Βομβαρδίζοντας «εστίες και κέντρα τρομοκρατών» στο Αφγανιστάν και στο Σουδάν την περασμένη Πέμπτη ο Μπιλ Κλίντον θέλησε να δείξει ότι είναι πάντοτε ο ισχυρός, ο αποφασιστικός πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Ηταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια που είχε προβλεφθεί από όλους πολιτικούς, σχολιαστές, αρθρογράφους έγκυρων πολιτικών εντύπων, ακόμη και απλούς πολίτες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ο Κλίντον θέλησε να περισπάσει την προσοχή των Αμερικανών από την «υπόθεση Λιουίνσκι», καθώς οι αντιδράσεις στη χώρα του από την τηλεοπτική εξήγηση που έδωσε ευθύς μετά την κατάθεσή του τη Δευτέρα ήταν όχι απλώς αρνητικές αλλά και τραυματικές για το κύρος του.
Με το στίγμα της ψευδορκίας, με τη σαφή απειλή νέων, οδυνηρότερων εξελίξεων και τη δημοτικότητά του να καταρρέει ο Κλίντον κατέφυγε στο «προηγούμενο του Κάρτερ». Και εκείνος όταν το 1978 αντιμετώπισε εκλογική πανωλεθρία επειδή είχε αποτύχει η πολιτική του κατέφυγε στη θεαματική απόπειρα της απελευθέρωσης των αμερικανών ομήρων που κρατούσαν οι αγιατολάχ του Ιράν μια άλλη «αντιτρομοκρατική» επιχείρηση που κατέληξε σε φιάσκο και, φυσικά, δεν διέσωσε πολιτικά τον Κάρτερ.
Είναι νωρίς να προβλέψει κανείς ποια θα είναι η τύχη του αντιπερισπασμού που έκανε ο Κλίντον. Είναι όμως πολύ ενδεικτικός ο σκεπτικισμός που εκδηλώθηκε στο Κογκρέσο το οποίο δεν ενημερώθηκε, ως ώφειλε, προηγουμένως και, ακόμη πιο σημαντικό, το ότι ένα 47% του πληθυσμού, κατά τη δημοσκόπηση του CNN, δεν πείθεται από την επίσημη δήλωση και βλέπει τον βομβαρδισμό των Ταλιμπάν κλπ. ως «ενέργεια για να απομακρυνθεί η προσοχή από τις ανακρίσεις για τη Λιουίνσκι». Σε μια χώρα όπου είναι εθνική παράδοση να υποστηρίζεται και από τα δύο κόμματα ο πρόεδρος σε κάθε ενέργεια στρατιωτικής φύσεως («σωστό ή λάθος, αφού το λέει ο πρόεδρος τον υποστηρίζω»), το μήνυμα που παίρνει ο Κλίντον δεν πρέπει να τον καθησυχάσει.
Η αλήθεια είναι ότι, εφόσον ο Κλίντον δεν έχει δυνατότητα να επανεκλεγεί για τρίτη φορά, το 2000, τα δύο χρόνια που του απομένουν στον Λευκό Οίκο δεν επρόκειτο να είναι τα σημαντικότερα της προεδρίας του. Αυτό ισχύει για κάθε πρόεδρο, όχι μόνο για τον Κλίντον. Αλλά για τον Κλίντον θα είναι ασήμαντα. Είναι ζήτημα αν θα μπορεί να περάσει κάποιο ουσιαστικό και ριζοσπαστικό νομοσχέδιο από ένα Κογκρέσο που ήδη ήταν απρόθυμο να τον ακούσει. Το κύρος του προέδρου Κλίντον έχει καταρρακωθεί ανεπανόρθωτα. Η εντύπωση που προκάλεσε ο προκλητικός, επιθετικός τόνος της ομιλίας του την περασμένη Δευτέρα, η άρνησή του να ζητήσει συγγνώμη από όλους εκείνους που κορόιδεψε επί επτά μήνες, ήταν ιδιαιτέρως αρνητική. Ο πολιτικός αρθρογράφος του βρετανικού «Independent» αμφισβητούσε προχθές αν «ο Κλίντον έχει πλέον το επιβαλλόμενο κύρος να εκφράζει τη θέληση της χώρας του». Την ίδια ημέρα οι «New York Times» έπαιρναν ως δεδομένο ότι το κύρος του Κλίντον έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα και τόνιζαν πως η μείωση αυτή αντανακλάται και στο κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Με τι κύρος ο Κλίντον, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, θα μπορεί αύριο μεθαύριο να