Ο διαπρεπής γάλλος κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu, γνωστός ήδη στο ελληνικό κοινό (βλ. λ.χ. στο «Βήμα» της 13ης Οκτωβρίου 1996 «Ο Μπουρντιέ και η Ελλάδα»), που ανακηρύχθηκε πέρυσι διδάκτορας επί τιμή από το Τμήμα Νομικής της Σχολής Νομικών, Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκαινίασε πρόσφατα μια ευρύτερου ενδιαφέροντος σειρά στις Εκδόσεις Liber με τίτλο «Λόγοι για δράση» (Raisons d’ agir). Στη σειρά αυτή ενέταξε τα δύο μαθήματά του στο College de France «Για την τηλεόραση» και «Το δημοσιογραφικό πεδίο και η τηλεόραση» που μεταδόθηκαν από το γαλλικό κανάλι Paris Premiere τον Μάιο του 1996, καθώς και ένα παλαιότερο άρθρο του, «Η καθοριστική επίδραση της δημοσιογραφίας», που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1994 στο περιοδικό που ο ίδιος ίδρυσε και διευθύνει («Actes de la recherche en Sciences Sociales»). Τα τρία αυτά αλληλένδετα μεταξύ τους κείμενα συνθέτουν το ιδιαίτερα διαφωτιστικό και πρωτότυπο βιβλίο του «Για την τηλεόραση και την καθοριστική επίδραση της δημοσιογραφίας» (Sur la television suivi de l’ emprise du journalisme).
Η προτροπή για δράση (διανοουμένων, πολιτικών κ.ά.), όπως την αντιλαμβάνεται ο Pierre Bourdieu, δεν αποτελεί αυτόνομο σύνθημα· απορρέει από την κοινωνιολογική ανάλυση η οποία, αποκαλύπτοντας τις κρυμμένες πιέσεις τις οποίες υφίστανται τα άτομα (λ.χ. οι επιστήμονες, οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί ή οι απλοί τηλεθεατές), διευρύνει τα όρια της ελευθερίας τους και τα ωθεί ενδεχομένως στο να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Στο «Μικρό δεοντολογικό post-scriptum» με το οποίο ο Ρ. Β. κλείνει το βιβλίο του για την τηλεόραση είναι σαφής: «Αποκαλύπτοντας τις κρυμμένες πιέσεις που βαρύνουν τους δημοσιογράφους και που αυτοί με τη σειρά τους ασκούν σε όλους τους παραγωγούς πολιτισμού (…) προσπαθούμε να προσφέρουμε στους μεν και στους δε τη δυνατότητα να απελευθερωθούν μέσω της συνειδητοποίησης της καθοριστικής επιρροής των μηχανισμών αυτών και ίσως να προτείνουν ένα πρόγραμμα συντονισμένης δράσης ανάμεσα στους καλλιτέχνες, στους συγγραφείς, στους επιστήμονες και στους δημοσιογράφους, στους κατόχους του (εν μέρει) μονοπωλίου της διάδοσης» (σελ. 94). Ο πρακτικός (πολιτικός με την ευρύτερη έννοια) στόχος της αποκρυπτογράφησης που κάνει ο Ρ. Β. των μηχανισμών της τηλεόρασης σε αλληλεπίδραση με το πεδίο της δημοσιογραφίας είναι, σε τελευταία ανάλυση, «να συμβάλει στο να προσφερθούν εργαλεία – όπλα σε όσους αγωνίζονται μέσα στα επαγγέλματα της εικόνας (metiers de l’ image) να μη μετατραπεί σε μέσο συμβολικής καταπίεσης αυτό που θα μπορούσε να γίνει ένα σημαντικότατο μέσο άμεσης δημοκρατίας» (σελ. 8).
