Συναντώντας ξανά την Ατοσσα
Είναι η δεύτερη φορά που η Ρένη Πιττακή ερμηνεύει την Ατοσσα στους «Πέρσες» του Αισχύλου και η τρίτη που συμμετέχει στην παράσταση του Θεάτρου Τέχνης καθώς το 1966 ήταν μία από τις ακόλουθες της Βασίλισσας, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Το 1988 έγινε η πρώτη αναβίωση από τον Μίμη Κουγιουμτζή και τον Γιώργο Λαζάνη και εφέτος ακολουθεί η επόμενη. Η ηθοποιός ντύνεται και πάλι το κοστούμι της Βασίλισσας, αυτή τη φορά για να αναζητήσει νέες πτυχές του ρόλου. Πριν από την πρεμιέρα της προσεχούς Παρασκευής στην Επίδαυρο, μιλάει στο «Βήμα» για την Ατοσσα, για την ιδέα της αναβίωσης των παραστάσεων του δασκάλου της Καρόλου Κουν και για τις θεατρικές αναμνήσεις της από τους «Πέρσες».
Κυρία Πιττακή, πώς σας φαίνεται η ιδέα της αναβίωσης των παραστάσεων του Καρόλου Κουν; Με τους «Πέρσες» η αρχή έγινε το 1988. Σε τι διαφέρει η εφετινή παράσταση;
«Αρχικά θα έλεγα ότι μια παράσταση, όσο και να ‘ναι τέλεια, είναι ένα ζωντανό παιδί, γι’ αυτό και γερνάει καθώς τα χρόνια περνούν. Οι “Ορνιθες” μου απέδειξαν το αντίθετο, ιδίως με την τελευταία επανάληψη. Το καινούργιο θεατρικό κοινό είναι κρίμα να γνωρίζει τον Κουν μόνο ως όνομα και όχι το έργο του, τουλάχιστον κάποιες κορυφαίες στιγμές του, αλλά και οι παλιοί, οι οποίοι γυρίζουμε και απολαμβάνουμε ένα ποίημα του Σεφέρη, μια μελωδία του Χατζιδάκι, το χρειαζόμαστε σαν διάλειμμα στις σύγχρονες αναζητήσεις, σαν ανάσα που μας δίνει δύναμη να προχωρήσουμε. Τώρα είναι η ώρα των “Περσών” να δοκιμαστούν ξανά. Οταν κάτι είναι παλιό, η ζωή το ξεπερνά και το αφήνει να πεθάνει. Αλλιώς το κάνει ζωντανή παράδοση και όχι μουσειακό έκθεμα. Ετσι μπαίνοντας σε έναν καινούργιο αιώνα διαλέγουμε να πάρουμε μέσα στη βαλίτσα μας κάποιες από τις παραστάσεις που μας σημάδεψαν».
Τι θυμάστε από τους «Πέρσες» του ’65; Τι αναμνήσεις κρατάτε από τη διδασκαλία του Καρόλου Κουν;
«Θυμάμαι ότι ως ακόλουθος της Νέλλης Αγγελίδου (Ατοσσας) συμμετείχαμε μαζί με την Εύα Κοταμανίδου, την Κατερίνα Καραγιάννη και τη Σοφία Μιχοπούλου με τέτοια ακραία ένταση στο περσικό πένθος σαν να έπαιζαν 15 Ηλέκτρες μαζί! Θυμάμαι τις φοβερές περιοδείες στην Ελλάδα και τον κόσμο. Πόσο μου έχουν λείψει αυτά τα ταξίδια στον κόσμο με το θέατρο. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό και τη βαθιά συγκίνηση του κόσμου. Θυμάμαι τον Κουν αεικίνητο και αγχώδη να μην παρασυρθεί η ομάδα από τις σειρήνες και χάσει τη φόρμα της. Οσο για τη διδασκαλία, δεν ήμουν δυστυχώς μπροστά: στην παράσταση μπήκα αργότερα, αφού τελείωσα τη σχολή. Αλλά απ’ όσο ξέρω ο Κάρολος Κουν δεν ακολούθησε ποτέ ένα σχέδιο ή μια συγκεκριμένη μέθοδο αλλά πατώντας ο ίδιος σε ένα πλατύ και κριτικό υπόβαθρο και σε ένα φοβερό ένστικτο αυτοσχεδίαζε με το κείμενο και με τη μουσική και προσκαλούσε τους ηθοποιούς και μαθητές του να κάνουν το ίδιο κρατώντας και συνθέτοντας ό,τι του άρεσε. Ετσι γεννήθηκε ο χορός των Περσών. Είναι πολύ σημαντικό για τον ηθοποιό να αισθάνεται ελεύθερος, να αυτοσχεδιάζει και στη συνέχεια να πειθαρχεί στην μπαγκέτα του διευθυντή ορχήστρας».
Τι ήταν αυτό που έκανε τους «Πέρσες» μια παράσταση «ιστορική»;
«Οι “Πέρσες” είναι ένα κείμενο οριακό. Η αναμέτρηση μαζί του είχε για το Θέατρο Τέχνης ως αποτέλεσμα μια παράσταση-σταθμό για όλο το ελληνικό θέατρο. Το δίδυμο Καρόλου Κουν – Γιάννη Χρήστου “δίδαξε” το έργο με τέτοιον τρόπο που όχι μόνο ανέδειξε το διαχρονικό βάθος του αλλά έδωσε μια νέα μορφή-πρόταση στον Χορό φέρνοντας καινούργια πνοή στην υπόθεση της τραγωδίας. Οπως είναι φυσικό, η αισθητική της παράστασης στον λόγο, στην κίνηση, στην όψη εκφράζει μια άλλη εποχή, του ’60-’65. Μια ζωντανή πνοή και ένα απίστευτο πάθος διαπερνούσαν αυτή τη φόρμα. Αυτό είναι το ζητούμενο, αυτό που ενέπνεαν στα τότε παιδιά ο Κάρολος Κουν και ο Χρήστου, και όταν αυτό το βλέπω στιγμές στιγμές να ξαναζεί μέσα από τα παιδιά του τώρα στο Υπόγειο, λέω: “Αξίζει η δοκιμασία”».
Ποια είναι η δική σας προσέγγιση στην Ατοσσα;
«Ενα από τα κύρια κλειδιά για μένα είναι το όνειρο της Ατοσσας και ξέρω και εγώ από όνειρα και εφιάλτες. Η διαίσθηση της καταστροφής είναι η καρδιά του ρόλου. Ολα όσα λέγονται τα βλέπουμε αμέσως να ξεδιπλώνονται μπροστά μας μέσα από τη διήγηση του Αγγελιοφόρου και όλο το έργο είναι ένας ατελείωτος θρήνος, με εξαίρεση τη σοφή παρέμβαση του νεκρού Δαρείου: “Μην είσαστε αλαζόνες, άπληστοι και μην ξεχνάτε τις χαρές της ζωής”. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει έντονο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της προστασίας του παιδιού και της εξουσίας της».
Ποιο είναι το ενδιαφέρον για σας επιστρέφοντας σε έναν ρόλο;
«Πριν από 13 χρόνια ήθελα να προβάλω το ύφος της εξουσίας που εξωτερικά μένει αράγιστο από τον πόνο. Ο οίκτος δεν ταιριάζει σε μια βασίλισσα. Τώρα με κεντρίζει ιδιαίτερα η επίγνωση της ματαιότητας της εξουσίας και της κινούμενης άμμου πάνω στην οποία προσπαθεί να σταθεί όρθια η Ατοσσα».