υποδείξει στον Ντενκτάς ή στον Γιλμάζ να δεχθεί τις αμερικανικές προτάσεις για το Κυπριακό ή για το Αιγαίο; Με τι κύρος ο Κλίντον θα ζητήσει από τον Νετανιάχου να προχωρήσει στον διάλογο με τους Παλαιστινίους, και με τι κύρος θα μπορεί να εμποδίσει στο μέλλον τα εμπορικά και πολιτικά ανοίγματα της Ευρώπης προς την Κούβα, το Ιράν ή και προς τη Λιβύη ακόμη; Πολιτικοί αναλυτές και σχολιαστές, αμερικανοί αλλά και ευρωπαίοι, φθάνουν στο σημείο να αποδίδουν την πρόσφατη σκλήρυνση της στάσης του Σαντάμ Χουσεΐν και την «άκαμπτη υπεροψία» του προέδρου Μιλόσεβιτς στη μείωση του κύρους του προέδρου Κλίντον και, κατά προέκταση, των Ηνωμένων Πολιτειών. «Η ισχύς του Λευκού Οίκου δεν στηρίζεται σε συνταγματικά προνόμια ή στα ποσοστά που βγάζουν οι δημοσκοπήσεις, αλλά στην ηθική δύναμη. Απαξ και χαθεί, είναι αδύνατον να επανακτηθεί» τόνιζαν σε άρθρο τους οι «Times» του Λονδίνου προχθές.
Στην Ευρώπη η λέξη «ο ψεύτης» («the liar») συνόδευσε φωτογραφίες του αμερικανού προέδρου, κυριάρχησε στους τίτλους των εφημερίδων της περασμένης Τρίτης. Και η αίσθηση που υπάρχει σε κυβερνητικά γραφεία είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν μια «πολιτική θύελλα» για την οποία υπεύθυνος είναι ο πρόεδρός τους. Στη Γερμανία, με τις κρίσιμες εκλογές εν όψει, οι εκπρόσωποι των δύο μεγάλων κομμάτων έσπευσαν να σημειώσουν την «κεφαλαιώδη διαφορά» ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και στην καγκελαρία, και στην Ιταλία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρ’ ολίγον θα προκαλούσε διπλωματικό ζήτημα όταν προσπάθησε να σχολιάσει «κάπως κατευναστικά» την προϊούσα μείωση του πολιτικού κύρους του προέδρου Κλίντον. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η αντίδραση των Ρώσων. Την Πέμπτη ο επίσημος πολιτικός σχολιαστής της κεντρικής τηλεόρασης, μολονότι ιδιαιτέρως προσεκτικός για λόγους ευνοήτους να μη θίξει τον Κλίντον, δέχθηκε ανεπιφύλακτα την άποψη ότι οι βομβαρδισμοί ήταν «μια φτηνή προσπάθεια αντιπερισπασμού» στο σκάνδαλο και τόνισε την παγία ρωσική που ήταν και σοβιετική θέση ότι η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με κυβερνητική τρομοκρατία. Την ίδια θέση, που απηχεί απόψεις της γαλλικής κυβέρνησης, είχε εκφράσει προ ημερών και η γαλλική «Le Monde» σε σειρά άρθρων της για τις «εστίες της τρομοκρατίας» (που αναδημοσίευσε και «Το Βήμα»).
Ακόμη πιο επικριτική είναι η στάση της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία, δικαίως, θεωρεί ότι «υπήρξε θύμα του Κλίντον». Διότι την περασμένη άνοιξη, όταν ο Μπλερ βρισκόταν στην Ουάσιγκτον, έσπευσε να «βεβαιώσει» ότι όλα όσα λέγονται και καταμαρτυρούνται κατά του Κλίντον ήταν ψέματα. Φυσικά, ήταν ο ίδιος ο Κλίντον που είχε δώσει τέτοια διαβεβαίωση στον βρετανό πρωθυπουργό. Οι «Financial Times» δεν έκρυψαν την Πέμπτη την ανησυχία τους για τις επιπτώσεις που, μακροχρόνια, θα έχει στην οικονομία «η προϊούσα φθορά καθιερωμένων σταθερών, όπως είναι ο αμερικανός πρόεδρος, επί της παγκόσμιας συνεργασίας», κάνοντας ταυτοχρόνως και υπαινιγμό μήπως αυτή «η δύσκολη κατάσταση για τον πρόεδρο Κλίντον και τις Ηνωμένες Πολιτείες» οδηγούσε σε κάποια «εντυπωσιακή κίνηση» εκ μέρους του.
