Η αναθεώρηση ενός Προγράμματος Σύγκλισης οποιουδήποτε κράτους – μέλους δεν απαγορεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Κάθε κράτος – μέλος, το οποίο εκτιμά ότι πρέπει να αναπροσδιορίσει τους στόχους του στην οικονομία, μπορεί να ζητήσει την έγκριση ενός αναθεωρημένου προγράμματος. Αρκεί βεβαίως να αιτιολογεί επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ζητεί την αναθεώρηση. Σε μια τέτοια περίπτωση υποβάλλει το αίτημά του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αφού εκφέρει τη γνώμη της το υποβάλλει για έγκριση στο Συμβούλιο υπουργών Eco/Fin. Αναθεωρημένα Προγράμματα Σύγκλισης έχουν υποβάλει εκτός της Ελλάδας και η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία.
Εκείνο που πρέπει να διευκρινισθεί είναι ότι ένα αναθεωρημένο Πρόγραμμα Σύγκλισης μπορεί να εμπεριέχει προβλέψεις επί το «χείρον» ή επί το «βέλτιστον». Δηλαδή ή να υποβάλλεται στην Ε.Ε. διότι δεν πέτυχε τους στόχους του το πρώτο (αρχικό) πρόγραμμα ή διότι πέτυχε τόσο πολύ η εφαρμογή του ώστε να είναι δυνατή μια χαλάρωση. Αν η αναθεώρηση γίνει για τον πρώτο λόγο, τότε αναμφίβολα ο μεγάλος χαμένος θα είναι ο εργαζόμενος και ο συνταξιούχος, οι οποίοι θα κληθούν να υποστούν τις συνέπειες μιας περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής. Αν όμως υποβάλλεται για τον δεύτερο λόγο, τότε προκύπτει ότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι μπορούν να αναμένουν βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην περίπτωση όπου δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι ενός προγράμματος είναι υποχρεωτική η αναθεώρησή του. Στην περίπτωση όμως όπου οι στόχοι του επιτυγχάνονται όχι μόνο η αναθεώρησή του δεν είναι υποχρεωτική αλλά δεν υφίστανται και λόγοι αλλαγής των στόχων του.
Ας δούμε όμως αν συμφέρει την Ελλάδα, στην παρούσα φάση, να προχωρήσει σε μια αναθεώρηση. Η απάντηση που δίνουν αρμόδιοι της κυβέρνησης σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι: Οχι, δεν την συμφέρει, και αυτό για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον, διότι ούτως ή άλλως το θέμα της συνέχισης εφαρμογής των κριτηρίων της Συνθήκης του Μάαστριχτ θα μας απασχολεί από τώρα και στο εξής όλο και περισσότερο. Τα κριτήρια θεωρούνται τώρα «άπιαστα» για πολλά κράτη – μέλη και υπάρχουν σκέψεις για αναβολή της έναρξης ισχύος της Γ’ φάσης της ΟΝΕ. Τούτο σημαίνει ότι αν στην παρούσα φάση η Ελλάδα ζητούσε αναθεώρηση του Προγράμματος Σύγκλισης θα επεδείκνυε αδυναμία εφαρμογής του, γεγονός άλλωστε που δεν αληθεύει αφού οι όροι του προγράμματος τηρούνται απαρέγκλιτα. Παράλληλα, θα αποδυνάμωνε τις όποιες διαπραγματευτικές δυνατότητές της στη συζήτηση για την αλλαγή των κριτηρίων.
Αλλωστε (και αυτό πρέπει να επισημανθεί) η Ε.Ε. έχει αποφασίσει να εξετάσει την πορεία των Προγραμμάτων Σύγκλισης όλων των κρατών – μελών της.
Δεύτερον, διότι μόνο και μόνο η πρόθεση αναθεώρησης μπορεί να προκαλέσει διαταραχή στην αγορά, αναμονή, στασιμότητα, μερική επενδυτική αποχή, ανοδική πορεία τιμών και άρα αύξηση επιτοκίων κλπ., λόγω των διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας. Τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα των ανωτέρω θα προκαλέσουν αναπόφευκτα και αύξηση της ανεργίας.
Συνεπώς, όχι μόνο δεν υφίσταται στην παρούσα φάση λόγος αναθεώρησης του Προγράμματος Σύγκλισης αλλά καλό θα ήταν να μην εκδηλώνονται και τέτοιες προθέσεις, τονίζουν κυβερνητικές πηγές. Αλλωστε η Ε.Ε. δεν υποχρεώνει κανέναν να λάβει συγκεκριμένα μέτρα στο πλαίσιο του Προγράμματος Σύγκλισης. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι να τηρούνται οι στόχοι και όχι πώς θα επιτευχθούν..
