Οι πρωταθλητές του σαδομαζοχισμού και της πορνογραφίας

56η Μόστρα Βενετίας Οι πρωταθλητές του σαδομαζοχισμού και της πορνογραφίας Το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ χαρακτηρίζεται από την προβολή ταινιών που βρίθουν από σεξουαλικές αναφορές, μια γενικευμένη τάση με σημαιοφόρο τον... αείμνηστο Στάνλεϊ Κιούμπρικ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ «Μα ούτε μια φορά;» ρώτησε ένας έκπληκτος δημοσιογράφος τον Τομ Κρουζ, πρωταγωνιστή της ταινίας «Μάτια ερμητικά κλειστά» του μακαρίτη

Οι πρωταθλητές του σαδομαζοχισμού και της πορνογραφίας

«Μα ούτε μια φορά;» ρώτησε ένας έκπληκτος δημοσιογράφος τον Τομ Κρουζ, πρωταγωνιστή της ταινίας «Μάτια ερμητικά κλειστά» του μακαρίτη Στάνλεϊ Κιούμπρικ. «Ούτε μια φορά δεν… ολοκληρώσατε αυτό που “βλέπατε”;». Και ο αθλητικός αστέρας του Χόλιγουντ, μασώντας αρειμανίως την τσίχλα του, απάντησε εν τη πλήρη αμερικανική του αφελεία: «Μα έτσι το ήθελε ο Στάνλεϊ!». Η Βενετία είναι το καμάρι της Ιταλίας. Η Ιταλία καμαρώνει για τον ερωτισμό της (αν και οι έρευνες αποκαλύπτουν ότι ο σεξουαλικός πρωταθλητισμός του μέσου ιταλού αρσενικού είναι μύθος). Επομένως τι το φυσικότερο να πλημμυρίσει η εφετεινή κινηματογραφική Μόστρα της Βενετίας από το τρίπτυχο: σαδισμός, μαζοχισμός, πορνογραφία.



Μπορεί κανείς να διακρίνει τα όρια μεταξύ πορνογραφίας και τέχνης; Αν ζούσε ο «άθλιος» μαρκήσιος Ντε Σαντ θα έσκαγε από τα γέλια. Διότι η απάντηση είναι αυτονόητη: η καλή πορνογραφία μπορεί να εκληφθεί ως μεγάλη τέχνη (αν όχι στον καιρό της, οπωσδήποτε αργότερα). Και το καλλιτεχνικό έργο που παριστάνει τη μεγάλη τέχνη μπορεί να είναι «πορνογραφία». Ψέματα;


Ενοχος σεξουαλικών εγκλημάτων ο Τύπος!


Πάμε παρακάτω. Ο κινηματογράφος όσο πάει τόσο ακολουθεί τον δρόμο που χάραξε η μόδα. Ολα πλέον είναι ζήτημα στυλ και «προμόσιον». Προτού καν κυκλοφορήσει στις αίθουσες μισό καρέ από το φιλμ του Κιούμπρικ, η κοινή γνώμη είχε εισπράξει το γαργαλιστικό μήνυμα: σεξουαλικές φαντασιώσεις που ουδέποτε άλλοτε τόλμησε κανείς να τις αποκαλύψει στο «πανί» (πλην φυσικά από τις «τσόντες» που προβάλλονται στο «Σταρ» της Ομόνοιας). «Λάθος», λέει ο Τζ. Χάρλαν, παραγωγός και συνεργάτης του Κιούμπρικ. «Ο ένοχος είναι ο Τύπος. Αυτός φταίει για την παραπληροφόρηση». Το βέβαιο είναι, κύριε Χάρλαν, ότι χωρίς αυτή την «παραπληροφόρηση» και χωρίς την υπογραφή του Κιούμπρικ η ταινία δεν είχε ούτε μία πιθανότητα στις χίλιες να κάνει καριέρα στις αίθουσες. Τέλος πάντων.


