ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ
«ΑΛΛΑΓΕΣ σε ωράρια και μισθούς; Οχι, ευχαριστώ». Με τον τρόπο αυτόν απαντούν οι απλοί εργαζόμενοι στα κυβερνητικά μέτρα για τις εργασιακές σχέσεις, την αγορά εργασίας και για την αύξηση της απασχόλησης.
Η καχυποψία για τις κυβερνητικές προθέσεις, η έλλειψη εμπιστοσύνης για την αποτελεσματικότητα ανάλογων μέτρων, η «γκρίζα» εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων του μόχθου και η αγωνία για την «επόμενη μέρα» είναι τα στοιχεία που αποκομίζει κανείς όταν μιλάει με τους απλούς ανθρώπους του μεροκάματου.
«Εμάς δεν μας ρωτάει κανένας», λέει με παράπονο ο 50χρονος εργάτης των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Και προσθέτει: «Να είστε σίγουροι ότι εφόσον άρχισαν να σκέφτονται τέτοια πράγματα, κάποια στιγμή θα τα εφαρμόσουν, όποιες και αν είναι οι αντιδράσεις».
Η βασική φιλοσοφία των αρχιτεκτόνων των κυβερνητικών μέτρων χάνει τη βαρύτητά της όταν αντιπαρατίθεται στους συλλογισμούς των απλών ανθρώπων.
Η άποψη των τεχνοκρατών στηρίζεται στη θέσπιση μειωμένων μισθών και ωραρίων, που θα αποτελέσουν κίνητρα για την πρόσληψη νέων ανέργων. Κανένας, όμως, από τους ανέργους που ρωτήσαμε δεν θα δεχόταν να εργαστεί σε μόνιμη βάση με ανάλογες συνθήκες.
«Στην αρχή και για ένα μικρό χρονικό διάστημα μπορεί να εργαζόμουν με το καθεστώς αυτό. Παράλληλα όμως θα έψαχνα για κάτι καλύτερο», λέει η Ειρήνη Κοντοδημοπούλου, 20 ετών, απόφοιτος Λυκείου, που σήμερα ψάχνει δουλειά. Ανάλογη είναι η άποψη και της Δήμητρας Τσουτσούρα, 23 ετών, απόφοιτης ιδιωτικής σχολής με ειδικότητα στο μάρκετινγκ. «Μόνο σε κατάσταση απόλυτης ανάγκης θα δεχόμουν να εργάζομαι με μειωμένες αποδοχές».
«Με τέτοια μέτρα δεν αντιμετωπίζεται η ανεργία», υπογραμμίζει ο Ιγνάτιος Καββαδίας και τονίζει ότι «οι μειωμένες αποδοχές και η μερική απασχόληση βοηθούν μόνο τις επιχειρήσεις, αφού περιορίζουν το κόστος εργασίας».
Ο Ιγνάτιος Καββαδίας είναι 48 ετών. Εργάζεται από το 1972 στα Τσιμέντα Τιτάν στην Ελευσίνα και είναι πατέρας τριών παιδιών. Η μεγάλη του κόρη εργάζεται στα σουπερμάρκετ Βασιλόπουλος με τετράωρη βάρδια.
«Η μερική απασχόληση είναι το χειρότερο καθεστώς για τους εργαζομένους», λέει χαρακτηριστικά.
Στις περιπτώσεις αυτές τα τετράωρα εργασίας δεν είναι σταθερά. Αλλοτε εργάζονται πρωί, άλλοτε απόγευμα και ορισμένες φορές βράδυ. Αποτέλεσμα αυτού είναι οι εργαζόμενοι με ανάλογο καθεστώς να μην μπορούν να προγραμματίσουν την προσωπική τους ζωή αλλά το σημαντικότερο, να μην είναι δυνατόν να εργαστούν σε κάποια άλλη εργασία για να συμπληρώσουν το χαμηλό εισόδημά τους.
«Λυπάμαι τους νέους, γιατί με ανάλογες συνθήκες προσπαθούν και κοπιάζουν χωρίς αποτέλεσμα», σημειώνει ο κ. Καββαδίας.
