Κάτια Δανδουλάκη

θέατρο Κάτια Δανδουλάκη "Ο,τι θέλησα στη ζωή μου το απέκτησα" Η εκλεκτή ηθοποιός επιμένει στην κωμωδία και συν-σκηνοθετεί με τον Βασίλη Τσιβιλίκα το «Ηρθες και θα μείνεις» κλείνοντας εφέτος 30 χρόνια στο θέατρο Στην πρώτη κωμωδία της καριέρας της αποφάσισε να επιστρέψει εφέτος η Κάτια Δανδουλάκη. Με το «Ηρθες και θα μείνεις» πήρε το βάπτισμα το 1982 και είναι ένα έργο που το αγαπάει πολύ. Με έναν παρτενέρ

Κάτια Δανδουλάκη

“Ο,τι θέλησα στη ζωή μου το απέκτησα”





Στην πρώτη κωμωδία της καριέρας της αποφάσισε να επιστρέψει εφέτος η Κάτια Δανδουλάκη. Με το «Ηρθες και θα μείνεις» πήρε το βάπτισμα το 1982 και είναι ένα έργο που το αγαπάει πολύ. Με έναν παρτενέρ που εκπλήσσει στο πλάι της, τον Βασίλη Τσιβιλίκα, και με την από κοινού σκηνοθεσία τους προτείνει μια διαφορετική παράσταση στο θέατρο που φέρει το όνομά της. Και της κάνει πολύ κέφι. «Από τότε πέρασε μια ολόκληρη ζωή για μένα. Το ’82 κανένας δεν θα μου έδινε τον ρόλο της “τρελής” Λόρας. Γι’ αυτό και τον έδωσα μόνη μου στον εαυτό μου. Με είχαν μάθει ως ρομαντική ερωμένη, ως ενζενί. Κανένας δεν πίστευε ότι μπορούσα να κάνω κωμωδία. Και όμως η παράσταση ­ μαζί με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ ­ στο θέατρο “Διονύσια” πήγε πολύ καλά και τη συνεχίσαμε σε περιοδεία. Οσο για την κωμωδία είναι κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ασχολούμαι διαρκώς. Δεν θα μου έλειπε ποτέ το δράμα».



Με τα μαλλιά της όλο μπούκλες, όπως είναι το φυσικό της, κάθεται απέναντί μου έπειτα από μία ακόμη πρόβα. Το θέατρο έχει αδειάσει και η ίδια αφήνεται σε μια κουβέντα εφ’ όλης της ύλης. Είναι ήρεμη που έστω και με μεγάλη καθυστέρηση (τον περασμένο Ιούλιο) βρήκε το έργο που της προκαλεί ενδιαφέρον και έπεσε με τα μούτρα στην προετοιμασία της νέας παραγωγής της. Μου λέει για το θεοπάλαβο ζευγάρι των αμερικανών συγγραφέων που χωρίζουν και τα ξαναφτιάχνουν τρεις φορές τον χρόνο, τη Ρενέ Τέιλορ και τον Τζόζεφ Μπολόνια, που έγραψε για τον εαυτό του το έργο. Καθένας τον δικό του ρόλο. Σαν δύο μονόλογοι που μπλέχτηκαν και έγιναν έργο. Μου λέει όμως και για τη δυσκολία της να βρει παρτενέρ. «Οσο περνούν τα χρόνια δυσκολεύομαι όλο και πιο πολύ. Οταν το έργο πρέπει να βασιστεί σε άνδρα, υποφέρω. Γι’ αυτό και ήμουν πολύ τυχερή που ο Βασίλης Τσιβιλίκας δέχθηκε την πρότασή μου και μαζί ξεκινήσαμε με κέφι αυτή την περίεργη συνάντησή μας επί σκηνής. Οσο για την απόφασή μας να συν-σκηνοθετήσουμε ήρθε τελείως φυσιολογικά. Από τη μια ο Βασίλης έχει την πείρα από τις δικές του δουλειές και μαζί έχουμε την εμπειρία στο θέατρο». Εκείνη κλείνει εφέτος 30 χρόνια στο σανίδι και ο Τσιβιλίκας 35. «Αλλωστε αυτό που κάνουμε δεν το θεωρώ σκηνοθεσία. Πρόκειται για ένα έργο ηθοποιών, κι έτσι νιώσαμε άνετα να αφήσουμε τους εαυτούς μας ελεύθερους και αυθόρμητα. Το “Ηρθες και θα μείνεις” δεν χρειάζεται πρωτοτυπίες αλλά δύο ηθοποιούς με πείρα. Και το λέω εγώ αυτό που πιστεύω απόλυτα στην ανάγκη σκηνοθέτη. Οι συγκεκριμένες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις αισθητικής, ύφους, timing. Χρειάζεται αρμονία και φαντασία. Κι έτσι το τολμήσαμε».


