Οταν στην Τουρκία ανακαλύπτουν τον αντιαμερικανισμό

Οταν στην Τουρκία ανακαλύπτουν τον αντιαμερικανισμό * Τι (δεν) άλλαξε η επίσκεψη Αμπντουλάχ Γκιουλ στις ΗΠΑ A. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Σε νέο γύρο εσωτερικών αναμετρήσεων με φόντο τις σχέσεις με τις ΗΠΑ οδηγεί η επίσκεψη του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Ουάσιγκτον. H επίσκεψη έδωσε την ευκαιρία σε δημόσια διατύπωση της πρόσκλησης της Ουάσιγκτον για τη συμμετοχή της Τουρκίας

Οταν στην Τουρκία ανακαλύπτουν τον αντιαμερικανισμό

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ.


Σε νέο γύρο εσωτερικών αναμετρήσεων με φόντο τις σχέσεις με τις ΗΠΑ οδηγεί η επίσκεψη του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Ουάσιγκτον. H επίσκεψη έδωσε την ευκαιρία σε δημόσια διατύπωση της πρόσκλησης της Ουάσιγκτον για τη συμμετοχή της Τουρκίας στη δύναμη σταθεροποίησης που θα αστυνομεύσει και θα βοηθήσει να διοικηθεί το Ιράκ στη μεταβατική περίοδο. H πρόσκληση αναβιώνει την εσωτερική σύγκρουση που έζησε η Τουρκία τις παραμονές του πολέμου εναντίον του Ιράκ. Το συντηρητικό στρατόπεδο, που αναπτύσσει έναν αναπάντεχο αντιαμερικανισμό, δεν θέλει καμία εμπλοκή στο Ιράκ. Προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τις δυσκολίες που συνεπάγεται μια τέτοια – αντιδημοφιλής – απόφαση για να υπονομεύσει την κυβέρνηση. Αν η κρίση αυτή παραταθεί, όλες οι κρίσιμες αποφάσεις για τις σχέσεις της Τουρκίας με την EE, περιλαμβανομένων των ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού, θα ληφθούν – και πάλι – κάτω από την πίεση μιας δύσκολης για την τουρκική κυβέρνηση συγκυρίας.


H τουρκική κυβέρνηση δεν είχε καμία δυσκολία να αποδεχθεί την αποστολή τουρκικών δυνάμεων στο Ιράκ. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιουλ είχε ήδη δηλώσει ότι επιζητεί μεγαλύτερη συμμετοχή της Τουρκίας στην ανασυγκρότηση του Ιράκ. «Θέλουμε η Τουρκία να είναι μέσα στην εικόνα της περιοχής» είχε δηλώσει περιγράφοντας ταυτόχρονα την ανασυγκρότηση του Ιράκ ως μια διαδικασία που θα μετατρέψει το Ιράκ σε υπόδειγμα δημοκρατίας και ευμάρειας για τον ισλαμικό κόσμο. Αυτό το όραμα ωστόσο προσκρούει σε ισχυρότατες αντιστάσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, γιατί απέχει ουσιαστικά από την πολιτική που ακολουθούσε ως τώρα η Τουρκία στο θέμα του Ιράκ. H συντηρητική πολιτική υπαγορεύεται από τον εφιάλτη της δημιουργίας μιας αυτόνομης κουρδικής οντότητας στο Βόρειο Ιράκ, στα σύνορα των κουρδικών πληθυσμών της Τουρκίας.


Το συντηρητικό κατεστημένο εξακολουθεί να αναπτύσσει τα ίδια αντανακλαστικά στο άκουσμα της λέξεως Ιράκ και αδυνατεί να αντιληφθεί τις μεγάλες αλλαγές που έχουν ήδη συντελεσθεί. «Οι κουρδικές ομάδες που μέχρι πρότινος λοιδορούσε και περιέπαιζε η Αγκυρα είναι σήμερα πυλώνες της αμερικανικής πολιτικής το Ιράκ» λέει ο Τσενκίς Τσαντάρ, ένας από του λίγους τούρκους αναλυτές που ήταν έτοιμοι να αντιληφθούν τις νέες πραγματικότητες.


