* Ο κ. Αλέξανδρος Παπαδόπουλος από τη Θεσσαλονίκη ερωτά:
«Είμαι τακτικός αναγνώστης όλων των άρθρων σας, τόσο των οικονομικών όσο και αυτών που αναφέρονται σε θέματα του δημόσιου τομέα, και κυρίως των συνταξιοδοτικών, καθώς και θεμάτων Εφορίας. Παρακολουθώντας τις απαντήσεις που δίνετε σε θέματα του αντικειμένου σας, παίρνω το θάρρος να ζητήσω τη γνώμη σας σε θέμα συνταξιοδοτικό.
Αναφέρομαι στο ένθετο του “Βήματος” της 1/2/1998, “Οδηγός, μισθοί και συντάξεις για το 1998″, και συγκεκριμένα στην αρχή της σελίδας 5, όπου αναφέρεστε σε όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με συμπλήρωση της 25ετίας με χρόνια από τον ιδιωτικό τομέα.
Επειδή ανάμεσα σε συναδέλφους επικρατεί διχογνωμία, σας παρακαλώ να εξετάσετε την περίπτωσή μου και να μου απαντήσετε όπως εσείς επιθυμείτε, είτε μέσω του “Βήματος” είτε τηλεφωνικώς ή και με ένα απλό σημείωμα.
Γεννήθηκα στις 6 Νοεμβρίου 1947.
Πρόσληψη στο Δημόσιο στις 7 Αυγούστου 1975 με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και μονιμοποίηση με τον Ν. 1476/84.
Αναγνώριση και μεταφορά από ιδιωτικό τομέα στον δημόσιο με τις διατάξεις του Ν. 1405/83 (διαδοχική ασφάλιση) χρόνου 2 ετών, 9 μηνών και 28 ημερών.
Στρατιωτική θητεία 23 μηνών και 15 ημερών.
Στις 31.12.97 συμπληρώνω συνολική υπηρεσία 27 ετών, 2 μηνών και 6 ημερών.
Αρα με όσα αναφέρετε στο ένθετο πληρώ τους όρους για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καθ’ όσον έχω ήδη συμπληρώσει και 20ετή πραγματική υπηρεσία.
Παρακαλώ να μου απαντήσετε αν με τα παραπάνω δεδομένα μπορώ να συνταξιοδοτηθώ με τη συμπλήρωση των 56 χρόνων (επειδή συμπληρώνω την 25ετία με χρόνια του ιδιωτικού τομέα) ή έπρεπε την 31.12.97 να είμαι 56 ετών, καθώς δεν μπορώ να ξέρω τι αναφέρει αναλυτικά το άρθρο 2 του Ν. 1405/83».
Απάντηση: Στις 31.12.97 είχατε πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, με συνυπολογισμό και του χρόνου της στρατιωτικής θητείας, 24 έτη, 4 μήνες και 9 ημέρες. Συνεπώς θεμελιώσατε δικαίωμα συνταξιοδότησης τον Σεπτέμβριο του 1998. Η σύνταξη όμως είναι καταβλητέα σε ηλικία 60 ετών και έξι μηνών.
Ωστόσο, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη δυνατότητα του 25+7,5, με συνυπολογισμό και του χρόνου απασχόλησής σας στον ιδιωτικό τομέα, οπότε η σύνταξη είναι καταβλητέα σε τέσσερα έτη και έξι μήνες περίπου.
