Σύμφωνα με τους ιστορικούς, τους γεωπολιτικούς αναλυτές αλλά και σχεδόν το σύνολο του κόσμου, ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ίσως η μεγαλύτερη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ανατολής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Και για να θυμηθούμε, θεωρητικά ήταν η μάχη μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού του Βιετνάμ (Βόρειο Βιετνάμ) και της Δημοκρατίας του Βιετνάμ (Νότιο Βιετνάμ). Στην πραγματικότητα ήταν ένας πόλεμος διά αντιπροσώπων μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, παρ’ όλο που η ΕΣΣΔ δεν ενεπλάκη άμεσα στρατιωτικά. Αμερικανοί στρατιώτες είχαν ήδη εμπλακεί από το 1959, αλλά σε μεγάλους αριθμούς κατέφθασαν κατά το 1965. Εγκατέλειψαν τη χώρα το 1973, κάτι που οδήγησε τελικά στην παράδοση του Νότου στις 30 Απριλίου 1975.
Από το 1965 κυρίως και μετά οι Ηνωμένες Πολιτείες και εν προκειμένω ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον είχαν να αντιμετωπίσουν και ένα «δεύτερο Βιετνάμ» εντός των συνόρων. Το ροκ ζει ενδεχομένως την καλύτερη και πλέον παραγωγική δεκαετία του (αυτή του ’60), η νεολαία, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη, θέλει να πάρει τον έλεγχο της ζωής της στα χέρια της, τα παιδιά των λουλουδιών κάνουν την εμφάνισή τους και κάπου εκεί και κάπως έτσι το 1965 αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτες αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Περιθωριακές και «περίεργες» στην αρχή, δεν άργησαν να αυξηθούν σε ένταση και συμμετοχή, ανάλογα με τους αριθμούς των νεκρών και τραυματιών αμερικανών στρατιωτών που επέστρεφαν από το μέτωπο. Η πασίγνωστη αφίσα του αμερικανού φαντάρου που αντικρίζει για τελευταία φορά τον καυτό ήλιο στον ορυζώνα, κεραυνοβολημένος από εχθρική σφαίρα, μ’ ένα μετέωρο, σπαραχτικό «WHY?» («Γιατί;») στα χείλη του, ηλέκτρισε εκατομμύρια Αμερικανούς -υποψήφια θύματα ή συγγενείς μελλοντικών θυμάτων.

