«Οι ρόλοι είναι βρικόλακες»





Σκηνή: ο χώρος του σαλονιού στο καινούργιο σπίτι της Ρένης Πιττακή. Δεσπόζει η θέα προς την Ακρόπολη την οποία επιτρέπει μια τζαμαρία πέρα ως πέρα. Δύο δερμάτινοι καναπέδες χρώματος εκρού είναι τοποθετημένοι σε σχήμα «Γ» και στη γωνία τους ένα τραπέζι. Ούτε κουρτίνες ούτε τίποτε. Στο πάτωμα χαρτόνια. Πίσω μας, στον διάδρομο, δεκάδες κουτιά γεμάτα πράγματα. Θα ανοίγονταν σύντομα αλλά η αναπάντεχη πρόταση προς την οικοδέσποινα για μια συνεργασία εκτός Θεάτρου Τέχνης θα τα κάνει να περιμένουν. Εχει σερβίρει γαλλικό καφέ και εξετάζει διακριτικά την άγνωστη σε αυτήν παρουσία μου. Η Ρένη Πιττακή έχει συνδέσει την πορεία της ως ηθοποιού με εκείνη του Θεάτρου Τέχνης. Στη σχολή του πήρε τα πρώτα μαθήματα και στο υπόγειο του Ορφέα ερμήνευσε όλους τους ρόλους της. Παρέμεινε σε αυτό μετά τον θάνατο του Καρόλου Κουν ως σήμερα. Μία από τις ελάχιστες εξόδους της από αυτό συνέβη πριν από λίγο καιρό, όταν δέχθηκε την πρόταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού να ερμηνεύσει τη Γερτρούδη, τη μητέρα του Αμλετ, στην παράσταση που ετοιμάζει το Θέατρο Διπλούς Ερως. Αυτό όμως δεν αποτελεί αιτία ούτε αφορμή της συνέντευξης. Είναι η επιθυμία για ένα πορτρέτο της ώριμης ηθοποιού που με έφερε ως εδώ. Κάνω την πρώτη ερώτηση:


­ Τι σας ενθαρρύνει αυτόν τον καιρό, κυρία Πιττακή;


«Αυτό (δείχνει προς τη θέα μπροστά της). Ξεκινώντας από τον γαλανό ουρανό, κατεβαίνοντας, με τη ματιά, στην Ακρόπολη, τα κυπαρίσσια μπροστά μας, μια λωρίδα θάλασσας στον ορίζοντα ­ όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, τα πουλιά που έρχονται στο μπαλκόνι και το φως. Αυτή η εικόνα με ενθαρρύνει».


­ Με άλλα λόγια, παίρνετε ενέργεια;


«Ναι. Απίστευτα πολλή. Παρατηρώ τις αλλαγές του φωτός, το ηλιοβασίλεμα και γεμίζω».


­ Το αντιπαραβάλλετε με το σκοτάδι του υπογείου του Θεάτρου Τέχνης;


«Βεβαίως. Πέρασα μια ολόκληρη ζωή σε ένα χώρο κλειστό και σκοτεινό. Το τεχνητό φως της δοκιμής λειτουργεί διαφορετικά ­ είναι ένας άσπρος κύκλος που σε παίρνει από τον κόσμο, σε συγκεντρώνει σε σένα και στον συνομιλητή σου επί σκηνής. Το φως της παράστασης πάλι είναι ένα κύμα· πέφτει επάνω σου και σε φέρνει πίσω στον κόσμο, χρωματιστά».


­ Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποια αναλογία με τους ρόλους που έχετε ερμηνεύσει ως ηθοποιός. Δεν πρέπει να είναι πολλοί οι ρόλοι που ακτινοβολούσαν φως ή που θα τους χαρακτηρίζαμε «φωτεινές παρουσίες».


«Ω, ναι. Αυτό έχει ενδιαφέρον να το δούμε. Αλλά πρέπει να πάρω τα χαρτιά μου, απ’ έξω δεν θυμάμαι τίποτα. (Σηκώνεται και πηγαίνει στο βάθος του σπιτιού. Γυρίζει με έναν πολυσέλιδο κατάλογο των ρόλων που έχει ερμηνεύσει. Ξεφυλλίζει). Να μια φωτεινή παρουσία. Η Τιτάνια από το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας». Η πριγκίπισσα Ιμαλάι από την «Οπερέτα» του Γκομπρόβιτς ­ έλαμπε ως παρουσία, έλαμπε όταν τραγουδούσε, έλαμπε ακόμη και το κοστούμι που φορούσε: είχε παγέτες. Η ωραία Ελένη στο «Τρωίλος και Χρυσηίδα» επίσης. Η Ισαβέλα στο κείμενο του Ντάριο Φο «Η Ισαβέλα, τρεις καραβέλες κι ένας παραμυθάς». Η Μαρούλα στην «Τύχη της Μαρούλας» ίσως».