Την εντονότερη όμως αντίδραση των εργαζομένων προκαλούν οι κυβερνητικές προθέσεις για δυσμενείς αλλαγές στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης της χώρας.
«Ολες οι αλλαγές είναι εις βάρος μας», τονίζει ο Κούρος Σάββας που εργάζεται επίσης στον Τιτάνα.
Ο κ. Κούρος είναι 45 ετών, εργάζεται από τα 13 του χρόνια και ήδη έχει συμπληρώσει 9.000 ένσημα. «Ακούω ότι θα αυξηθεί το όριο συνταξιοδότησης στα 65 χρόνια. Δηλαδή θα πρέπει να δουλέψω ακόμη 20 χρόνια. Τελικά τι θέλουν; Να μας πάρουν μέσα σε φέρετρο από τη δουλειά. Είναι άδικο…».
«Πώς θα δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης, όταν εμείς θα συνταξιοδοτηθούμε μετά από 35 χρόνια δουλειάς και μάλιστα στα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα;», διερωτάται ο συνάδελφός του κ. Καββαδίας.
Και οι δύο εργάτες συμφωνούν: Η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με κοινωνική έκρηξη αν επιμείνει σε μέτρα που ανατρέπουν τα βασικά σημεία του ασφαλιστικού και των εργασιακών σχέσεων.
Ωστόσο, παραδέχονται ότι η ίδια η ζωή έχει αλλάξει, όπως επίσης αλλάζουν πολλά πράγματα στη δουλειά, στις ειδικότητες και στις αμοιβές. «Σίγουρα οι συνθήκες αλλάζουν», σημειώνει ο κ. Καββαδίας, «αλλά ο ρόλος του κράτους είναι να προστατεύει με τους μηχανισμούς του και τους αδύνατους, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι εργαζόμενοι».
Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας διαφαίνεται και ένα παράπονο. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει διαφορετικά τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα και στις ΔΕΚΟ, σε σχέση με αυτούς του ιδιωτικού τομέα. «Δεν αναφερόμαστε στη μονιμότητα αλλά στους υψηλότερους μισθούς και στις αυξήσεις που δίνονται κάθε χρόνο», σημειώνουν οι δύο εργάτες. Και προσθέτουν: «Πέρυσι στις περισσότερες ΔΕΚΟ ακούσαμε ότι δόθηκαν τεράστια ποσοστά αυξήσεων. Τελικά η αυστηρή εισοδηματική πολιτική εφαρμόζεται μόνο στον ιδιωτικό τομέα;».
Ιδιαίτερα σκληροί ήταν οι δύο εργαζόμενοι με την πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης για αναδρομικές αυξήσεις στους βουλευτές. «Πρόκειται για αναλγησία και περιφρόνηση σε όσους ζουν στα όρια της φτώχειας. Ή θα έχουμε όλοι λιτότητα ή κανένας», τόνισαν χαρακτηριστικά.
Με αρνητικά συναισθήματα υποδέχονται τις κυοφορούμενες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
«Δεν μπορεί ξαφνικά να αλλάζουν οι όροι εργασίας, τους οποίους ο καθένας συνυπολόγισε όταν επέλεξε το επάγγελμα που θα ακολουθήσει», υπογραμμίζει ο Θωμάς, 38 χρόνων, υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας και προϊστάμενος στο τμήμα συναλλάγματος.
Ο Θωμάς που δεν δέχθηκε να δημοσιοποιηθεί το επώνυμό του είναι πατέρας ενός παιδιού και η σύζυγός του εργάζεται «για να αντεπεξέλθουν», όπως λέει, «στις σημερινές δύσκολες οικονομικές συνθήκες».
«Εχω ακούσει για τις αλλαγές που ετοιμάζονται, αλλά είμαι αντίθετος. Πιστεύω ότι η απασχόληση παρτ τάιμ και οι μειώσεις των αποδοχών δεν θα λειτουργήσουν θετικά στην αγορά εργασίας. Αντίθετα, η μείωση των ωρών εργασίας στις 35 την εβδομάδα χωρίς μείωση αποδοχών θα συνέβαλλε στην αύξηση της απασχόλησης».