Ο Κιούμπρικ λοιπόν έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα. Οχι μόνο στην έναρξη του Φεστιβάλ της Βενετίας (Τετάρτη βράδυ), αλλά και στην εφετεινή μόδα. Ανοιξε τη σεξουαλική όρεξη των σκηνοθετών. Από την Κορέα ως τη Γαλλία και την Κίνα. Επτά από τις 18 ταινίες της εφετεινής Μόστρα επιδίδονται σε σαδομαζοχιστικές παραλλαγές του προπατορικού αμαρτήματος. Αφθονες παραλλαγές.


Ας πούμε, για παράδειγμα, το σεξ ως «μάτι» αποστάσεως. Πράγμα που επαληθεύει τη ρήση του αείμνηστου Αλφρεντ Χίτσκοκ ότι «ο καλός κινηματογράφος προκύπτει από την καλή οφθαλμοπορνεία». Πράγμα που μας επιτρέπει να πούμε ­ συνεχίζοντας και προεκτείνοντας τον συλλογισμό του «μετρ του τρόμου» ­ ότι ο καλός οφθαλμοπόρνος είναι και καλός σκηνοθέτης.


Η Κίντμαν με αξιωματικό του ναυτικού


Εφετεινός πρωταθλητής του ως άνω αθλήματος (σεξ εξ αποστάσεως) ανακηρύσσεται ­ μέχρι στιγμής τουλάχιστον ­ ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Τα… όργανα του ζεύγους Τομ Κρουζ – Νικόλ Κίντμαν ουδέποτε συναντώνται επί σκηνής. Και, το καλύτερο, ουδέποτε ο Κρουζ… εφάπτεται σεξουαλικώς με «άλλο» σώμα. Εστω και θηλυκής… γάτας, που λέει ο λόγος. Η δε Νικόλ Κίντμαν ως καλή, άριστη, σύζυγος παραμένει στην παστάδα κατά τη διάρκεια των εξω… σπιτικών περιπλανήσεων του ανήσυχου (στο βλέμμα) Τομ Κρουζ. Τι να κάνει η γυναίκα; Αφού δεν το… κάνει με τον νόμιμο και αφού δεν της επιτρέπεται να ξεπορτίσει, εφορμά με τη φαντασία της. Και «βλέπει» (είδατε, πάλι κλίνουμε το ρήμα «βλέπω, βλέπεις, βλέπει») χέρια νεαρού γοητευτικού αξιωματικού του ναυτικού να εισβάλλουν ορμητικά στο αιδοίο της. Μη σπεύσετε να βγάλετε πρόχειρα και ανεύθυνα συμπεράσματα. Εμείς ως θεατές ουδέποτε βλέπουμε αυτό που πιάνουν τα χέρια του αξιωματικού. Τουλάχιστον ο Ολλανδός Πολ Βερχόφεν είχε τολμήσει να μας αποκαλύψει το χρώμα του συγκεκριμένου οργάνου της Σάρον Στόουν στο «Βασικό ένστικτο». Εκ των υστέρων μάθαμε ότι το συγκεκριμένο αυτό «όργανο» που έστειλε στους κινηματογράφους στίφη θεατών δεν είναι ιδιοκτησίας Στόουν, αλλά κάποιας ανώνυμης κομπάρσας.


Υποψήφιος «σεξιστής» και ο Ιταλός Τονίνο Μπερνάρντι (μην κουράζεστε, διότι ουδείς τον γνωρίζει, πλην φυσικά του διευθυντή της Μόστρα σινιόρ Μπαρμπέρα). Η ταινία του «Παθιάρες γυναίκες» θα τοποθετηθεί στον κατάλογο των εκατομμυρίων «άγνωστων… αριστουργημάτων». Διότι, φίλοι μου, δεν υπάρχει σκηνοθέτης σε όλη την οικουμένη που να μην πιστεύει ότι κάθε ταινία του είναι και ένα «αδικημένο αριστούργημα». Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι ότι η επινοητικότητα του Μπερνάρντι εξαντλήθηκε στο εξής εύρημα: γυναίκες ­ ερωτευμένες φυσικά ­ σκοτώνουν άνδρες. Αφού προηγουμένως «κοιμηθούν» μαζί τους. Κάτι σαν συμβολικός ευνουχισμός.