Σύνταξη ΤΕΒΕ
* Ο κ. Μιχαήλ Χαλικάς από την Τήνο ερωτά:
«Παρακαλώ, αν θέλετε, να δημοσιεύσετε αυτή την επιστολή μου για να με βοηθήσετε για την αδικία που μου γίνεται από το ΤΕΒΕ. Μου δίνει 18.000 δρχ. σύνταξη για 19 χρόνια εισφορές και ένα μήνα, λόγω του ότι συνταξιοδοτήθηκα με τον νόμο περί διαδοχικής ασφάλισης. Δυστυχώς, οι κυβερνήσεις ασχολούνται μόνο με τους δημοσίους υπαλλήλους, με ΔΕΗ, ΟΤΕ, τράπεζες κλπ. Εδώ στην επαρχία όπου ζω η αγρότισσα παίρνει 32.000 δρχ. τον μήνα, και εγώ για τη γυναίκα μου 4.500 δρχ. τον μήνα. Γιατί; Και πλήρωνα 35 χρόνια εισφορές, ό,τι μου γυρεύανε πλήρωνα. Γιατί σώνει και καλά να λένε ότι αυτοί που εργάζονται στο κράτος πρέπει να ζουν αξιοπρεπώς, εμείς οι υπόλοιποι πώς πρέπει να ζούμε, όχι αξιοπρεπώς; Πιστεύω να με βοηθήσετε να δημοσιευτεί αυτή η επιστολή μου».
Απάντηση: Εχετε δίκιο να παραπονείσθε για την πενιχρή σύνταξη που παίρνετε. Ωστόσο δεν μας δίνετε επαρκή στοιχεία για να σας βοηθήσουμε. Δηλαδή πού έχετε 35 χρόνια ασφάλισης. Αν τα 19 χρόνια ασφάλισης που έχετε στο ΤΕΒΕ αφορούν παράλληλη ασφάλιση σε άλλο Ταμείο. Αν έχετε διαδοχική ασφάλιση και ποιος είναι ο τελευταίος φορέας ασφάλισής σας. Και όλα αυτά γιατί, από ό,τι η στήλη γνωρίζει, η κατώτερη σύνταξη του ΤΕΒΕ είναι σήμερα 91.976 δρχ.
Σας συνιστούμε να στείλετε μια έγγραφη αναφορά στη Γενική Γραμματεία του υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, όπου θα αναφέρετε το θέμα παραθέτοντας πλήρη στοιχεία.
Την αναφορά αυτή να την κοινοποιήσετε και στο «Βήμα», ώστε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του προβλήματός σας.
Η φορολογητέα αξία των αγρών
* Η κυρία Φωτεινή Κοντογιάννη από τη Θεσσαλονίκη ερωτά:
«Πριν από δύο μήνες κατοχυρώθηκε σε πλειστηριασμό αγρός 14.000 τ.μ. αντί 61.000.000 δρχ., ήτοι 4.380.000 δρχ. το στρέμμα, σ’ εμένα, ως τελευταία πλειοδότρια, το 50% της ψιλής κυριότητος, στην αδελφή μου το 50% της ψιλής κυριότητος και στον πατέρα μου το 100% της επικαρπίας.
Επί του ανωτέρω αγρού το 1993 έγινε πράξη μεταβιβάσεως εξ επαχθούς αιτίας το 35% του συνόλου και η Εφορία προσδιόρισε τότε την αξία του προς 1.650.000 δρχ. το στρέμμα.
Σήμερα η Εφορία ορίζει προσωρινά την αξία μεταβιβάσεως του ανωτέρω αγρού σε 97.510.000 δρχ., ήτοι 7.000.000 δρχ. το στρέμμα, χρησιμοποιώντας ως συγκριτικό στοιχείο την αξία όμορου αγρού εκτάσεως 11.500 τ.μ., του οποίου το 1995 μεταβιβάστηκαν τα 3/8 λόγω δωρεάς μεταξύ συγγενών αντί 4.700.000 δρχ. το στρέμμα.
Ερωτήματα:
1) Ποιο από τα ανωτέρω δύο περιγραφόμενα συγκριτικά στοιχεία είναι πλέον πρόσφορο για τον προσδιορισμό της αξίας του ανωτέρω αγρού σήμερα; Το ύψος του τιμαρίθμου λαμβάνεται υπόψη;
2) Μπορώ να ζητήσω να προσδιοριστεί η αξία του ανωτέρω αγρού βάσει της αξίας που η ίδια η Εφορία χρησιμοποίησε την 1/1/1998 στη φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας;
3) Για τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος 1998 ως τεκμήριο θα ληφθεί η αξία του πλειστηριασμού ή η αξία υπολογισμού του φόρου μεταβιβάσεως του αγρού;
4) Η δωρεά ποσού 3.000.000 δρχ. από τον παππού στην εγγονή είναι καλύτερα να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δήλωση της δωρεάς στην Εφορία;
5) Μήπως υπάρχει, στον νόμο που προσδιορίζει τον φόρο μεταβιβάσεως, κάποιο άλλο στοιχείο που μου διαφεύγει;».