Οι διαμαρτυρίες

Στις 17 Απριλίου του 1965 η φοιτητική οργάνωση SDS (Students for a Democratic Society), που είχε αποκτήσει πλέον πανεθνικό ακροατήριο λόγω της αντίθεσής της στον πόλεμο του Βιετνάμ, οργάνωσε μαχητική πορεία 15.000 νέων έξω από τον Λευκό Οίκο. Ανάλογη διαμαρτυρία οργανώθηκε στις 12 Μαΐου έξω από το αμερικανικό Πεντάγωνο. Τον ίδιο μήνα (Ιούνιος 1965) άρχισε το πρωτοφανές στα χρονικά των ΗΠΑ κύμα λιποταξιών, με διαδηλωτές να καίνε δημόσια, προκλητικά, επιθετικά τα στρατιωτικά τους βιβλιάρια. Για να κάμψει το εξαιρετικά επικίνδυνο, για το αμερικανικό κατεστημένο, κίνημα των αντιρρησιών συνείδησης, ο Τζόνσον θέσπισε με κατεπείγουσες διαδικασίες έκτακτη δρακόντεια νομοθεσία, με εξαιρετικά βαριές ποινές φυλάκισης και χρηματικά πρόστιμα για τους παραβάτες, τις οποίες όμως αψήφησε σε μαζική κλίμακα η ριζοσπαστικοποιημένη αμερικανική νεολαία μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.
Οι αντιπολεμικές κινητοποιήσεις αναπτύχθηκαν ταχύτατα, σε έκταση και δυναμισμό, το φθινόπωρο αυτής της χρονιάς υπό το βάρος των αποκαλύψεων του Τύπου για ωμότητες των αμερικανικών στρατευμάτων. Τώρα πλέον τον πόλεμο κατήγγειλαν ακόμα και γερουσιαστές, όπως οι Δημοκρατικοί Σάμουελ Μορς (ο οποίος δήλωσε: «Είμαστε πλέον το πιο μισητό έθνος στην Ασία») και Τζορτζ Μαγκόβερν, (ο οποίος προέβλεπε συντριπτική ήττα και τάχθηκε υπέρ του άμεσου διαλόγου με τους Βιετκόνγκ με παύση των εχθροπραξιών).
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1969, και ενώ ο πόλεμος του Βιετνάμ βρισκόταν σε εξέλιξη, όπως σε εξέλιξη βρίσκονταν και οι διαμαρτυρίες σε όλο τον κόσμο –ακόμη και σε κάποιες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης -, ο Τζον Λένον και η σύζυγός του Γιόκο Ονο πήραν μία από τις πλέον ιστορικές αποφάσεις διαμαρτυρίας. Δεδομένου ότι ο γάμος τους στις 20 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς θα ήταν –και ήταν –ένα τεράστιο γεγονός για τον παγκόσμιο Τύπο, αποφάσισαν να τον χρησιμοποιήσουν για να διαμαρτυρηθούν για τον πόλεμο στο Βιετνάμ.

Στο ξενοδοχείο «Χίλτον»

Αποφάσισαν λοιπόν να περάσουν το γαμήλιό τους ταξίδι στην προεδρική σουίτα του ξενοδοχείου «Χίλτον» στο Αμστερνταμ της Ολλανδίας ξαπλωμένοι στο κρεβάτι από τις 25 έως και τις 31 Μαρτίου 1969, καλώντας τους δημοσιογράφους από όλον τον κόσμο καθημερινά, 09.00-21.00, για να κάνουν τις ερωτήσεις τους και να τραβήξουν φωτογραφίες.
Οπως γίνεται αντιληπτό, αυτού του είδους η διαμαρτυρία, και δη το 1969, όχι μόνο εντυπωσίασε, αλλά δημιούργησε την αίσθηση, τουλάχιστον πριν από τις πρώτες φωτογραφίες, ότι ο Λένον και η Ονο θα «παρουσίαζαν» δημοσίως τις ερωτικές τους περιπτύξεις. Φυσικά, τίποτα τέτοιο δεν έγινε στο περιβόητο Bed Ιn. Κάθονταν απλώς στο κρεβάτι μιλώντας για την ειρήνη, με συνθήματα όπως «Hair Peace» και «Bed Peace» να βρίσκονται στους τοίχους του δωματίου. Τις εμπειρίες τους από αυτό το Bed Ιn τις μετέφεραν στο κομμάτι τους «Ballad of John and Yoko».
Αυτός ήταν ο πρώτος γύρος του Bed In. Υπάρχει και δεύτερος, άμεσα συνδεδεμένος με ένα από τα ιστορικότερα, παγκοσμίως, τραγούδια. Ο δεύτερος γύρος του Bed In ήταν προγραμματισμένος να διεξαχθεί στη Νέα Υόρκη για να αποκτήσει περισσότερο πολιτικό περιεχόμενο η αντίδρασή τους και φυσικά να ευαισθητοποιήσει τους αμερικανούς πολίτες και κυρίως τους νέους, οι οποίοι δεν είχαν σταματήσει να διαμαρτύρονται κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Η είσοδος όμως στις ΗΠΑ είχε απαγορευτεί στον Τζον Λένον λόγω της καταδίκης του για κατοχή κάνναβης από το 1968. Η διαμαρτυρία μεταφέρθηκε αρχικά στις Μπαχάμες και στη συνέχεια στο Μόντρεαλ του Καναδά. Εκεί έμειναν (από τις 26 Μαΐου 1969) στα δωμάτια 1738 και 1742 στο ξενοδοχείο «Queen Elizabeth». Κατά τη διάρκεια του επταήμερου Bed In τούς επισκέφθηκαν φίλοι τους μουσικοί, ακτιβιστές κ.ο.κ. Και όλοι μαζί τραγούδησαν το τραγούδι-ύμνο για την ειρήνη «Give peace a chance». Ενα από τα διασημότερα τραγούδια όλων των εποχών –και εμπορικότερο –ηχογραφήθηκε στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου, (την 1η Ιουνίου 1969, στο δωμάτιο 1742, με τον Τζον Λένον να παίζει ακουστική κιθάρα και να συμμετέχουν όλοι οι προσκεκλημένοι τόσο στο τραγούδι όσο και στους στίχους).