­ Είναι λίγες συγκρινόμενες με τις σκοτεινές παρουσίες. Εχουν αφήσει ίχνη φωτός μέσα σας αυτές οι «φωτεινές παρουσίες»;


«Χαρά. Αναμνήσεις απόλαυσης, ιδίως από την Τιτάνια και την Ιμαλάι».


­ Κατά κανόνα έχετε ερμηνεύσει σκοτεινούς ρόλους για να κρατήσουμε αυτόν τον συμβατικό όρο. Γιατί;


«Τέτοιο ήταν το ρεπερτόριο του Θεάτρου Τέχνης. Ο Κουν ήταν «παιδί του φεγγαριού», όπως τον είχε πει η Κατσέλη».


­ Γιατί έδινε αυτούς τους ρόλους σε σας; Τι έβλεπε;


«Ενα σκοτεινό παρελθόν (γελάει τρανταχτά). Τώρα που με ρωτάτε, θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθε να με δει στη σχολή. Μου ζήτησε να διαβάσω κάτι από την «Αντιγόνη» του Ανούιγ. «Μπράβο, ήταν καλό» μου είπε και μετά έφυγε και δεν το ξαναπιάσαμε. Είπε στον Λαζάνη να μας δώσει κάτι από την «Αντιγόνη» ή την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή και αυτό ήταν ­ δεν τον ξαναείδα στη σχολή. Τώρα αναρωτιέμαι και εγώ γιατί μου έδωσε «Αντιγόνη»».


­ Γιατί;


«Νομίζω ότι έβλεπε στο πρόσωπο, στο βλέμμα μου αυτό που λέμε (κομπιάζει) παρελθόν. Ψάχνω να βρω τρόπο να το εκφράσω. Κάτι που δεν είχε σχέση με την τοτινή παρουσία μου και την ηλικία μου ­ τότε ήμουν μόλις 20 χρόνων. Κάτι στο βλέμμα μου ή στη διάθεσή μου που φαινόταν να κουβαλάει γνώση, μνήμη πραγμάτων, μοίρα; Δεν ξέρω, ψάχνω να βρω τι είναι αυτό».


­ Είχατε τεχνική ηθοποιίας για να κυριαρχήσετε στη σκοτεινιά εκείνων των προσώπων ώστε να μη σας συντρίψουν;


«Οχι. Οταν τελείωσα τη σχολή, δεν είχα τεχνική. Την ανέπτυξα σιγά σιγά μέσω των ρόλων που έπαιξα. Ορισμένες φορές βούλιαξαν κάποιοι ρόλοι ­ όπως η Φουθ στον «Γυρισμό» του Πίντερ ­ διότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ αλλά δεν τα παράτησα, τους αντιμετώπισα ως ευκαιρίες για μελέτη. Σκόπευα το καλύτερο βεβαίως αλλά, αν δεν τα κατάφερνα, δεν απογοητευόμουν· ένιωθα ότι κάνω ένα μικρό βήμα και κάποια ημέρα θα φθάσω κάπου. Σαν να συνέχιζα τα χρόνια της μαθητείας. Ενιωσα να ανθίζω για πρώτη φορά όταν έπαιξα την Τιτάνια· ένιωσα ότι ο ρόλος μου είχε προσωπικότητα. Παρ’ όλο που ορισμένοι ρόλοι ήταν μακρινοί για μένα, ακόμη και ηλικιακά, και μερικές φορές δεν καταλάβαινα καθόλου τι γινόταν, ποτέ δεν ένιωσα να με συντρίβουν».


­ Δεν βαρεθήκατε να παίζετε ρόλους πια;


«Οχι (ξεκαρδισμένη). Οταν δεν έχω ενέργεια, δεν κάνω τίποτα. Κάθομαι, χαζεύω μήνες ολόκληρους. Επειδή ανήκω στο Θέατρο Τέχνης εδώ και δεκαετίες, νομίζει κανείς ότι δεν κάθομαι καθόλου. Δεν είναι έτσι. Εχω καθήσει για μεγάλα διαστήματα».


­ Μου κάνει εντύπωση που γελάτε τόσο συχνά και τρανταχτά κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας.


«Α, γελάω συχνά στη ζωή μου. Ξέρω όμως ότι οι άνθρωποι έχουν την εικόνα της σοβαρής, αυστηρής, απρόσιτης γυναίκας για μένα. Τη δέχομαι, αρκεί να μην περιορίζονται σε αυτήν».