Ανησυχούν οι σύμμαχοι για «πολιτικό κατήφορο»
Το αδιέξοδο στο οποίο έχει φθάσει ο Κλίντον και ο «σαφής κίνδυνος» να ακολουθήσει, κατόπιν τούτου, στον διεθνή χώρο μια σκληρή, επιθετική πολιτική δικαιολογημένα ανησυχούν ιδιαιτέρως ορισμένες χώρες του ΝΑΤΟ. Η συνεργασία τους με την Ουάσιγκτον γίνεται προβληματική, όπως δύσκολες θα είναι και οι προσωπικές σχέσεις των ηγετών τους συνθετικό στοιχείο της σημερινής διεθνούς πολιτικής. Η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών Ολμπραϊτ (έντονα ενοχλημένη από την τροπή που πήραν τα πράγματα, σύμφωνα με πηγές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ) αντιλαμβάνεται τις αντιδράσεις των ευρωπαίων ομολόγων της, αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις της, την περασμένη Τετάρτη, που ερμηνεύθηκαν ως «προσπάθεια καθησυχασμού ενδεχομένων ανησυχιών των Ευρωπαίων» («Washington Post»).
Το αν πέτυχε τον στόχο της η δήλωση της κυρίας Ολμπραϊτ θα φανεί αργότερα. Επί του παρόντος δεν περνούν απαρατήρητοι κάποιοι υπαινιγμοί του γερμανικού Τύπου, που δεν αποκλείει το προσωπικό αδιέξοδο του Κλίντον να τον οδηγήσει «σε αναζήτηση και άλλων εστιών τρομοκρατίας, λ.χ. στο Κοσσυφοπέδιο, στη Βοσνία, αλλά και στο Ιράκ, στη Λιβύη ή οπουδήποτε αλλού», συμπαρασύροντας αυτή τη φορά και άλλες χώρες του ΝΑΤΟ.
Ακριβώς επειδή δεν αποκλείεται μια τέτοια εξέλιξη, σοβαροί αρθρογράφοι και εφημερίδες στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε χώρες της Ευρώπης καλούν τον πρόεδρο Κλίντον «να παραιτηθεί». Το ίδιο αίτημα διατυπώνουν και ορισμένοι βουλευτές και γερουσιαστές από τα δύο κόμματα αυτοί με άλλο κίνητρο, βεβαίως. Από εδώ και εμπρός ο Κλίντον θα έχει «μόνο πολιτικό κατήφορο» προειδοποιούν οι «Times» του Λονδίνου. Και η «Wall Street Journal», η οποία από μήνες τώρα υποδεικνύει στον Κλίντον να «παραιτηθεί προτού κατρακυλήσει στην ανυποληψία και την ταπείνωση», επανήλθε δύο φορές την περασμένη εβδομάδα με το ίδιο αίτημα αλλά με πολύ πιο πικρόχολη γλώσσα.
Υπάρχει όμως μια τέτοια προοπτική; Μολονότι στην πολιτική τίποτε δεν αποκλείεται, εκείνοι που γνωρίζουν τον Κλίντον το αποκλείουν. «Ο πρόεδρος είναι μαχητής» λέγει ο Βέρνον Τζόρνταν. Και σε περίπτωση που αρχίσει διαδικασία στο Κογκρέσο για την αποπομπή του, «θα πολεμήσει σελίδα προς σελίδα, γραμμή προς γραμμή, λέξη προς λέξη το κείμενο της έγκλησής του». Αλλωστε, προσθέτει ο στενός του φίλος και νομικός του σύμβουλος, ο Κλίντον έχει με το μέρος του την ισχυρή οικονομία που του έχει εξασφαλίσει ως σήμερα όχι μόνο μια μοναδική δημοτικότητα (σοβαρά κλονισμένη αυτόν τον καιρό) αλλά και την ανοχή σε πλήθος «ανάρμοστες» σχέσεις και πράξεις του.