Ο 38χρονος γλύπτης και η παρθένα


Από κοντά και ο Βέλγος Φρεντερίκ Φοντέν. Αυτός μάλιστα τιτλοφόρησε την ταινία του «Ιστορία πορνογραφίας». Να κερδίσουμε το κοινό με την πρώτη. Να το… φωνάξουμε, να το δηλώσουμε, μπας και δεν μας πάρουν χαμπάρι. Ο μεσιέ Φοντέν λοιπόν έφτιαξε μια ιστορία που χωράει στην τρύπα της βελόνας. Ενας άνδρας και μια γυναίκα μοιράζονται τις σεξουαλικές τους φαντασιώσεις. Κατά μία άποψη, η ανωτέρω επινόηση λειτουργεί και ως μέτρο προστασίας δύο δυσάρεστων, ίσως και τραγικών, συνεπειών: αν πας με «άλλον» ή «άλλη», διαπράττεις αδίκημα και, το χειρότερο, μπορεί να κολλήσεις AIDS. Αυτό πού το βάζεις! Διά των φαντασιώσεων το ζεύγος ισορροπεί σεξουαλικώς και διατηρεί τη συνοχή του. Με λίγα λόγια, το «μάτι» κάνει καλό!


Ο μεγάλος ανταγωνιστής του Κιούμπρικ και του ζεύγους Κρουζ – Κίντμαν είναι ένας Κορεάτης. Εντελώς άγνωστος, αλλά ολοκληρωτικά… γαργαλιστικός. Ο Γιανγκ Σουν Γου (αν προφέρω σωστά το όνομά του) ζήλεψε τη φήμη του Ιάπωνα Ναγκίσα Οσιμα. Δεν μπορεί, θα ενθυμείσθε το δίπτυχο της «Αυτοκρατορίας των αισθήσεων» και «του πάθους». Εκεί όπου μετά από αχαλίνωτο σεξουαλικό όργιο εκείνη αφαιρεί από εκείνον τα… όργανά του (η ιστορία είναι αληθινή, βεβαιώνουν οι γραπτές πηγές της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου). Ο Κορεάτης λοιπόν εφορμά επί του σαδομαζοχισμού και του δίνει να καταλάβει. Παρθένος (όχι η χαριτωμένη αισθησιακή ασιάτισσα πρωταγωνίστρια αλλά η 18χρονη ηρωίδα) ερωτεύεται σφόδρα 38χρονο γλύπτη. Συνηθισμένα πράγματα, θα πείτε. Το ασυνήθιστο σε αυτή την περίπτωση είναι οι σεξουαλικές τους ασκήσεις. Ο γλύπτης, αφού πρώτα υπερπηδά το εμπόδιο (την «παρθενιά» τής παρθένου), στη συνέχεια αναλαμβάνει καθήκοντα δασκάλου. Ο κατεργάρης γλύπτης μεταμορφώνει την παρθένο σε «όργανο» σαδομαζοχιστικών ηδονών. Οι μεγαλύτεροι θα το έλεγαν πιο απλά: «Πρώτα τη διακορεύει και στη συνέχεια τη διαφθείρει».