Το κύριο εμπειρικό σημείο αναφοράς στη δομική αυτή ανάλυση του Ρ. Β. είναι η γαλλική τηλεόραση και οι γάλλοι δημοσιογράφοι (ως κάτοχοι θέσης μέσα σε συγκεκριμένο πεδίο). Παραπέμπει όμως και σε παραδείγματα από άλλες χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) καθιστώντας έτσι τις κριτικές παρατηρήσεις του ευρύτερα γενικεύσιμες. Εντοπίζοντας ως κύριο αίτιο της παθολογίας της τηλεόρασης τον «χωρίς όρια ανταγωνισμό» μεταξύ των καναλιών (και των δημοσιογράφων τους) για ολοένα περισσότερους τηλεθεατές, για ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο στις μετρήσεις τηλεθέασης (audimat) που οδηγεί συχνά στην εκμετάλλευση των αισθημάτων πάθους των ανθρώπων (ξενοφοβία, ρατσισμός, υπέρμετρος εθνικισμός κλπ.), αναφέρει μεταξύ άλλων, ως παράδειγμα μιας τέτοιας κατάχρησης, την περίπτωση της βραχονησίδας Ιμια. Με αφορμή το γνωστό επεισόδιο, ιδιωτικά ελληνικά και τουρκικά τηλεοπτικά κανάλια, ενισχυόμενα αντίστοιχα από μερίδα του Τύπου, ενορχήστρωσαν στις οθόνες τους εικόνες και συνθήματα εθνικιστικής υστερίας που παραλίγο να οδηγήσουν σε πολεμική αναμέτρηση (σελ. 6).
Η κεντρική θέση του γάλλου κοινωνιολόγου είναι ότι η λογική της τηλεμέτρησης δηλαδή, η λογική της οικονομίας και της δημαγωγίας επιβάλλεται στο πεδίο της τηλεόρασης και μέσω αυτού διεισδύει στο δημοσιογραφικό πεδίο, το οποίο με τη σειρά του τη μεταφέρει σε άλλα πεδία (στο καλλιτεχνικό, στο επιστημονικό, στο πολιτικό, ακόμη και στο πεδίο της δικαιοσύνης champ juridique κλπ.). Η κατάσταση αυτή έχει σημαντικές κοινωνικές συνέπειες για την αυτονομία και τη δημοκρατία που με εντυπωσιακή οξυδέρκεια και πρωτοτυπία αποκαλύπτει ο Ρ.Β.
Σύμφωνα με τη θεωρία του Bourdieu, το «πεδίο» (champ) είναι ένας κοινωνικά δομημένος χώρος συναγωνισμών και αγώνων, με τα δικά του εσωτερικά αξιολογικά κριτήρια που εκφράζουν την ιδιαίτερη λογική του, με βάση τα οποία τα άτομα που λειτουργούν μέσα σ’ αυτόν καταλαμβάνουν θέσεις στις ιεραρχίες της εξουσίας και του κύρους (σελ. 66).
Η αυτονομία όμως ενός πεδίου (λ.χ. του επιστημονικού ή της δικαιοσύνης) τείνει να μειώνεται από τη στιγμή που άτομα έξω από αυτό, που ανήκουν στα πεδία της τηλεόρασης και της δημοσιογραφίας, στηριζόμενα στην ισχύ που τους παρέχει η συμμετοχή τους αυτή, παρεμβαίνουν με εμπορευματικά κριτήρια στις αξίες και στις αξιολογήσεις που προσιδιάζουν στη λογική του άλλου πεδίου. Για παράδειγμα, αναδεικνύουν το τηλεοπτικό «fast thinking» (δηλαδή, την ικανότητα των προσκεκλημένων να ανταποκρίνονται με την επιβαλλόμενη από την εκπομπή ταχύτητα στις ερωτήσεις του τηλεπαρουσιαστή) σε πνευματικό προσόν και πρότυπο, ενώ αυτό αντιστρατεύεται τη δυνατότητα εμβάθυνσης σε ένα θέμα και ανάπτυξης επιχειρημάτων (αξίες του επιστημονικού πεδίου) και καλλιεργεί την «προ-επεξεργασμένη πνευματική τροφή», την «πολιτισμική ταχυφαγία» (fast-food culturel)· ανεβάζουν τις «μετοχές» μετριοτήτων μη λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση των ατόμων αυτών από τους πράγματι ειδικούς, τους συναδέλφους τους, ή υποδεικνύουν ποια είναι η δίκαιη έκβαση μιας ποινικής υπόθεσης προτού ακόμη αυτή φθάσει στο δικαστήριο, προτού δηλαδή αποφανθούν γι’ αυτήν οι ειδικοί του πεδίου της δικαιοσύνης, οι δικαστές.