Ενας τρελός συνδυασμός


Την ιντριγκάρει η συνεργασία με τον Βασίλη Τσιβιλίκα. Η παρουσία του δίπλα της. «Είναι ένας τρελός συνδυασμός. Εκείνος έκανε ως τώρα ένα άλλου είδους θέατρο. Είναι όμως ένας ηθοποιός με διάρκεια και αυτό λέει πολλά. Είναι κωμικός στέρεος, με πείρα. Ξεκινάμε από δύο τελείως διαφορετικές αφετηρίες. Είναι ένας άνθρωπος του οποίου το μυαλό λατρεύω. Ξέρει τι κάνει και γιατί το κάνει, δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, ενώ μπορείς μαζί του να κάνεις έναν διάλογο με επιχειρήματα και απόψεις». Αλλωστε επισημαίνει ότι κανένας από τους δύο τους δεν έχει να αποδείξει τίποτε. «Δεν έχει νόημα. Μόνο να βάζω εγώ η ίδια τρικλοποδιές στον εαυτό μου. Στο θέατρο ανοίγω διάπλατα την ψυχή μου. Αυτό. Τίποτε άλλο».


Στο «Ηρθες και θα μείνεις» εκείνη είναι μια αποτυχημένη συγγραφέας και ηθοποιός που έχει αναλώσει τη ζωή της σε οντισιόν χωρίς αποτέλεσμα. Σε μια τέτοια στιγμή της, παραμονή Χριστουγέννων, στη χιονισμένη Νέα Υόρκη θα συναντήσει αυτόν τον σκηνοθέτη διαφημιστικών. Και τότε θα πάρει μια απόφαση: Τέρμα η γκαντεμιά. Τώρα αρχίζει μια ερωτική ιστορία. Γιατί έτσι πρέπει. Και έτσι θα γίνει. Τον παίρνει στο σπίτι της και τον αναγκάζει σχεδόν να αρχίσουν μια σχέση. Και τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους. «Μην ψάχνουμε για πολλά μηνύματα. Το θέατρο είναι ζωή και τα μηνύματα που δίνει το θέατρο είναι αυτά της ζωής. Πιστεύω στις μεγάλες συγκινήσεις» λέει η Κάτια Δανδουλάκη. «Οι δύο ήρωες αρπάζουν ο ένας τον άλλον και αναρωτιούνται αν θα τα καταφέρουν. Μέσα από απλές φράσεις βγαίνει όλη η αλήθεια του έργου. Σε κάποια στιγμή η Λόρα λέει: “Στη ζωή μου δεν είχα τίποτε γιατί δεν είχα ζητήσει τίποτε. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να ζητήσω”. Σε αυτή τη φράση πιστεύω πολύ. Και σήμερα μπορώ να λέω πως ό,τι θέλησα στη ζωή μου το απέκτησα. Με πολύ κόπο, με μεγάλο πάλεμα. Αλλά το απέκτησα. Δεν χάνουμε τίποτε αν δεν το αφήσουμε να φύγει από τα χέρια μας».