Το τουρκικό επιτελείο επιμένει ωστόσο να διατηρεί αυτόν τον έλεγχο στις συνοριακές διόδους από την Τουρκία προς το Ιράκ και κρατάει τα σύνορα κλειστά. Ο στρατός νομίζει ότι μπορεί να διατηρήσει την επιρροή του στην περιοχή «προβάλλοντας τη δύναμη», όπως έκανε στην προηγούμενη συγκυρία. H συμβολική σημασία της σύλληψης των τούρκων αξιωματικών από τους Αμερικανούς «θα έπρεπε να διαλύσει κάθε τέτοια φαντασίωση», λένε αναλυτές που πιστεύουν ότι τα μηνύματα αυτά έχουν αρχίσει να γίνονται κατανοητά σε ορισμένα τουλάχιστον τμήματα της στρατιωτικής ηγεσίας.


Το συντηρητικό μπλοκ, που αναπτύσσει ωστόσο ακόμη τα κλασικά αντανακλαστικά, κινητοποιεί και πάλι τις δυνάμεις που κατάφεραν τον περασμένο Φεβρουάριο να εμποδίσουν την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο, ανοίγοντας την πόρτα στη μεγαλύτερη κρίση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων που γνώρισε η ιστορία. Ο πρόεδρος Σεζέρ επανέλαβε την άποψη ότι η αποστολή τουρκικών δυνάμεων στο Ιράκ μπορεί να γίνει μόνο αν εξασφαλισθεί σαφής εντολή από τα Ηνωμένα Εθνη, ενώ την ίδια άποψη επανέλαβε και ο πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών σχέσεων της τουρκικής εθνοσυνέλευσης Μεχμέτ Ντουλγκέρ.


Οι αντιρρήσεις ωστόσο δεν έχουν νομικό αλλά ουσιαστικά πολιτικό χαρακτήρα και συνδέονται με τον καλπάζοντα αντιαμερικανισμό που έχει κυριεύσει το τουρκικό συντηρητικό κατεστημένο. Τα πολιτικοκοσμικά σαλόνια του καλοκαιριού αποκάλυψαν πως πυλώνες του φιλοαμερικανισμού στον χώρο της δημοσιογραφίας, της πολιτικής και της διπλωματίας έχουν υιοθετήσει το αντιαμερικανικό πάθος των αντιιμπεριαλιστικών ομάδων της δεκαετίας του ’70. H ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι τη φιλοαμερικανική πολιτική στην Τουρκία προωθεί πλέον πολιτικές δυνάμεις που προέρχονται από τον χώρο του πολιτικού Ισλάμ.


Το συντηρητικό μπλοκ επιμένει να φέρνει στο κέντρο της συζήτησης για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις τη «συγγνώμη», που κατά τη γνώμη τους «οφείλει» η Ουάσιγκτον στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις για τη βίαιη προσαγωγή στα αμερικανικά ανακριτικά κέντρα στη Βαγδάτη τούρκων αξιωματικών και υπαξιωματικών τους οποίους οι αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν μέσα στο τουρκικό αρχηγείο της Σουλεϊμανίγια στο Βόρειο Ιράκ. «H συγγνώμη είναι αμφίβολο αν φθάνει για να αποκαταστήσει την τρωθείσα τιμή των τουρκικών ένοπλων δυνάμεων» λέει ο σχολιαστής της «Μιλιέτ» Γκιουνερί Τζιβάογλου, επί δεκαετίες προαγωγός της αμερικανικής φιλίας. Στην Ουάσιγκτον ο Αμπντουλάχ Γκιουλ φέρεται να υποσχέθηκε ότι το θέμα της αποστολής τουρκικών δυνάμεων στο Ιράκ θα αντιμετωπισθεί το «συντομότερο δυνατόν». H κυβέρνηση πρέπει ωστόσο να υπολογίσει σωστά τα βήματά της γιατί η επανάληψη της απόφασης της 1ης Μαρτίου θα υπονομεύσει σοβαρά την ικανότητά της να ασκεί εξουσία.


H Ουάσιγκτον έχει ζητήσει από την Ινδία και το Πακιστάν και άλλες χώρες να συμβάλουν με στρατιωτικές δυνάμεις στην αστυνόμευση του Ιράκ και οι απαντήσεις που έχει πάρει ως τώρα είναι διστακτικές. Αμερικανικές πηγές αναφέρουν ωστόσο ότι, προτού διατυπωθεί το επίσημο αμερικανικό αίτημα, η Τουρκία – κυβέρνηση και Επιτελείο – προσφέρθηκε να συμμετάσχει. Ενώ η Αγκυρα κινείται διακριτικά και συνετά, τα μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να καταστήσουν την απόφαση αυτή εξαιρετικά δύσκολη και δαπανηρή για την κυβέρνηση και τους μεταρρυθμιστές μέσα στο Επιτελείο. «H αποστολή δυνάμεων στο Ιράκ χωρίς την προηγούμενη συγγνώμη είναι σαν να δεχθούμε μια μισθοφορική αποστολή αφού κατάπιαμε μια τεράστια προσβολή» λέει ο Γκιουνερί Τζιβάογλου.


