Η μεγαλύτερη έκρηξη του 20ού αιώνα

* Πώς λύθηκε το μυστήριο του ωστικού κύματος το οποίο «τρέλανε» τα βαρόμετρα όλων των μεγάλων μετεωρολογικών κέντρων της Γης Η μεγαλύτερη έκρηξη του 20ού αιώνα Ενας μικρός αστεροειδής προκάλεσε εκτόνωση που ισοδυναμούσε με 1.000 βόμβες Χιροσίμας Χ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ Στις 7 το πρωί της 30ής Ιουνίου 1908 μια εκτυφλωτική λάμψη φώτισε τον ποταμό Ποντκάμεναγια Τουνγκούσκα της Βόρειας Σιβηρίας και ένας εκκωφαντικός

Η μεγαλύτερη έκρηξη του 20ού αιώνα

Στις 7 το πρωί της 30ής Ιουνίου 1908 μια εκτυφλωτική λάμψη φώτισε τον ποταμό Ποντκάμεναγια Τουνγκούσκα της Βόρειας Σιβηρίας και ένας εκκωφαντικός θόρυβος που ακούστηκε 1.000 χιλιόμετρα μακριά ξύπνησε τους λιγοστούς κατοίκους της περιοχής. Για ενενήντα χρόνια οι επιστήμονες δεν είχαν κατορθώσει να ξεκαθαρίσουν ποια ήταν η αιτία αυτής της κολοσσιαίας έκρηξης. Το περασμένο καλοκαίρι όμως μια μεγάλη ομάδα από ρώσους, ιταλούς και γάλλους επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων φαίνεται ότι πλησίασε αρκετά στην οριστική λύση αυτού του μυστηρίου. Η έκρηξη κοντά στο πετρώδες ποτάμι της χώρας των Τουνγκούς, όπως είναι η μετάφραση του ρωσικού ονόματος του ποταμού, αποτέλεσε την πρώτη παρατήρηση φαινομένου αυτού του είδους που είχε παγκόσμιες επιπτώσεις. Το ωστικό κύμα καταγράφηκε από τα βαρόμετρα όλων των μεγάλων μετεωρολογικών κέντρων της Γης και ο καπνός ανέβηκε τόσο ψηλά ώστε το ηλιακό φως που αντανακλούσε φώτιζε για πολλά βράδια το Λονδίνο. Χρειάστηκαν όμως είκοσι χρόνια για να ερευνήσουν επιστήμονες την περιοχή και να αναζητήσουν την αιτία του φαινομένου.



Η πρώτη επιστημονική αποστολή στον τόπο της έκρηξης οργανώθηκε μόλις το 1927 από τον σοβιετικό γεωλόγο Λεονίντ Κούλικ. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν πρωτόγονα μεταφορικά μέσα, μια και δεν υπήρχαν δρόμοι και ο υπερσιβηρικός σιδηρόδρομος περνούσε νότια, σε απόσταση 700 χιλιομέτρων. Πέρα από τη δυσκολία στη μεταφορά, οι επιστήμονες χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τα κουνούπια και την ανυπόφορη υγρή ζέστη της σιβηριανής τάιγκας. Ωστόσο αποζημιώθηκαν από το πρωτοφανές θέαμα καταστροφής που αντίκρισαν. Σε μια έκταση μεγάλη όσο η Αττική τα δέντρα του δάσους είχαν σπάσει σαν σπιρτόξυλα και στη συνέχεια είχαν πάρει φωτιά. Από την κατεύθυνση που είχαν οι πεσμένοι κορμοί των δέντρων ήταν φανερό ότι η έκρηξη προήλθε από την πτώση ενός σώματος εξωγήινης προέλευσης. Από την έκταση του κατεστραμμένου δάσους υπολογίστηκε αργότερα ότι η ενέργεια της έκρηξης ισοδυναμούσε με 1.000 βόμβες Χιροσίμας. Το είδος όμως του βλήματος αποτέλεσε για δεκαετίες μυστήριο, αφού τα δεδομένα έμοιαζαν αλληλοσυγκρουόμενα.


