Με όπλο την ειλικρίνεια
Λέει ότι είναι απλώς ένας άνθρωπος που φτιάχνει τραγούδια, όχι συνθέτης ή στιχουργός. Γράφει όπως αντιλαμβάνεται αυτός την τραγουδοποιία. Χωρίς συνταγές. Ο Παντελής Θαλασσινός είναι αυτοδίδακτος μουσικός και θέλει να υπολογίζεται σαν ένας βιοτέχνης που φτιάχνει κάτι από καρδιάς. «Αυτό βέβαια απαιτεί πολλή δουλειά, δεν αρκεί η έμπνευση. Δεν πιστεύω στην έμπνευση, πιστεύω μόνο στη δουλειά, στο να καθήσεις να φτιάξεις κάτι. Οπως ένα χειροτέχνημα, όπως οτιδήποτε. Η έμπνευση είναι υπόθεση ενός λεπτού αλλά αν δεν κάτσεις να τη δουλέψεις νομίζω ότι πετάει και φεύγει, δεν είναι τίποτε».
Με τη μουσική ασχολείται από επτά χρονών παιδί. Είχε μια «κιθαρίτσα» και την ταλαιπωρούσε. Τραγούδια έγραψε αργά, στα 27 του. Σήμερα που είναι 42 δεν έχει πολλά. Κάποια εποχή έγραφε πολλά και πέταγε πολλά. Τώρα γράφει λίγα και αυτά τα λίγα τα κρατάει μόνο για τον εαυτό του. Δεν του περισσεύουν τα τραγούδια. Παραμένει ερασιτέχνης εις πείσμα όλων των γύρω του προσδοκιών. Δεν γράφει ανεξαρτήτως συνθηκών. Δεν μπορεί να δουλεύει τη νύχτα και να συνθέτει συγχρόνως. «Για να γράψεις ένα τραγούδι πρέπει να βρεις τον χρόνο σου, τη βολή σου. Δουλεύοντας δεν μπορείς να το κάνεις. Αυτά που γράφονται παράλληλα με άλλες δουλειές, όταν βαράς 200 παλμούς, δεν είναι τραγούδια. Κατά καιρούς τα καταφέρνω όμως και κάθομαι μία εβδομάδα για να γράψω ένα τραγούδι. Εχω γράψει και τραγούδι μέσα σε τρεις μήνες». Πιο πολύ δουλεύει πάνω σε στίχους, τους οποίους τους μαθαίνει απέξω και προσπαθεί να τους τραγουδήσει. Τα τραγούδια τα γράφει μονωδιακά, μόνο με το στόμα. Από εκεί και πέρα οι συγχορδίες ουδόλως λέει τον ενδιαφέρουν. Αν είναι μια συγχορδία σωστή ή αν θέλει τρία ακομπανιαμέντα και αυτός βάζει ένα. Οι συνεργασίες του με στιχουργούς δεν κρύβουν εκπλήξεις. Πάντα οι ίδιοι άνθρωποι. «Συνήθως συνεργάζομαι με ανθρώπους με τους οποίους κάνω και παρέα, δηλαδή αυτοί κάποια στιγμή θα μου πετάξουν έναν στίχο και μπορεί να τον αγαπήσω ή να τον ερωτευθώ».
Σε λίγο ο Παντελής Θαλασσινός θα κυκλοφορήσει έναν διπλό, ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο ενώ άρχισε την Παρασκευή εμφανίσεις σε έναν μικρό χώρο, απ’ αυτούς στους οποίους μπορεί να λειτουργήσει, τη «Μυροβόλο», που από τη Χίο «μετακόμισε» στην οδό Φιλελλήνων. «Οταν ένα μαγαζί είναι μικρό, μπορείς να κοιτάξεις και τον τελευταίο θεατή. Εγώ είμαι κιθαρωδός. Αυτό έχω μάθει να κάνω. Βγαίνω με την κιθάρα μου, τραγουδάω και από κάτω μού ζητάνε παραγγελίες. Το μόνο μου όπλο είναι η ειλικρίνεια. Να κοιτάξω τον άλλον στα μάτια και να του πω “τραγούδα μαζί μου”. Αυτό ξέρω να κάνω, γιατί το κάνω πολλά χρόνια». Οι ηχογραφήσεις είναι από τις καλοκαιρινές συναυλίες του, υπάρχουν όμως στον δίσκο και τρία καινούργια τραγούδια.
Είναι πολλά τα τραγούδια του που ερμηνεύουν άλλοι, μεγάλοι τραγουδιστές. Τις πιο πολλές εκτελέσεις έχουν κάνει «Τα σμυρναίικα τραγούδια». Του αρέσει να τους ακούει. «Οταν άκουσα τραγούδια μου από άλλους, κολακεύτηκα. Θεωρώ ότι είναι μια δικαίωση ενός τραγουδιού που κάποια στιγμή έγραψα στη Χίο μόνος μου».
Στη Χίο έζησε παιδικά χρόνια και επιστρέφει πάντα εκεί. Στη Χίο λέει τραγουδιούνται τραγούδια μικρασιάτικα. Αυτά άκουγε πάντα. «Τα τραγούδια μου είναι πάνω σ’ αυτούς τους δρόμους γραμμένα. Πολλά απ’ αυτά μπορεί να είναι και κλεμμένα, αυτές είναι όμως οι μελωδίες μέσα μου, είμαι λανθάνων κλεψιγνώστης. Αυτά τα τραγούδια παίζω σε μπαλάντες με την κιθάρα μου. Είναι μπαλάντες πάνω σε μικρασιάτικες μελωδίες και ρυθμούς».
Εχει φανατικούς ακροατές, από πολύ μικρά παιδιά που μπορεί να τους αρέσει ένα σουξεδάκι ως μεγάλους ανθρώπους. Στον Βόλο πήγε και τον βρήκε ένας 90χρονος για να του πει «μπράβο». Καταχάρηκε, ένιωσε ευτυχής.
Στην αρχή όταν του μίλαγαν θαυμαστές ντρεπόταν. Τώρα αρχίζει να συνηθίζει. «Ξέρεις, σιγά σιγά καβαλάς το καλάμι, που λένε. Δεν μπορείς να το καβαλήσεις κατευθείαν…» λέει αστειευόμενος.