Απάντηση: 1) Η Εφορία χρησιμοποίησε ως συγκριτικό στοιχείο το πλέον πρόσφατο, το οποίο θεωρείται εξ αυτού του λόγου και προσφορότερο. Εφόσον όμως στη φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας υπάρχει άλλη αξία του αγρού, αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, διότι και αυτή η αξία προσδιορίζεται, όπως ορίζουν οι σχετικές διατάξεις, με βάση συγκριτικά στοιχεία.
2) Οταν αγοράζεται ακίνητο το οποίο βρίσκεται εκτός αντικειμενικού συστήματος, ως τεκμαρτή δαπάνη λαμβάνεται το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο, στο οποίο προστίθεται και η τυχόν διαφορά μεταξύ αυτού και της αγοραίας αξίας του ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται από τη φορολογική αρχή.
3) Φρονιμότερο είναι η δωρεά να γίνει με συμβολαιογραφική πράξη. Θα πρέπει ωστόσο να έχετε υπόψη σας ότι η δωρεά χρημάτων αποτελεί τεκμήριο το οποίο ο παππούς θα πρέπει να το δικαιολογήσει, αν το δηλούμενο εισόδημά του δεν επαρκεί.
Εμπορικές μισθώσεις
* Η κυρία Ε.Σ.Μ. από την Κατερίνη ερωτά:
«1) Την 1.9.82 μίσθωσα ένα κατάστημά μου σε έμπορο (πωλητής παπουτσιών).
2) Τον Νοέμβριο του 1990 συνιστά ο μισθωτής στο όνομά του ΟΕ με τη συμμετοχή μελών της οικογενείας του.
3) Στις 28.11.90 υπογράφω νέο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης (αντίγραφο σας επισυνάπτω).
Το ερώτημά μου είναι:
α) Αν νομιμοποιούμαι να προβώ σε αγωγή εξώσεως λόγω πολυετούς μίσθωσης.
β) Ποιο πρέπει να είναι το σημερινό ενοίκιο (αρχικό 25.000 δρχ.) δεδομένου ότι ουδέποτε έγινε άλλη συμφωνία αναπροσαρμογής».
Απάντηση: Η μίσθωση έχει απελευθερωθεί, διότι για τον υπολογισμό της δωδεκαετίας, εικοσαετίας κλπ. λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός χρόνος που συμπληρώθηκε όχι μόνο στο πρόσωπο του σημερινού μισθωτή, αλλά και στο πρόσωπο όλων των κάθε είδους δικαιοπαρόχων του, ανεξαρτήτως του είδους της συμβάσεως του καθενός από αυτούς, αρκεί καθ’ όλο το διάστημα αυτό η χρήση του ακινήτου να μην έχει επιστρέψει ποτέ στον εκμισθωτή.
Το δικαίωμά σας να καταγγείλετε τη μίσθωση προϋποθέτει την καταβολή αποζημιώσεως προς τον μισθωτή ύψους 12 μισθωμάτων, με τη δυνατότητα το δικαστήριο να τα αυξήσει σε 16. Μπορείτε βέβαια να συνάψετε νέα μίσθωση, της οποίας το ύψος του μισθώματος θα καθοριστεί ελεύθερα, με συμφωνία με τον εκμισθωτή.
Δαπάνη ανέγερσης οικοδομής
* Ο κ. Ιωάννης Παπαδόπουλος από την Αθήνα ερωτά:
«Σας παρακαλώ να με διαφωτίσετε μέσα από την πραγματικά επιτυχημένη στήλη σας “Απορίες” σχετικά με το εξής θέμα: Στο τεκμήριο της δαπάνης ανέγερσης οικοδομών (κωδ. 737 και 738 της φορολογικής δήλωσης Ε1) συμπεριλαμβάνονται ή όχι η δαπάνη έκδοσης της οικοδομικής άδειας (αμοιβή μελέτης και λοιπές καταβολές), η αμοιβή επίβλεψης, καθώς και η δαπάνη για εργοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ;».