Η θεωρία ότι το βλήμα ήταν μια μικρή μελανή οπή γρήγορα απορρίφθηκε, αφού δεν εντοπίστηκε πουθενά το σημείο εξόδου της από τη Γη. Η θεωρία ότι το βλήμα αποτελούνταν από αντιύλη δεν βρήκε θερμούς υποστηρικτές, αφού το μεγαλύτερο τμήμα του θα έπρεπε να είχε εξαϋλωθεί με την είσοδό του στην ατμόσφαιρα. Η θεωρία ότι επρόκειτο για πετρώδες σώμα, δηλαδή ένα μικρό αστεροειδή, προσέκρουε στο γεγονός ότι στην περιοχή της καταστροφής δεν βρέθηκε κρατήρας. Τέλος η θεωρία ότι επρόκειτο για μια μεγάλη χιονόμπαλα, δηλαδή ένα μικρό κομήτη, δεν συμφωνούσε με τη χημική ανάλυση του εδάφους στο σημείο της καταστροφής, η οποία έδειχνε αυξημένη περιεκτικότητα σε στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους αστεροειδείς!


Η τελευταία μεγάλη αποστολή στην περιοχή της έκρηξης οργανώθηκε το 1999 από την πολυεθνική ομάδα που ήδη αναφέραμε. Στη διάρκεια της αποστολής συνελέγησαν στοιχεία που θα μπορούσαν να φανερώσουν τη χημική σύσταση του σώματος, όπως για παράδειγμα λάσπη από τον βυθό μιας γειτονικής λίμνης και κομμάτια ρετσινιού από τις φλούδες των δέντρων. Το κυριότερο όμως αποτέλεσμα αυτής της αποστολής ήταν ότι από τις καταγραφές σεισμολογικών σταθμών της ευρύτερης περιοχής, την έκταση του κατεστραμμένου δάσους και τη διάταξη των κορμών των πεσμένων δέντρων έγινε δυνατό να υπολογιστεί ότι το βλήμα προσέκρουσε στη Γη από τα νοτιοανατολικά με ταχύτητα 11 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο.


Με βάση αυτό το δεδομένο οι αστρονόμοι της ομάδας υπολόγισαν 886 πιθανές τροχιές για το βλήμα. Το 80% από αυτές αντιστοιχούν σε τροχιές αστεροειδών, οπότε φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα το βλήμα ήταν ένας μικρός αστεροειδής. Πώς όμως εξηγείται το γεγονός ότι η πτώση του δεν άφησε κρατήρα; Στο σημείο αυτό φάνηκε η χρησιμότητα των πρόσφατων διαστημικών αποστολών που φωτογράφισαν από κοντά μερικούς αστεροειδείς. Οι φωτογραφίες αυτές έδειξαν ότι μερικοί από αυτούς δεν είναι συμπαγείς, όπως ένας βράχος, αλλά αποτελούνται από ένα σωρό σκόνης και μικρών λίθων που συγκρατούνται μεταξύ τους μόνο με τη βαρυτική έλξη τους. Ενα τέτοιο σώμα έχει πυκνότητα όση του νερού και είναι δυνατό να διαλυθεί εντελώς κατά την είσοδό του στην ατμόσφαιρα, εξαιτίας της θέρμανσής του λόγω τριβής. Ετσι τελικά δεν φθάνει στο έδαφος κανένα στερεό υπόλειμμα, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται κρατήρας.


Η καταστροφή στον ποταμό Τουνγκούσκα είναι η πιο σοβαρή πειραματική απόδειξη ότι η πτώση ενός αστεροειδούς ή κομήτη στη Γη έχει όχι μόνο τοπικές αλλά και παγκόσμιες συνέπειες. Αν το βλήμα έχει διάμετρο 50 ή 100 μέτρα, όπως αυτό που έπεσε πριν από 90 περίπου χρόνια στη Σιβηρία, τότε οι παγκόσμιες συνέπειες έχουν μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Το ωστικό κύμα γίνεται αισθητό μόνο από τα βαρόμετρα, το σεισμικό από τους σεισμογράφους και ο καπνός προκαλεί απλώς αξιοπερίεργα φαινόμενα. Αν όμως το βλήμα είναι μεγαλύτερο, 500 ή 1.000 μέτρων, τότε το ωστικό και το σεισμικό κύμα μπορεί να καταστρέψουν ολόκληρες χώρες, ενώ ο καπνός να απορροφήσει το ηλιακό φως για μήνες ή και χρόνια. Στην περίπτωση αυτή το σκοτάδι που θα σκεπάσει τη Γη θα προκαλέσει απότομη πτώση της θερμοκρασίας και καταστροφή της βλάστησης σε όλον τον πλανήτη, με αποτέλεσμα τον θάνατο δισεκατομμυρίων ανθρώπων.


Ο κ. Χάρης Βάρβογλης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version