Στο βορειοανατολικό τμήμα του Μονάχου η πλατιά λεωφόρος Prinzregentenstrasse φιλοξενεί τη φυσική απόληξη των περίφημων Αγγλικών Κήπων όπου εκθέτουν τα γυμνά κορμιά τους τις ημέρες με ηλιοφάνεια οι πιο θερμόαιμοι Γερμανοί ενώ οι θαμώνες των μουσείων, στους οποίους έχει παράδοση η βαυαρική πρωτεύουσα, έχουν την ευκαιρία να περιπλανηθούν στα μουσεία που δεσπόζουν στην αριστερή πλευρά της λεωφόρου-γλωσσοδέτη.
Το Bayerisches Nationalmuseum, όπου ως πρόσφατα οι επισκέπτες γνώριζαν την «Νεότερη Ελλάδα στα χρόνια του Οθωνα», λίγο πιο πέρα η Schack Gallery που αυτές τις ημέρες παρουσιάζει φωτογραφίες της Αθήνας του 19ου αιώνα από ιδιωτική συλλογή κάτω από τον τίτλο «Im Lichte des Helios» («Στο φως του ήλιου») και το επιβλητικό και μεγαλόπρεπο κτίριο του Haus der Kunst (Σπίτι της Τέχνης) που ως τις αρχές Μαΐου θα φιλοξενεί τη φιλόδοξη έκθεση με τον γενικό τίτλο «Η ομορφιά σήμερα» και με υπότιτλο «Η ομορφιά στα τέλη του 20ού αιώνα».
Για πολλά χρόνια η ομορφιά δεν απασχολούσε τη μοντέρνα τέχνη. Εξόριστη, είχε αφεθεί στα σαγηνευτικά κελεύσματα της μόδας, της διαφήμισης και των μέσων επικοινωνίας. Η έκθεση «Η ομορφιά σήμερα» στο Haus der Kunst του Μονάχου, με 86 πίνακες, φωτογραφίες, γλυπτά, εγκαταστάσεις, προβολές φιλμ και βίντεο 30 διαφορετικών καλλιτεχνών που εκθέτουν εκεί μεταξύ των οποίων και ο δικός μας Γιάννης Κουνέλλης , έρχεται να φωτίσει με έναν διαφορετικό τρόπο τον ρόλο της ομορφιάς στη σύγχρονη τέχνη από τα χρόνια της δεκαετίας του ’60 ως σήμερα. Σκοπίμως, όπως υπογραμμίζουν οι οργανωτές, απέφυγαν να καταλήξουν σε έναν συμπερασματικό ορισμό της έννοιας της ομορφιάς προσδοκώντας η εν λόγω έκθεση να αποτελέσει την αφορμή για τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της ομορφιάς στον απέραντο κόσμο της τέχνης.
Η αρχαία πεποίθηση ότι υπάρχουν αντικειμενικοί κανόνες για την ομορφιά ήταν θεμελιώδης στη δυτική τέχνη και κουλτούρα ως την Αναγέννηση και ακόμη αργότερα. Από το τέλος όμως του 19ου αιώνα τα αξιώματα της ιδεώδους κλασικής ομορφιάς ιδιαιτέρως τα άψογα χαρακτηριστικά, η συμμετρία και οι ιδανικές αναλογίες υφίσταντο έντονη και ριζική κριτική.
Ο πρώτος εκπρόσωπος της νέας αυτής εκτίμησης για την ομορφιά υπήρξε ο ποιητής Κάρολος Μποντλέρ με «αντιπάλους» του τον Ευγένιο Ντελακρουά και τον Εδουάρδο Μανέ. Μετά από αυτούς η τέχνη άρχισε την επίθεσή της στην κλασική άποψη περί ομορφιάς, ενώ αργότερα ο Πικάσο και η Pop Art ο καθένας με τον δικό του τρόπο επαναστατούσαν στην παραδοσιακή εξίσωση της ομορφιάς με την τέχνη. Στη δεκαετία του ’90 καλλιτέχνες και κριτικοί άρχισαν και πάλι να διερωτώνται για το νόημα της ομορφιάς και να ρίχνουν ματιές στον αιώνα που φεύγει και στον τρόπο που αυτός την απαθανάτισε.
Υπάρχουν άραγε κοινώς αποδεκτά στάνταρντ για την ομορφιά ή απλώς αυτά υπάρχουν μόνο μέσα στο κεφάλι του παρατηρητή; Είναι η ομορφιά αιώνια ή είναι προσωρινή, κατά κόσμον, υιοθετημένη από τη μόδα και τις επιταγές της; Η έκθεση φιλοδοξεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα, που αιωρούνται όμως αναπάντητα μαζί με άλλα που αποκτώνται κατά τη διάρκεια της περιήγησης στους άνετους χώρους του μουσείου. Μια υποκειμενική, όπως οι ίδιοι οι οργανωτές δηλώνουν, επιλογή έργων έρχεται να προκαλέσει συζητήσεις για το αν χρειαζόμαστε τελικώς έναν νέο ορισμό της ομορφιάς που τόσο αμφισβητήθηκε τον αιώνα που φεύγει. «Επιλέξαμε να εκθέσουμε έργα του δεύτερου μισού του αιώνα που αποχαιρετάμε θεματικά και όχι χρονολογικά. Η έκθεση εκτυλίσσεται σε δύο βασικούς άξονες. Κατ’ αρχήν τίθεται το ερώτημα του ιδεώδους της κλασικής ομορφιάς σε σχέση με το ανθρώπινο κορμί, ερώτημα κρίσιμο για τη συζήτηση περί ομορφιάς τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αντιδιαστολή με την αντίληψη περί ομορφιάς που κυριαρχεί στο δεύτερο μέρος της έκθεσης, όπου η προβολή της αισθητικής εμπειρίας γίνεται και μέσα από αναπαράσταση τοπίων ή αφηρημένης τέχνης και ως εκ τούτου διευρύνοντας τον ορισμό περί ομορφιάς».