Τα φαβορί πάνε κόντρα στη μόδα


Οπαδός της ίδιας «λογικής» και ο Κινέζος Ζανγκ Γουάν. Κάπως συγκρατημένος όμως. Αλλο Κίνα, άλλο Κορέα. Αλλωστε η ταινία του γυρίστηκε με ιταλικές λιρέτες. Για τον Γουάν η απελευθέρωση δεν περνάει μόνο μέσα από το σεξ. Περνάει και μέσα από την κλοπή, τη βία, τον φόνο και άλλα τέτοια τρισχαριτωμένα. Ετσι δύο έφηβοι (πάνω κάτω 17 ετών) εξορμούν προς το Αλλού και το Πουθενά. Δηλαδή στην παρανομία. Είδατε τι έκαναν στο παγκόσμιο σινεμά ο Αρθουρ Πεν και ο Γουόρεν Μπίτι με το «Μπόνι και Κλάιντ»;


Να μην αφήσουμε παραπονεμένη και τη Γαλλία. Αλίμονο! Πόσο μάλιστα που στην εν λόγω διαγωνιζόμενη ταινία του Φιλίπ Γκαρέλ «Ο άνεμος της νύχτας» πρωταγωνιστεί η πρώτη κυρία του γαλλικού σινεμά, η μαντάμ Κατρίν Ντενέβ. Και εδώ το σεναριακό «ψαχνό» ανέτως περνάει από την τρύπα της βελόνας. Μια ώριμη γυναίκα (φυσικά πετυχημένη, φυσικά γοητευτική, φυσικά ιδιαίτερη, φυσικά καλοντυμένη, φυσικά διανοούμενη, φυσικά ανήσυχη), η Ντενέβ λοιπόν αποφασίζει να τα τινάξει όλα στον αέρα και να περάσει… εννιάμισι εβδομάδες (τρόπος του λέγειν) με πιτσιρικά φοιτητή της Σχολής Καλών Τεχνών (η αθεράπευτη μανία των Γάλλων για τη διανόηση και την κουλτούρα). Εδώ λαμβάνει χώρα αυτό που συνοπτικά θα ονομάζαμε «σεξ με πνεύμα και μυαλό». Εγκεφαλικά πράγματα!


Το εξωφρενικό είναι ότι τα τέσσερα φαβορί της εφετεινής Μόστρα (στα χαρτιά τουλάχιστον) περιφρόνησαν τις ακρότητες, το σεξ, τον σαδομαζοχισμό και την πορνογραφία. Ντεμοντέ οι άνθρωποι. Η Τζέιν Κάμπιον (της Νέας Ζηλανδίας που κέρδισε παγκόσμια εκτίμηση, βραβεία και δολάρια με τα «Μαθήματα πιάνου») επανέρχεται με μια ρομαντική ταινία εποχής που φέρει τον τίτλο «Ιερός καπνός». Ερως Κέιτ Γουίνσλετ – Χάρβεϊ Καϊτέλ.


Δημοτικό σχολείο στην Κίνα


Ο Ιρανός Αμπάς Κιαροστάμι εξακολουθεί να επιμένει στον λυρισμό του και στην ανθρωπιά των καθημερινών ανθρώπων. Ούτε ίχνος γυμνού. Ο Αμπάς με τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών ξεγυμνώνει εσωτερικούς φλοιούς. Λάθος του. Διότι πείτε μου ­ στον Θεό που πιστεύετε ­ με τέτοια αφαιρετικότητα και σεμνότητα πόσα εισιτήρια μπορεί να κόψει η ταινία κάποιου που λέγεται Κιαροστάμι και του οποίου η μητρική γλώσσα προέρχεται από το Ιράν; Η ταινία του «Ο άνεμος θα μας παρασύρει» θέτει υποψηφιότητα βραβείου.


Το τρίτο φαβορί (είπαμε, στα χαρτιά) ακούει στο όνομα Μάικ Λι. Εδώ τα πράγματα είναι ακόμη… χειρότερα. Διότι ο Βρετανός πάει κόντρα σε όλα· πρώτα απ’ όλα η ταινία του διαρκεί άνω των δυόμισι ωρών. Ακριβώς όσο διαρκεί η ταινία του Κιούμπρικ. Αλλά μεταξύ τους ­ Κιούμπρικ και Λι ­ μεσολαβεί αβυσσαλέο χάσμα. Ούτε «μάτι» ούτε βίλες οργίων. Ο Μάικ Λι αρκείται στις… κωμικές όπερες!


