Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προσεγγίσει ένας κινηματογραφιστής πρόσωπα που στο πέρασμα του χρόνου απέκτησαν μυθικό χαρακτήρα και στην εποχή τους πέτυχαν το ακατόρθωτο. Και είναι αξιοσημείωτο ότι, συγκριτικά με άλλα ιστορικά πρόσωπα που επίσης λατρεύτηκαν, έγιναν σύμβολα και πολλά χρόνια αργότερα τροφοδότησαν τον κινηματογράφο, η «επεξεργασμένη» ποικιλοτρόπως Ιωάννα της Λωρραίνης ανήκει στα περισσότερο νεφελώδη ως προς τη σκιαγράφησή τους. Ισως φταίει η «κατάρα» που δεν έπαψε να συνοδεύει το όνομα της Ζαν ντ’ Αρκ, ακόμη και όταν η μνήμη της αποκαταστάθηκε, ακόμη και όταν ανακηρύχθηκε οσία το 1909 και αγία το 1920. Ισως οφείλεται στο ότι, 500 χρόνια αργότερα, τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά: Τι ήταν τελικά η Ζαν ντ’ Αρκ; ηγέτις; παράφρων; πολεμίστρια; αιρετική; αγία;
Ο Λυκ Μπεσόν είναι ο τελευταίος ως τώρα σκηνοθέτης που οραματίστηκε την Ιωάννα της Λωρραίνης ως κινηματογραφική φιγούρα. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο την παρουσίασε στην ταινία που από χθες προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες: ως φιγούρα και μάλιστα πολύ κοντά σε ηρωίδα βίαιων κόμικς. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το κόμικ κυριαρχεί στην αισθητική όλων των ταινιών του εκρηκτικού γάλλου σκηνοθέτη («Νικιτά», «Το πέμπτο στοιχείο»). Από το υποβλητικό θέαμα όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι σκηνές μάχης και τον τελευταίο τα ιστορικά δεδομένα απουσιάζει, πρώτον, μια ηθοποιός που θα προσέθετε στην Ιωάννα της Λωρραίνης τη διακριτική λάμψη που απαιτεί μια τέτοια ηρωίδα (η Μίλα Γιόβοβιτς είναι απλώς ένα ωραίο, στεγνό πρόσωπο) και, δεύτερον, την εσωτερικότητα που σχεδόν αναγκαστικά καλλιεργείται από τη μεταφυσική προέκταση της ιστορίας. Ο Μπεσόν σκηνοθέτησε την Ιωάννα της Λωρραίνης με το μυαλό του στραμμένο στη λογική του Χόλιγουντ, κάτι που ασφαλώς είχε το καλλιτεχνικό κόστος του, καθ’ ότι αναπόφευκτα «μειώνεται» η ευρωπαϊκή υπόσταση της ηρωίδας (μείον της ταινίας είναι ακόμη και τα «σπασμένα» αγγλικά στα οποία γυρίστηκε).
Πέντε χρόνια πριν από τον Μπεσόν, ο Ζακ Ριβέτ είχε αφηγηθεί την ιστορία της Ιωάννας σε ένα έργο-μαμούθ 320 λεπτών, χωρισμένο σε δύο μέρη, τις μάχες και τις δίκες. Παρά τον ακαδημαϊσμό του το έργο του Ριβέτ (που εδώ το είδαμε μόνο στην τηλεόραση) περιέχει την «tout de force» ερμηνεία μιας καλής ηθοποιού, της Σαντρίν Μπονέρ, στον πιο φιλόδοξο ρόλο της καριέρας της.
Με οδηγό του τα πρακτικά της δίκης ο Ρομπέρ Μπρεσόν μετέφερε στην οθόνη τη «Δίκη της Ζαν ντ’ Αρκ» το 1962, πλησιάζοντας την ηρωίδα του σαν κάτι «εντελώς ξεχωριστό μέσα στην οικογένεια των μυστικιστών», σαν μια γυναίκα που πατούσε γερά στη γη και μιλούσε με απόλυτη φυσικότητα για τα επουράνια και τα οράματά της, λες και ήταν τα πιο συνηθισμένα πράγματα στον κόσμο. Ο Μπρεσόν με τον λιτό ακέραιο κινηματογράφο του πέτυχε τον στόχο του. Αγγιξε την καρδιά χωρίς εξήγηση.