Με την είσοδο στην έκθεση το βίντεο της νεαρής Pipilotti Rist σε μαγνητίζει με μια υπνωτική, ηλεκτρονική μουσική και σε παρασύρει στα βήματα του μοντέλου της, κάτι μεταξύ Ιζαμπέλα Ροσελίνι και Τζίνα Ντέιβις. Μια όμορφη, νέα γυναίκα με κόκκινα παπούτσια και γαλάζιο ανάλαφρο φόρεμα περπατά, σε αργή κίνηση, χαμογελώντας στους δρόμους, σπάζοντας τα τζάμια των αυτοκινήτων με ένα τροπικό λουλούδι που κρατά χαριτωμένα στα χέρια. Παιχνιδιάρικα και ανατρεπτικά εικονογραφείται το ιδανικό της δημιουργού για τη γυναικεία ομορφιά, που είναι ελεύθερα διαπλεκόμενη με τη θηλυκότητα, τη δύναμη και τη φυσικότητα της δεκαετίας του ’90. Ακριβώς δίπλα ο Giulio Paolini και ο Κουνέλλης με τα έργα τους αναλύουν το φορτίο της αρχαίας παράδοσης και ισορροπούν ανάμεσα στην παραδοχή και στην άρνηση αυτών των αξιών. Σαν μαγνητικός πόλος, το βλέμμα και την προσοχή του θεατή τραβάει το ονειρικό, κόκκινο βελούδινο φόρεμα που, κατά τη δημιουργό Beverly Semmes, δημιουργεί ένα ψυχολογικό πεδίο πόθου που μας θυμίζει το ανέφικτο μοντέλο της ομορφιάς έτσι όπως προπαγανδίζεται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Ο κεντρικός χώρος της έκθεσης, άπλετα φωτισμένος και με λείες επιφάνειες, δημιουργεί την ψευδαίσθηση του εσωτερικού ενός στούντιο ντιζάιν. Εκεί ο Αντι Γουόρχολ και άλλοι καλλιτέχνες αναφέρονται κατηγορηματικά ή ειρωνικά στη μόδα, στη διαφήμιση και στους στρατηγικούς μηχανισμούς των ΜΜΕ. Οι επαναληπτικές φωτογραφίες του Ελβις Πρίσλεϊ από τον Γουόρχολ επιδεικνύουν το στερεότυπο μιας «κλισέ» ματιάς. Ο σταρ αποκτά μια ταυτότητα που είναι αναγνωρίσιμη σαν γνωστή, εμπορική μάρκα. Εκτός από την αίσθηση της οράσεως που ηγείται αυτής της περιηγήσεως, η οσμή, κάπου στο μέσον του κεντρικού χώρου, σε οδηγεί σε ένα μικρό περίπτερο όπου 14 προτομές από σοκολάτα και σαπούνι προκαλούν το ενδιαφέρον. Η σύλληψη, όπως και το μοντέλο για την κατασκευή τους, ανήκει στην 36χρονη Janine Antoni, η οποία με τον τίτλο «Γλείψιμο και σαπουνάδα» ρισκάρει να εξατομικεύσει το στερεότυπο της ομορφιάς. Σε μια άλλη αίθουσα του μουσείου η παραδοσιακή αντίληψη περί ανθρωπίνων αναλογιών απλώνεται ως το γκροτέσκο. Ο κατακερματισμός από τον Πικάσο του σχήματος της ανθρώπινης φιγούρας διαλύει την ελληνική θεώρηση της ομορφιάς και εκπηγάζει από την αίσθηση ότι ομορφιά και ασχήμια είναι άρρηκτα δεμένες. Στη δική του αναζήτηση του εναλλακτικού ορισμού της ομορφιάς ο Lucian Freud παρασύρει τον θεατή στην γκροτέσκο αφθονία της περίσσιας σάρκας των ογκωδών γυμνών του, ζωγραφισμένων εκφραστικά με παχιές, εφαρμοσμένες πινελιές.
Στο δεύτερο μέρος της έκθεσης, μεταξύ άλλων, ο Jim Hodges στήνει στον τοίχο τα λουλούδια του από μετάξι και στα όρια του κιτς επαναφέρει την παράνομη αυτή αδελφή της ομορφιάς σε συζήτηση. Στον ίδιο χώρο ο Felix Gonzalez-Torres χαρίζει τον δικό του παράδεισο, τα ασπρόμαυρα πόστερ του που φωτογραφίζουν έναν ουρανό γεμάτο σύννεφα και δημιουργούν ποιητικές στιγμές μιας ασυνήθιστης όσο και προσωρινής ομορφιάς. Εκεί κάπου είναι που αρχίζει η μικρή κόλαση του επισκέπτη γιατί καλό το πόστερ αλλά μεγάλο και δύσκολα βολεύεται όταν ειδικά ετοιμάζεται να ταξιδέψει για τους δικούς του φωτεινούς ουρανούς αφήνοντας αναπάντητα τα ερωτήματα για την ομορφιά σήμερα. Ισως γιατί τις απαντήσεις, όπως και την ομορφιά, την κλείνουμε μέσα μας.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ Η έκθεση θα διαρκέσει ως την 1η Μαΐου.