Μια δύσκολη πορεία


Το αποδεικνύει άλλωστε με το θέατρο που απέκτησε. Η επιθυμία της ήταν τόσο μεγάλη που τα κατάφερε. Εφέτος ξεκινάει για έκτη σεζόν μία ακόμη δουλειά της, προετοιμασμένη για όλα. Η περυσινή χρονιά ήταν δύσκολη: το «Κούκου» του Φεντό κατέβηκε νωρίς γιατί δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος της παραγωγής του και έπειτα ήρθε το «Τζόρνταν» με την επιτυχημένη αλλά κουραστική περιοδεία στην Ελλάδα. «Με κουράζει και μόνο η σκέψη ότι κάθε χρονιά πρέπει να ανεβάζω κάτι. Γι’ αυτό και σκαρφίζομαι διάφορα ώστε να μην πλήττω. Προσπαθώ να βρίσκω πάντα κάτι που να με ιντριγκάρει ώστε να μη χάνω τη διάθεσή μου να παίζω. Και έχω καταλήξει ότι αυτό που με ενδιαφέρει απόλυτα είναι η αισθητική στο θέατρο, και αυτήν αναζητώ». Δικαιωμένη από την επιλογή του χώρου και ανακουφισμένη που διαθέτει το δικό της θέατρο, δεν μετανιώνει για τον κόπο της. «Απέκτησα ένα θέατρο και είναι σαν ένα σπίτι που το ορίζω. Αλλά ό,τι κέρδισα το κέρδισα με αίμα. Και έχει τη γοητεία του. Η επιτυχία σού δίνει την άνεση να κάνεις το επόμενο βήμα. Ξέρω όμως ότι η αποτυχία παραμονεύει παντού. Αλλά δεν μου προκαλεί πλέον ανασφάλεια. Εχω μάθει να περιμένω». Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια πιστεύει ότι θα της έχει φύγει το βάρος της οικοδόμησης του θεάτρου και θα μπορέσει να ανασάνει. Σε αυτό βοήθησε πολύ η τηλεοπτική δουλειά. Τώρα ετοιμάζεται για μια κωμωδία μαζί με τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου. «Πρόκειται για ένα σενάριο που μου άρεσε πολύ. Το γράφει η Ζανέτ Κάνδια, μια νέα κοπέλα, και το σκηνοθετεί η Μαρίνα Λεοντάρη. Χαίρομαι ιδιαίτερα που θα συνεργαστώ με νέους ανθρώπους και με τη Μίρκα, μια ηθοποιό που εκτιμώ και αγαπώ ιδιαίτερα» συμπληρώνει.


Προτού φύγω μου δείχνει μια κόκκινη δερμάτινη θήκη για το κινητό της. Μου εξηγεί ότι έδωσε να ράψουν γερά τους κρίκους με τους οποίους την κρεμάει από τον λαιμό, γιατί θέλει αυτή η θήκη να κρατήσει για πάντα. Τη ρωτάω γιατί. Δεν ξέρει να απαντήσει. Ισως γιατί το να μην κρατήσει κάτι για πάντα τής προκαλεί ανασφάλεια. Γιατί η Κάτια Δανδουλάκη θέλει να είναι άνθρωπος της διάρκειας. Σε όλα. Παρομοιάζει την ανάγκη της αυτή με την ανάγκη των ερωτευμένων για μια «αγάπη για πάντα». Και το εννοεί απόλυτα. Αυτό είναι το όνειρό της στη ζωή και σε αυτόν τον δρόμο κινείται. Γιατί πάνω απ’ όλα θέλει να τελειώσει χωρίς απωθημένα ούτε για το θέατρο ούτε για τον εαυτό της. «Εμαθα να είμαι σκληρή με τον εαυτό μου και αυτό το χρωστάω στους γονείς μου. Δεν χαρίζομαι. Οταν κάνω μια γκάφα, θέλω τουλάχιστον η επόμενη να είναι διαφορετική. Την ίδια γκάφα τη θεωρώ ανεπίτρεπτη. Από το θέατρο παίρνω ενέργεια, και αυτή η ενέργεια μεγαλώνει την ψυχή μου. Η ψυχή μου μεγάλωσε μέσα από το θέατρο». Και μετά το θέατρο τι; «Να μπορώ κάποια στιγμή να μην υπάρχω στη σκηνή κάθε χρόνο, για να μάθω τον κόσμο και να μεταφέρω ­ ίσως με τη διδασκαλία ­ την εμπειρία μου».


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ


Το έργο των Ρενέ Τέιλορ – Τζόζεφ Μπολόνια «Ηρθες και θα μείνεις» ανεβαίνει από την Κάτια Δανδουλάκη και τον Βασίλη Τσιβιλίκα, σε δική τους σκηνοθεσία. Απόδοση Μάριος Πλωρίτης, σκηνογραφία Γιώργος Γαβαλάς. Η πρεμιέρα στο «Κάτια Δανδουλάκη» προγραμματίζεται για την Παρασκευή 6 Οκτωβρίου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version