­ Ισχύει για σας η διάκριση μεταξύ ζωής και τέχνης;


«Ναι, βεβαίως. Παρ’ όλο που δούλεψα τόσα χρόνια στο Θέατρο Τέχνης και ο Κουν απαιτούσε από τους στενούς συνεργάτες του να μη διακρίνουν μεταξύ ζωής και τέχνης, όπως δεν διέκρινε και ο ίδιος, κατάφερα να πάρω τις αποστάσεις μου από αυτό από τότε που ήμουν μαθήτρια. Δεν μου άρεσε, δεν με γοήτευε το να συγχέει κανείς αυτά τα δύο πράγματα. Ηταν μία από τις δοκιμασίες που με κούρασαν, με δυσκόλεψαν, αλλά τα κατάφερα. Ηταν μια νίκη. Από τη μια μεριά έκανα αφοσιωμένη μόνο θέατρο και μόνο στο Τέχνης και από την άλλη αγωνίστηκα να διατηρήσω ένα χώρο ιδιωτικό, δικό μου».


­ Χρησιμοποιείτε κάποια τεχνική για να «μπείτε» και να «βγείτε» από τον ρόλο;


«Οχι, και μάλιστα πολλές φορές με έχει εκπλήξει και την ίδια αυτό. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέμαι, να είμαι έξω από τον ρόλο και με το σβήσιμο των φώτων να μπαίνω μονομιάς;».


­ Αντιμετωπίζετε καθόλου το ερώτημα αν το θέατρο γοητεύει και κατά πόσο τον σημερινό θεατή;


«Νομίζω ότι δεν τον γοητεύει πολύ. Τον ελκύουν περισσότερο η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Πιστεύω ότι το θέατρο απαιτεί προσπάθεια από τον θεατή, θέλει τη συμμετοχή του, τη διαθεσιμότητά του, το να είναι παρών».


­ Το να βλέπεις είναι δράση, δουλειά, απαιτεί ενέργεια, ε;


«Ακριβώς! Εγώ ως ηθοποιός θέλω από τον θεατή να έρχεται στο θέατρο με ενέργεια, έτοιμος, διαθέσιμος να την ανταλλάξει μαζί μου και όχι να κάθεται παθητικός στο κάθισμά του και να περιμένει να τον εντυπωσιάσω, να τον καταπλήξω. Θέλω να ξεκινάει και εκείνος προς συνάντησή μου. Και αυτό που θα συμβεί κατά τη διάρκεια της συνάντησής μας καθορίζει την ποιότητα της παράστασης. Το άλλο είναι «σταριλίκι». Υπάρχει κάτι που θα προσυπέγραφα και θα ήθελα να σας διαβάσω (σηκώνεται και παίρνει κάποιες σελίδες). Είναι λόγια του Χάινερ Μύλερ: «Το σημερινό θέατρο είναι παρηκμασμένο επειδή έχει χάσει την αίσθηση του σοβαρού από τη μια και την αίσθηση του γέλιου από την άλλη. Διότι έχει σπάσει κάθε δεσμό με τον κίνδυνο. Ακόμη, επειδή έχει χάσει την αίσθηση του αληθινού χιούμορ και έχει ξεκόψει από το πνεύμα της βαθιάς αναρχίας που αποτελεί βάση για κάθε ποίηση». Το διαπιστώνω αυτό και στα κείμενα και στις παραστάσεις. Δεν διακινδυνεύεται κάτι».


­ Παρ’ όλα αυτά, μένετε δεκαετίες ολόκληρες στο Θέατρο Τέχνης.


«Ναι. Για μένα, που είμαι άτομο συνεσταλμένο και κλειστό, αποτελεί ρίσκο το να εμφανίζομαι μπροστά σε 15.000 θεατές μιας παράστασης στην Επίδαυρο. Χρειάζομαι την ασφάλεια του Θεάτρου Τέχνης για να ισορροπώ».


­ Μα η εποχή της ακμής του Θεάτρου Τέχνης έχει παρέλθει.


«Πράγματι αλλά… (παύση). Να, ρισκάρω τώρα παίζοντας τη Γερτρούδη στο Θέατρο Διπλούς Ερως».


­ Πείτε μου ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων και σας έδωσε την ικανοποίηση δικαίωσης της τέχνης σας;


«Συνέβη κάτι εντυπωσιακό όταν παίζαμε τη «Γέρμα» του Λόρκα. Δέχθηκα ένα γράμμα από κάποια γυναίκα που μου έλεγε ότι ο άντρας της αρνιόταν επίμονα να ανταποκριθεί στον πόθο της να κάνουν ένα παιδί ώσπου είδε την παράσταση της «Γέρμα». Σας θυμίζω ότι το δράμα της Γέρμας είναι η στειρότητά της. Ο σύζυγος είδε μέσα από τη Γέρμα τον πόθο της δικής του γυναίκας για ένα παιδί και συγκλονίστηκε. Αργότερα πήρε την απόφαση και έτσι το ζευγάρι απέκτησε παιδί. Είναι υπέροχο, δεν είναι;».