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ή επικοινωνίας) παρεμβαίνοντας με τη λογική του μάρκετινγκ στη λογική των άλλων κοινωνικών πεδίων στερούν από αυτά, σύμφωνα με την εκτίμηση του Ρ. Β., τη δυνατότητά τους να αντιτάσσουν στη διαστρέβλωση της αλήθειας, στην ακαλαισθησία, στην αυθαιρεσία ή στην αδικία τη δική τους, διαχρονικά καταξιωμένη, διαφορετική λογική. Με δυο λόγια, από αυτόνομα που ήσαν, κατά παράδοση, αυτά καθίστανται σήμερα εν μέρει ετερόνομα.
Η «έξωθεν» αυτή παρέμβαση των ΜΜΕ (η οποία διευκολύνεται από τη συχνή πλέον παρουσία μέσα στα διάφορα πεδία «ετερόνομων διανοουμένων» intellectuels heteronomes που υιοθετούν την ξένη προς το πεδίο τους εμπορευματική και δημαγωγική λογική αποκομίζοντας έτσι προσωπικά οφέλη) αποβαίνει ιδιαίτερα επικίνδυνη για τη διατήρηση και την εμβάθυνση των μεγάλων κοινωνικών, πολιτικών, πνευματικών και ηθικών κατακτήσεων του ανθρώπου (σσ. 65-75).
Αλλος ένας κορυφαίος διανοούμενος της εποχής μας, ο αυστριακός φιλόσοφος Karl Popper (και αυτός διδάκτορας επί τιμή του Πανεπιστημίου Αθηνών), εκφράζει, όπως και ο Pierre Bourdieu, τη μεγάλη ανησυχία του για τους κινδύνους που εγκυμονεί η τηλεόραση για την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας και ταυτόχρονα τη συγκρατημένη αισιοδοξία του ότι, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις ελέγχου της τηλεόρασης από τους ίδιους τους παραγωγούς της και τους επαγγελματίες της, αλλά και από το φωτισμένο κοινό, αυτή θα μπορούσε να διαδραματίζει ένα θετικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση των μελών της κοινωνίας (βλ. Karl Popper – John Condry, «Τηλεόραση. Κίνδυνος για τη Δημοκρατία», μετάφραση Αγγελου Φιλιππάτου, «Νέα Σύνορα» – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, σσ. 23-40).
Για τον Popper ο ρόλος αυτός θα έπρεπε να εστιάζεται στη δημιουργία ενός εποικοδομητικού εκπαιδευτικού περιβάλλοντος, ιδίως για τη νεολαία. Η τηλεόραση θα πρέπει να πάψει να παράγει βία μέσω της καθημερινής υπέρμετρης προβολής της, που έχει ως συνέπεια τον εθισμό ιδίως των παιδιών και των εφήβων σε αυτήν. Για τον Bourdieu ο ρόλος της τηλεόρασης θα πρέπει να προσανατολιστεί κυρίως στην αποφυγή άσκησης συμβολικής βίας: βίας που ασκείται με τη συνενοχή όσων την υφίστανται γιατί δεν τη συνειδητοποιούν ως βία, ως «βιασμό» συλλογικών πολιτισμικών κατακτήσεων και ηθικών αξιών. Αλλωστε ανάλογη έλλειψη συνειδητοποίησης της βίας ως βίας διακρίνει συχνά και όσους την ασκούν (σσ. 15-16).
