κ. Κ. Σημίτης το 1996 στο συνέδριο του ΠαΣοΚ

Το μήνυμα της Αθήνας προς τους τούρκους ευρωπαϊστές

Το σλόγκαν που είχε χρησιμοποιήσει ο κ. Κ. Σημίτης το 1996 στο συνέδριο του ΠαΣοΚ συμπυκνώνει την πολιτική προσέγγιση του κ. Γ. Παπανδρέου για το επίμαχο θέμα των σχέσεων Ευρώπης – Τουρκίας, εν όψει της Κοπεγχάγης: «Χρειάζονται καθαρές σχέσεις και καθαρές λύσεις» επισημαίνει ο υπουργός Εξωτερικών, στέλνοντας μήνυμα τόσο προς την πλευρά των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, οι οποίες είναι αρνητικές απέναντι σε κάθε προοπτική μελλοντικής ένταξης της Τουρκίας, όσο και προς την Αγκυρα, η οποία εξακολουθεί να έχει μια αντίληψη της Ευρώπης «a la carte» και δείχνει να υποτιμά τη διαδικασία της πολιτικής ολοκλήρωσης και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.


Πεποίθησή του είναι ότι το «μεγάλο στοίχημα» των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της Τουρκίας δεν είναι τόσο οι ρυθμοί και το εύρος των νομοθετικών αλλαγών όσο η «αλλαγή νοοτροπίας» για την ίδια την Ευρώπη.


«Είναι βασικό να κατανοήσει η τουρκική πλευρά ότι υπάρχουν ορισμένα κοινά standards στην Ενωση επί των οποίων δεν γίνονται εκπτώσεις» τονίζει στενός συνεργάτης του κ. Παπανδρέου, επισημαίνοντας ότι μεταξύ αυτών καθοριστικό ρόλο παίζει η αντίληψη την οποία έχει ένα κράτος για τις διεθνείς σχέσεις.


Με βάση την πεποίθηση αυτή, ο υπουργός Εξωτερικών – ο οποίος υποστηρίζει ένθερμα την ανάγκη να δοθεί στην Τουρκία ένα «θετικό μήνυμα» από την Κοπεγχάγη – προτίθεται τα επόμενα εικοσιτετράωρα να διευρύνει την πρωτοβουλία που ανέλαβε προς την πλευρά του ομολόγου του Σουκρού Σινά Γκιουρέλ, επικοινωνώντας με όλους σχεδόν τους σημαίνοντες πολιτικούς παράγοντες της Τουρκίας: τον πρόεδρο του – δεύτερου σε δύναμη, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις – Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος Ντενίζ Μπαϊκάλ, τον συνεργαζόμενο με αυτόν πρώην «τσάρο» της τουρκικής οικονομίας Κεμάλ Ντερβίς, τον πρώην υπουργό Εξωτερικών και πρόεδρο της «Νέας Τουρκίας» Ισμαήλ Τζεμ, όπως και με τον Μεσούτ Γιλμάζ, πρόεδρο του κόμματος της «Μητέρας-Πατρίδας».


Η πρωτοβουλία αυτή – η οποία, σε αντίθεση με το, προ του Ελσίνκι, παρελθόν, αντιμετωπίζεται με αρκετό… σκεπτικισμό από κύκλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και αρκετές πρωτεύουσες της Ευρώπης – εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής επιλογής της Αθήνας για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής πορείας της Αγκυρας και βεβαίως συνδέεται με την ιδιαίτερα λεπτή φάση στην οποία εισέρχεται το Κυπριακό.


Παρά τους «χαμηλούς τόνους» που κράτησαν, για ευνόητους λόγους, μετά την επίσημη δημοσιοποίηση της Εκθεσης, Αθήνα και Λευκωσία γνωρίζουν ότι οι θέσεις της Επιτροπής παίζουν καθοριστικό ρόλο για την ολοκλήρωση της ενταξιακής πορείας της νήσου, έστω και αν εκκρεμεί η πολιτική απόφαση για τη διεύρυνση, η οποία θα ληφθεί στις 12-13 Δεκεμβρίου στην Κοπεγχάγη.


Δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό το αντιλαμβάνεται πλήρως και η Αγκυρα, ο υπουργός Εξωτερικών θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό να δοθεί ένα «θετικό μήνυμα» στην Τουρκία εν όψει της Κοπεγχάγης ώστε να αποφευχθούν πρόωρες σπασμωδικές αντιδράσεις από την πλευρά της στην προοπτική της κυπριακής ένταξης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο άλλωστε η ελληνική προσέγγιση φαίνεται να συμπίπτει με αυτήν των ΗΠΑ.