Ο τέταρτος από τον κατάλογο των φαβορί είναι ο Κινέζος Ζανγκ Γιμού (δεν μπορεί, θα τον θυμάστε από την ταινία του «Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια», με την οποία κέρδισε μάλιστα και Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής). Η τελευταία του ταινία «Ούτε ένας λιγότερος» ταλαιπωρήθηκε από το Φεστιβάλ των Καννών. Ο διευθυντής του γαλλικού φεστιβάλ δεν την πήρε για το διαγωνιστικό πρόγραμμα και ο κινέζος σκηνοθέτης τον κατηγόρησε ότι η απόρριψη υποκινήθηκε από πολιτικά κριτήρια. Γιατί; Μα επειδή η ταινία δεν είναι… πολιτική. Δεν κατηγορεί το καθεστώς, ούτε τον Μάο, ούτε τους επιγόνους του. Ετσι η ανυπεράσπιστη ταινία του Γιμού βρήκε θέση στη Βενετία. Και είναι ανυπεράσπιστη για έναν και απλό λόγο: η ιστορία της υφαίνεται μέσα σε τάξη δημοτικού σχολείου!


Η Μέριλ Στριπ και το βιολί της


Το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα είναι η μετακίνηση του Αμερικανού Γουές Κρέιβεν. Του φανατικού οπαδού και δημιουργού ταινιών τρόμου. Ξέρετε με τι «θέμα» καταπιάνεται εφέτος ο μίστερ Κρέιβεν; Με τη «Μουσική της καρδιάς»! Σαν να λέμε ο… Δράκουλας ή το τέρας του Φρανκενστάιν αρπάζει Στραντιβάριους και με το δοξάρι του εκπέμπει θείες μελωδίες. Μια γυναίκα μιας κάποιας ηλικίας (όχι η Ντενέβ, προς Θεού, όχι) αποφασίζει να ανακουφίσει φτωχά παιδιά ενός κατώτερου θεού μαθαίνοντάς τους να παίζουν βιολί. Ετσι ο Κρέιβεν πάει ­ και αυτός ­ κόντρα στο ρεύμα του σαδομαζοχισμού και της πορνογραφίας και καταφθάνει στη Βενετία με βιολί και με παρέα τη Μέριλ Στριπ.


Η ταυτότητα του νικητή


Τα βραβεία, θα τα μάθουμε στο τέλος της εβδομάδας, το βράδυ του Σαββάτου, από τα χείλη του προέδρου της Κριτικής Επιτροπής Εμίρ Κουστουρίτσα. Από την αρχή μάθαμε τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας του νικητή, πάλι από τα χείλη του Κουστουρίτσα: «Οταν πριν από 18 χρόνια κέρδισα εδώ στη Βενετία, ο δημοσιογράφος του αμερικανικού περιοδικού “Τάιμ” έγραψε ότι νίκησε “ένας Κανείς που έρχεται από το Πουθενά”. Πιστεύω ότι η φόρμουλα να νικήσεις είναι να είσαι Κανείς και να έρχεσαι από το Πουθενά». Αδικο έχει; Ρίξτε μια ματιά τι έγινε στις Κάννες τον περασμένο Μάιο. Δαφνοστεφανώθηκε μια κάποια «Ροζέτα», κάποιων σκηνοθετών από το Βέλγιο. Ε, και; Οταν προβληθεί τον χειμώνα στην Αθήνα θα τα πούμε. Ποια είναι καλύτερη ταινία; Τα πολυπροβεβλημένα «Μάτια ερμητικά κλειστά» του Κιούμπρικ ή η… Καμία «Ροζέτα»;

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version