Απάντηση: Στις περιπτώσεις ανέγερσης οικοδομής είτε με αυτεπιστασία είτε με ανάθεση σε εργολάβο, ως αξία αυτής λαμβάνεται το ποσόν της δαπάνης που δηλώνεται από τον ιδιοκτήτη – φορολογούμενο. Αυτή η δαπάνη αποτελεί την τεκμαρτή δαπάνη, η οποία υπάγεται στον έλεγχο του «πόθεν έσχες». Η αξία του κόστους κατασκευής όμως όπως δηλώνεται από τον ιδιοκτήτη δεν μπορεί να είναι μικρότερη της αντικειμενικής αξίας στις περιοχές όπου αυτό ισχύει, με αφαίρεση της αξίας του οικοπέδου, η οποία θα υπολογιστεί και αυτή με το ίδιο σύστημα.
Ο προσδιορισμός της αξίας της ανεγειρόμενης οικοδομής με τον παραπάνω τρόπο εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η άδεια της οικοδομής έχει εκδοθεί πριν από τις 31/12/1994. Αν η άδεια της οικοδομής έχει εκδοθεί μετά την ημερομηνία αυτή, η δαπάνη ανέγερσης η οποία θα ληφθεί υπόψη ως τεκμήριο θα υπολογιστεί με βάση το «ελάχιστο κόστος» κατασκευής, όπως αυτό προσδιορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 2238/94.
Ως ελάχιστο κόστος κατασκευής νοείται, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το καθαρό κατασκευαστικό κόστος, στο οποίο περιλαμβάνονται η αξία αγοράς των υλικών με τον ΦΠΑ, όταν αυτός δεν εκπίπτει, και η αμοιβή εργασίας η οποία προσφέρεται απευθείας ή μέσω εργολάβου. Δεν περιλαμβάνονται στο κόστος αυτό η αμοιβή του μηχανικού, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι δαπάνες προς δημόσιες υπηρεσίες.
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ * Προσωρινές άδειες κυκλοφορίας αυτοκινήτων και μοτοσικλετών
Υστερα από ερωτήματα που έχουν τεθεί στο υπουργείο Οικονομικών αναφορικά με τη δυνατότητα ή μη χορήγησης προσωρινών αδειών κυκλοφορίας κατά τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του Ν. 2367/53 σε ευάριθμα αυτοκίνητα οχήματα για τα οποία τα τέλη κυκλοφορίας καταβάλλονται με τη χορήγηση ειδικού σήματος, το υπουργείο Οικονομικών βάσει του υπ’ αριθμ. ΠΟΛ. 1238/98 εγγράφου του απαντάει τα εξής:
Με τις διατάξεις τής παρ. 7 του άρθρου 22 του Ν. 2367/53 όπως ισχύει, ορίζεται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας με προσωρινή άδεια και ως δύο ημέρες τον μήνα. Η προσωρινή άδεια χορηγείται αποκλειστικά και μόνο από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ και αφού καταβληθούν τέλη κυκλοφορίας 650 δραχμών για κάθε ημέρα, ανεξάρτητα από το είδος του αυτοκινήτου ή της μοτοσικλέτας».
Στην υπ’ αριθμ. 245/17.8.87 εγκύκλιο διαταγή του υπουργείου Οικονομικών είχαν δοθεί οδηγίες για τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία χορήγησης προσωρινών αδειών κυκλοφορίας. Επίσης, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του Ν. 2093/92, όπως ισχύουν, ορίζεται ότι «με την επιφύλαξη των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2367/53 τα τέλη κυκλοφορίας στα επιβατικά ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα, στις επιβατικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες ιδιωτικής χρήσης, στα τύπου Jeep αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους ως επιβατικών ή φορτηγών, και στα επιβατικά ρυμουλκούμενα, ημιρυμουλκούμενα ιδιωτικής χρήσης (τροχόσπιτα) είναι ετήσια και αδιαίρετα και οφείλονται για ολόκληρο το έτος, ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα κυκλοφορίας τους εντός του έτους.