Τόσο ο Bourdieu όσο και ο Popper απέδειξαν την καλοπιστία τους απέναντι στο «κουτί με τις εικόνες», όπως και την εμπιστοσύνη τους στις διαφωτιστικές δυνατότητές του, εμπράκτως, με το να δεχθούν να θέσουν τα κριτικά τους ερωτήματα για την τηλεόραση μέσα από την τηλεόραση συμμετέχοντας οι ίδιοι σε τηλεοπτικές εκπομπές, που διασφάλιζαν όμως ευνοϊκούς για την ανάπτυξη επιχειρημάτων όρους. Στην Ελλάδα τέτοιου είδους εκπομπές υπήρξαν λ.χ. «Τα μονοπάτια της σκέψης» του Γιάννη Κασπίρη και «Στο κατώφλι του 20ού αιώνα» του Τίτου Πατρίκιου.
Το μήνυμα στο οποίο συναντώνται οι δύο σπουδαίοι διανοητές του αιώνα μας είναι σαφές: η δημοκρατία όχι μόνο δεν μπορεί να ανθήσει αλλά ούτε καν να υπάρξει ουσιαστικά σε συνενοχή με τη βία (υλική και συμβολική) που σχεδόν ανενόχλητη η τηλεόραση παράγει και αναπαράγει καθημερινά.
Τι πρέπει και τι μπορεί, λοιπόν, να γίνει; Ο Bourdieu δεν προτείνει συγκεκριμένες νομοθετικές λύσεις, όπως ο Popper στο δικό του μελέτημα για την τηλεόραση, μας προτείνει όμως να εμβαθύνουμε στις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την ηθική συμπεριφορά: «Στον κόσμο μας, που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό κυνισμού, πολύς λόγος γίνεται για την ηθική. Ως κοινωνιολόγος γνωρίζω, όμως, ότι η ηθική δεν είναι αποτελεσματική παρά μόνο αν στηρίζεται σε δομές, σε μηχανισμούς που να έχουν ως συνέπεια τα άτομα να αισθάνονται ότι έχουν συμφέρον στην ηθική» (σελ. 64). Η εμπέδωση τέτοιου τύπου «ηθικογόνων» δομών και μηχανισμών με κυρώσεις και ανταμοιβές στους χώρους των ελληνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης και όχι μόνον θα αποτελούσε ένα πολύ θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αυτονομίας σημαντικών κοινωνικών πεδίων και της ουσιαστικής λειτουργίας της δημοκρατίας μέσω της ελαχιστοποίησης της παραγωγής υλικής και συμβολικής βίας. Το πολύπλοκο αυτό εγχείρημα είναι βέβαια πολύ δύσκολο να εφαρμοσθεί, όχι όμως και ακατόρθωτο. Πάντως, η πρόσφατη αναβάθμιση του ρόλου του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και το άμεσο ενδιαφέρον του ίδιου του Πρωθυπουργού για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του ως μηχανισμού κοινωνικού ελέγχου, που παρέχει σε αυτό πρόσθετη ισχύ, αποτελούν ελπιδοφόρες ενδείξεις. Φαίνεται ότι υπάρχει τώρα μια αυξημένη πιθανότητα η «ηθική ανησυχία» για τις καταχρήσεις της τηλεόρασης, που έχει συχνά εκφρασθεί και από έλληνες διανοουμένους, να μην παραμείνει μόνο στο επίπεδο του κριτικού λόγου.
Το πολυσυζητημένο στο εξωτερικό βιβλίο του Pierre Bourdieu για τις συνδυασμένες επιδράσεις της διαπλοκής της τηλεόρασης με άλλα κοινωνικά πεδία πάνω στην ποιότητα του πνευματικού μας πολιτισμού και της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής αποκτά συνεπώς μια πρόσθετη επικαιρότητα και χρησιμότητα για τα ελληνικά δεδομένα. Αξίζει να μεταφραστεί στα ελληνικά και πάντως να διαβαστεί από όσο το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες: οξύνοντας την ενάργειά μας σε σχέση με την παθολογία αλλά και τις δημιουργικές δυνατότητες της τηλεόρασης, μας εφοδιάζει ταυτόχρονως με «λόγους για δράση».
Η κυρία Ιωάννα Λαμπίρη – Δημάκη είναι καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