Η τελευταία συνέντευξη

Eντεκα χρόνια αργότερα, στην τελευταία τους συνέντευξη, οι Τζον Λένον και Γιόκο Ονο μιλούν στον δημοσιογράφο Ντέιβιντ Σεφ («John Lennon & Υοκο Οno – Η τελευταία συνέντευξη», εκδόσεις Βακχικόν)· ενώ στην αρχή αναφέρονται στο άλμπουμ τους «Double Fantasy», στη συνέχεια σχολιάζουν ένα άρθρο που έγραφε ότι βγάζουν τις σεξουαλικές τους φαντασιώσεις σε έναν δίσκο. Για την ακρίβεια, ο Λένον σημειώνει τα εξής: «Ετσι έγινε και όταν κάναμε το ξάπλωμα στο κρεβάτι. Ηρθαν όλοι, σπάσανε τις πόρτες νομίζοντας ότι θα γ…. στο κρεβάτι. Βέβαια, εμείς απλώς καθόμασταν με πλακάτ για την ειρήνη (…) Η ζωή μας είναι η τέχνη μας. Γι’ αυτό κάναμε τα ξαπλώματα στο κρεβάτι. Οταν παντρευτήκαμε, ξέραμε ότι ο μήνας του μέλιτός μας θα ήταν δημόσιος έτσι κι αλλιώς, γι’ αυτό αποφασίσαμε να τον χρησιμοποιήσουμε για να κάνουμε δηλώσεις. Καθίσαμε στο κρεβάτι και μιλούσαμε στους δημοσιογράφους εφτά ημέρες. Ηταν πολύ αστεία. Ουσιαστικά, κάναμε μια διαφήμιση για την ειρήνη στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων αντί την καθημερινή διαφήμιση για τον πόλεμο. (…) Ενας τύπος ρώταγε και ξαναρώταγε για τον Χίτλερ: «Τι κάνετε με τους φασίστες; Πώς μπορείτε να έχετε ειρήνη όταν έχει υπάρξει ένας Χίτλερ;». Η Γιόκο είπε: «Θα ‘χα κάνει έρωτα μαζί του». Είπε πως θα είχε χρειαστεί δέκα ημέρες μονάχα για την περίπτωσή του. Αρεσε πολύ στον κόσμο αυτό». Και η Ονο: «Το ‘πα για καλαμπούρι βέβαια. Το θέμα πάντως είναι ότι δεν πρόκειται να αλλάξει ο κόσμος με πολέμους. Ισως να ήταν απλοϊκό αυτό με τον Χίτλερ. Μην ξεχνάμε πως χρειάστηκα 13 χρόνια με τον Τζον Λένον».
Ισως γι’ αυτό το ροκ στη δεκαετία του ’60 ήταν και παραμένει τόσο μαγικό και απλησίαστο στις ημέρες μας. Τουλάχιστον όχι μόνο ως μουσικό, αλλά και ως κοινωνικό – πολιτικό κίνημα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