Το Πεντάγωνο, που έχει πλέον την πρωτοβουλία των κινήσεων στο Ιράκ, κατέστησε σαφές ότι δεν «διαπραγματεύεται». Οσοι δεν συμπλέουν με τον αμερικανικό σχεδιασμό στην περιοχή αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι. Το επεισόδιο της 4ης Ιουλίου στο τουρκικό αρχηγείο, στη Σουλεϊμανίγια υπογράμμισε με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη νέα πραγματικότητα. Κανένας δεν μπορεί πλέον να επικαλεσθεί άγνοια και ασάφεια για τις συνέπειες που έχουν ορισμένες αποφάσεις.


Οι πασάδες στη γωνία


Οι μεταρρυθμίσεις που θα περιορίσουν την εμπλοκή των στρατιωτικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ) στην πολιτική ζωή επισφραγίστηκαν αυτή την εβδομάδα με ιδιαίτερα βαρείς συμβολισμούς. Το τουρκικό υπουργικό συμβούλιο, υπό την προεδρία του Ταγίπ Ερντογάν, υπέγραψε το σχετικό σχέδιο νόμου που θα κατατεθεί στην τουρκική εθνοσυνέλευση, στο Ερζερούμ, στην αίθουσα όπου ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς, ο μετέπειτα Κεμάλ Ατατούρκ, συγκέντρωσε την πρώτη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση της Τουρκίας πριν από 84 χρόνια· προτού ακόμη ιδρυθεί η Τουρκική Δημοκρατία.


Ο κ. Ερντογάν ήθελε να συνδέσει τις δύσκολες αυτές μεταρρυθμίσεις – που ήδη έχουν προκαλέσει τις αντιρρήσεις στρατιωτικών κύκλων – με την παρακαταθήκη του Κεμάλ Ατατούρκ στη σύγχρονη Τουρκία. Οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι γνωστές ως «7η δέσμη προσαρμογής», ολοκληρώνουν τη σύγκλιση της Τουρκίας με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. H δέσμη προβλέπει ότι γενικός γραμματέας του ΣΕΑ μπορεί να είναι πολιτικό πρόσωπο – ως σήμερα ήταν στρατηγός -, περιορίζει τις συναντήσεις του Συμβουλίου, καταργεί την υποχρέωση όλων να δίνουν πληροφορίες στα όργανα του ΣΕΑ, και γενικώς το μετατρέπει σε συμβουλευτικό όργανο της κυβέρνησης για θέματα ασφαλείας. Το ίδιο νομοσχέδιο εισάγει οικονομικό έλεγχο των στρατιωτικών δαπανών, που δεν υπήρχε ως τώρα.


Οι σκληροπυρηνικοί του Επιτελείου διατύπωσαν ήδη δημόσια τις αντιρρήσεις τους, επικαλούμενοι ως συνήθως «την ιδιομορφία» της τουρκικής πολιτειακής παράδοσης. «H Τουρκία δεν είναι Ολλανδία» είπε ο στρατηγός Τουντζέρ Κιλίτς, γενικός γραμματέας του ΣΕΑ, που ήταν ιδιαίτερα δραστήριος στη διατύπωση των αντιρρήσεων. H κυβέρνηση άφησε ένα διάστημα να καταγραφούν οι αντιρρήσεις και από το Ερζερούμ διεμήνυσε προς κάθε κατεύθυνση ότι κάθε συζήτηση τελείωσε και το νομοσχέδιο θα υποβληθεί όπως αρχικά είχε σχεδιασθεί. Στην Αγκυρα δεν ανησυχούν για τις απόψεις του στρατηγού, που άλλωστε αποστρατεύεται σε μερικές μέρες, αλλά για τις αντιρρήσεις που δεν διατυπώνονται δημόσια. H ηγεσία του επιτελείου λέγεται ότι συμπλέει με τις απαραίτητες αυτές μεταρρυθμίσεις, αλλά το μέγεθος της διαβήματος κάνει τους πάντες προσεκτικούς.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version