Βεβαίως η Ουάσιγκτον, όταν ζητεί ευθέως και ευθαρσώς την άμεση έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, δεν ενδιαφέρεται για την Ενωση και τους θεσμούς της αλλά για τον γεωστρατηγικό ρόλο της γειτονικής χώρας, ο οποίος ενισχύεται έτι περαιτέρω, εν όψει εξελίξεων στο Ιράκ. Ωστόσο, με βάση ακριβώς αυτή την «υποτιμητική» για το κεκτημένο της Ενωσης αντίληψη, η Αμερική θεωρεί – και το διαμηνύει στην Τουρκία – ότι το «εισιτήριο» για τον ορισμό ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων δεν είναι τόσο τα «κριτήρια της Κοπεγχάγης» – τα οποία άλλωστε οι «τεχνοκράτες» Ευρωπαίοι ερμηνεύουν κατά βούληση – όσο κάποιες «σωστές κινήσεις» στο Κυπριακό, τις οποίες θα δυσκολευθούν πολύ να αγνοήσουν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου!


Η αντίληψη αυτή «εξηγεί» άλλωστε την προχθεσινή κίνηση του ειδικού συντονιστή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το Κυπριακό Τόμας Γουέστον, ο οποίος δήλωσε με κατηγορηματικό τρόπο στον κύπριο υπουργό Εξωτερικών κ. Ιωάννη Κασουλίδη ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Αναν θα «καταθέσει οπωσδήποτε» ένα συνολικό σχέδιο διευθέτησης του Κυπριακού μετά τις τουρκικές εκλογές και πριν από τη σύνοδο κορυφής της Κοπεγχάγης. Η θέση αυτή ξάφνιασε, κατά κάποιον τρόπο, την ελληνική και την ελληνοκυπριακή πλευρά, η οποία εγνώριζε ότι στο περιβάλλον του κ. Αναν υπήρχε προβληματισμός για το εάν και κατά πόσον θα έπρεπε να υποβληθεί ένα συνολικό σχέδιο για το Κυπριακό, προτού εξασφαλισθούν ορισμένες εγγυήσεις – περιλαμβανομένης της σύνθεσης της νέας τουρκικής κυβέρνησης – ότι καμία πλευρά δεν θα σπεύσει να το απορρίψει. Κατά τα φαινόμενα, υπερίσχυσε η προσέγγιση των ΗΠΑ και βεβαίως των Βρετανών, οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη κάποιας μορφής συμφωνίας στο Κυπριακό πριν από την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, ακόμη και αν χρειασθεί να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι τύπου «Καμπ Ντέιβιντ»…


Ο ρόλος της ελληνίδας επιτρόπου


Στις Βρυξέλλες οι «ιδιαιτερότητες» της ελληνικής προσέγγισης στο θέμα των σχέσεων Ευρώπης – Τουρκίας δεν γίνονται εύκολα κατανοητές, ούτε σήμερα που η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στην αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων ούτε παλαιότερα, όταν υπήρχε η πολιτική του βέτο. Ιδιαίτερο ρόλο στη διαχείριση αυτού του, επίσης πολύ ευαίσθητου, ζητήματος έχει αναλάβει η ελληνίδα επίτροπος κυρία Αννα Διαμαντοπούλου (φωτογραφία), εξηγώντας στους συναδέλφους της και γενικότερα σε κοινοτικούς παράγοντες των Βρυξελλών την ελληνική θέση: πρώτα πρώτα ότι η ένθερμη υποστήριξη της ενίσχυσης των ευρωτουρκικών σχέσεων δεν σημαίνει ότι η Αθήνα «υποτιμά» το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που άλλωστε αποτελεί συστατικό στοιχείο της λύσης του Κυπριακού. Και, δεύτερον, ότι σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – όπου τα «αρνητικά αντανακλαστικά» έναντι της Τουρκίας έχουν υπόβαθρο τη μετανάστευση, την πολιτιστική και θρησκευτική διαφορετικότητα και βεβαίως το κόστος μιας μελλοντικής ένταξης στην Ευρώπη – στην Αθήνα, λόγω της βεβαρημένης ιστορίας των διμερών ελληνοτουρκικών σχέσεων και βεβαίως του Κυπριακού, η κοινή γνώμη ιεραρχεί τα πράγματα διαφορετικά…

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version