Τελικά, όσο πιο πίσω στον χρόνο προχωρούμε, πάντοτε όμως στη Γηραιά Ηπειρο, τόσο πιο στοχαστικές και φιλοσοφημένες κινηματογραφικές εκδοχές θα βρούμε. Η κατά Καρλ Ντράγερ Ιωάννα της Λωρραίνης, δηλαδή «Τα πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ» (1928), είναι μια από τις αρκετές βωβές ταινίες που γυρίστηκαν και επίσης «απομονώνεται» στο πνεύμα της δίκης έτσι όπως την απέδωσε ο δανός σκηνοθέτης. Ολόκληρη η ταινία μοιάζει με «γκρο πλαν-στοχασμό» πάνω σε μια δίκη της Ιστορίας που μετατρέπεται σε κινηματογραφική τραγωδία μέσα από μια σειρά αντιθέσεων (ανάμεσα στη Ζαν ντ’ Αρκ και στους δικαστές της). Το εύθραυστο, ασκητικό πρόσωπο της ερασιτέχνιδας Ρενέ Φαλκονέτι είναι το πιο νατουραλιστικό όλων των ως σήμερα Ζαν ντ’ Αρκ.
Το Χόλιγουντ ωστόσο παραμένει ο χώρος όπου η επιλεγόμενη Παρθένος της Ορλεάνης βρήκε την ηθοποιό που της ταίριαζε, πάντοτε βεβαίως με τις συγκεκριμένες «προδιαγραφές» του κλασικού δυτικού προϊόντος. Ενός ιστορικού έπους δηλαδή, εδώ όχι ακριβώς μεγαλεπήβολου και θεαματικού (ας μην ξεχνάμε, ότι η συγκεκριμένη ταινία είναι βασισμένη σε θεατρικό έργο του Μάξγουελ Αντερσον) αλλά αυτό που αποκαλείται «star vehicle» («όχημα του σταρ») και που συνήθως δίνει στη/στον ηθοποιό την ευκαιρία να πετύχει ερμηνεία ζωής. Πράγματι η Ινγκριντ Μπέργκμαν υπήρξε η Ιωάννα της Λωρραίνης-σταρ στην κάπως φλύαρη, ακαδημαϊκή ταινία του Βίκτορ Φλέμινγκ παραγωγής 1948. Ο ρόλος πολύ φυσικά την οδήγησε στα Οσκαρ, όπως άλλωστε όλη την ταινία (οκτώ υποψηφιότητες, τρία βραβεία). Η Ιωάννα της Μπέργκμαν είχε τα θεμέλιά της πέρα για πέρα στην Μπέργκμαν μια καλή επιλογή ρόλου για μια ηθοποιό καριέρας.
Η ακριβώς αντίθετη, πρόχειρη όψη του προϊόντος εκ Χόλιγουντ βρίσκεται στη σύνοψη για την ιστορία της ανθρωπότητας «The story of mankind» («Ο κυρίαρχος της Γης») που σκηνοθέτησε ο Ερβινγκ Αλεν το 1958 βασισμένος στο ομότιτλο βιβλίο ιστορίας του Χένρικ Βαν Λουκ. Η εικόνα της Ζαν ντ’ Αρκ μέσα από τη σεξοβόμβα Χέντι Λαμάρ φαντάζει από ασήμαντη ως γελοία και η ταινία αδικεί την εθνική ηρωίδα της Γαλλίας με τον χειρότερο τρόπο: η Λαμάρ θυμίζει περισσότερο κομμάτι από το ντεκόρ που δεν έπρεπε να λείπει και λιγότερο οτιδήποτε άλλο. Σίγουρα πάντως όχι… αγία!