Εξάλλου, με τις διατάξεις τής παρ. 7 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου παύει να ισχύει ως προς τα οχήματα της παραγράφου 1 κάθε διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά θέματα που ρυθμίζονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
Προσωρινές άδειες, θα εξακολουθούν να χορηγούνται και για τα οχήματα που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 2093/92, με καταβολή βεβαίως τελών κυκλοφορίας 650 δραχμών για κάθε ημέρα, ανεξάρτητα από το είδος του οχήματος. Σημειώνεται, τέλος, ότι οι ανωτέρω άδειες υπόκεινται σε πάγιο τέλος χαρτοσήμου 1.000 δρχ. πλέον εισφοράς ΟΓΑ 20%. * Ο φόρος και τα εισοδήματα των λιανοπωλητών
Τον καθορισμό εισοδήματος που αντιστοιχεί στα εφάπαξ ποσά φόρου που καταβάλλουν οι αποκλειστικά πλανόδιοι λιανοπωλητές και οι λιανοπωλητές λαϊκών αγορών προσδιόρισε με το υπ’ αριθμ. ΠΟΛ. 1235/98 έγγραφό του το υπουργείο Οικονομικών.
Συγκεκριμένα, από τις διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2238/94 προβλέπεται ο προσδιορισμός ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης. Κατ’ εξαίρεση, με τις διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του ίδιου άρθρου, αντί του προσδιορισμού ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος για τις παρακάτω εμπορικές επιχειρήσεις, προβλέπεται συγκεκριμένο ποσό καταβαλλόμενου φόρου, το οποίο με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 5 του Ν. 2579/98, που ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.98 και μετά διαμορφώθηκε ως εξής:
Στις επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με 110.000 δρχ. ετήσιως, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από 200.000 κατοίκους, το ποσό αυτό ορίζεται σε 75.000 δρχ. ετησίως.
Στις επιχειρήσεις αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές, είτε διαθέτουν ίδια προϊόντα είτε προϊόντα τρίτων, επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με 180.000 δρχ. ετησίως αν πρόκειται για επαγγελματίες πωλητές και 140.000 δρχ. ετησίως αν πρόκειται για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από 200.000 κατοίκους, το ποσό αυτό ορίζεται σε 90.000 δρχ. ετησίως αν πρόκειται για επαγγελματίες πωλητές και σε 70.000 ετησίως αν πρόκειται για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων. Ειδικά για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, αν η άδεια εκδίδεται ή ανανεώνεται για χρονικό διάστημα ως και έξι μήνες, τα ανωτέρω ποσά φόρου καταβάλλονται στο μισό πριν από την έκδοση ή την ανανέωση της άδειας.
Τα πιο πάνω ποσά φόρου που οφείλουν να καταβάλλουν ετησίως οι λιανοπωλητές, αναγόμενα σε ετήσιο καθαρό εισόδημα, με βάση τη φορολογική κλίμακα του άρθρου 9 του Ν. 2238/94, προσεγγίζουν στα ποσά καθαρού εισοδήματος ως εξής: 35.000 δρχ. φόρος λιανοπωλητών αντιστοιχεί σε εισόδημα 1.750.000 δρχ., 70.000 δρχ. φόρος αντιστοιχεί σε εισόδημα 2.450.000 δρχ., 75.000 δρχ. φόρος σε 2.550.000 δρχ. εισόδημα, 90.000 δρχ. φόρος σε 2.700.000 δρχ. εισόδημα, 110.000 δρχ. φόρος σε 2.850.000 δρχ. εισόδημα, 140.000 δρχ. φόρος σε 3.050.000 δρχ. εισόδημα και 180.000 δρχ. φόρος αντιστοιχεί σε 3.300.000 δρχ. εισόδημα.
