«Οι πράκτορες χτυπούν ακόμη τα κουδούνια μας»

Κάτοικοι της Μινεσότα, της Πολιτείας που βιώνει την καταστολή της ICE και της Συνοριοφυλακής, περιγράφουν στο «Β» την καθημερινότητά τους, εντοπίζουν τα κίνητρα του Ντόναλντ Τραμπ στο μένος για όσους δεν τον ψήφισαν και εξηγούν τους λόγους της ανθεκτικότητας που τους χαρακτηρίζει

«Οι πράκτορες χτυπούν ακόμη τα κουδούνια μας»

«Για να μου τηλεφωνείτε από την Ελλάδα, σημαίνει ότι όσα συμβαίνουν στη Μινεάπολη είναι πολύ σοβαρά» λέει στο «Β» ο Ντάνιελ Μάγερς, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα στις ΗΠΑ. Και είναι, πράγματι. Η κοινωνική αναταραχή που προκάλεσε η δολοφονία, στις 7 Ιανουαρίου, της Ρενέ Γκουντ, λευκής Αμερικανίδας, 37 ετών, μητέρας τριών παιδιών, από άνδρες της ICE (Yπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων) και του Αλεξ Πρέτι, νοσοκόμου, 37 ετών, στις 24 Ιανουαρίου, από άνδρες της Συνοριοφυλακής (CBP) υπερβαίνει τα όρια της Μινεάπολης.

Η οξεία αντίδραση στις επιχειρήσεις των υπηρεσιών μετανάστευσης, τις οποίες εδώ και έναν χρόνο έχει εξαπολύσει ο Ντόναλντ Τραμπ με σκοπό την απέλαση ενός εκατομμυρίου μεταναστών, εξελίσσεται σε πρόβλημα για την αμερικανική κυβέρνηση. Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές, όπως η Λίζα Μερκόφσκι της Αλάσκας, ο Τομ Τίλις της Βόρειας Καρολίνας και ο Τζον Κέρτις της Γιούτα, επικρίνουν ανοιχτά την κυβέρνηση, ενώ ο Κρις Μέιντελ, υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών για το αξίωμα του κυβερνήτη της Μινεσότα στις εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου, απέσυρε την Τρίτη την υποψηφιότητά του εξαιτίας των γεγονότων.

Η απουσία Μίλερ

Λόγω της κατακραυγής στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, ο αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι αποσύρει από τη Μινεάπολη τον Γκρεγκ Μποβίνο, εκ των διοικητών της Συνοριοφυλακής και επικεφαλής των επιχειρήσεων στη Μινεάπολη, και στη θέση του τοποθετεί τον Τζον Χόμαν, τον αποκαλούμενο «τσάρο των συνόρων». Ο Τραμπ συζήτησε επί δίωρο στο Οβάλ Γραφείο με την Κρίστι Νόεμ, υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας, στην οποία υπάγονται η ICE και η Συνοριοφυλακή. Περιέργως, στη συνάντησή τους δεν συμμετείχε ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου και εμπνευστής της σκληρής αντιμεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον Πρέτι «επίδοξο δολοφόνο».

Σε μια πρωτοφανή για τα δεδομένα του οπισθοχώρηση, ο Μίλερ παραδέχτηκε, την Τετάρτη, ότι οι άνδρες της Συνοριοφυλακής «ίσως δεν ακολούθησαν το πρωτόκολλο» πριν πυροβολήσουν με δέκα σφαίρες τον Πρέτι. Οι θάνατοι των δυο Αμερικανών είναι καταγεγραμμένοι σε τόσο πολλά βίντεο πολιτών ώστε η κυβέρνηση δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα γεγονότα, ούτε τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβησαν.

Παρά τις φαινομενικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες με σκοπό την αποκλιμάκωση, η κατάσταση παραμένει εκρηκτική. Η Μινεάπολη είναι πλέον σύμβολο αντίστασης στη βία της ICE. Και οι δρόμοι της γίνονται τραγούδι-ύμνος από τον Μπρους Σπρίνγκστιν, με τίτλο «Streets of Minneapolis», που κυκλοφόρησε την Τετάρτη και το αφιέρωσε στη μνήμη της Ρενέ Γκουντ και του Αλεξ Πρέτι.

Ο φόβος παραμένει

Οι κάτοικοι της Μινεάπολης εξακολουθούν να φοβούνται. «Ορισμένοι θεωρούν ότι οι διαμαρτυρίες και η πίεση εναντίον της ICE αποδίδουν και ότι η κοινή γνώμη αρχίζει επιτέλους να μετατοπίζεται. Ομως χιλιάδες πράκτορες της ICE εξακολουθούν να βρίσκονται στην πόλη. Υπάρχει η αίσθηση πως ο ρυθμός της δράσης τους έχει κάπως μειωθεί, αλλά εξακολουθούμε να βλέπουμε βίντεο με πράκτορες να πηγαίνουν από πόρτα σε πόρτα και να χτυπούν τα κουδούνια» μας λέει ο καθηγητής Μάγερς.

«Υπάρχει η ελπίδα για αλλαγή, αλλά στην καθημερινότητα δεν έχουν αλλάξει πολλά. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είτε επειδή είναι μετανάστες είτε ακόμα και αν είναι αμερικανοί πολίτες, επειδή απλώς μοιάζουν με “μετανάστες” στα μάτια των πρακτόρων της Συνοριοφυλακής ή επειδή μπορεί να μιλούν αγγλικά με προφορά, προτιμούν να μένουν στο σπίτι τους».

Γιάννης Κόκκος

Η Κα Βανγκ, αμερικανίδα ασιατικής καταγωγής, αισθάνεται μεγαλύτερο φόβο γιατί, όπως λέει στο «Βήμα», εμπίπτει «στην κατηγορία των ανθρώπων που θέλει να διώξει ο Τραμπ». Η Βανγκ, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, εργάζεται στον οργανισμό τουρισμού της Μινεάπολης. Γεννήθηκε σε αμερικανική στρατιωτική βάση στο Λάος και ήρθε στις ΗΠΑ σε ηλικία πέντε ετών. Είναι παντρεμένη με λευκό Αμερικανό και μητέρα τριών ανήλικων παιδιών. Οπως και η ίδια, τα παιδιά της είναι αμερικανοί πολίτες, όμως φοβάται ότι η ICE θα τα αρπάξει από το σχολείο τους.

«Ως άνθρωπος που γεννήθηκα σε εμπόλεμη χώρα, αισθάνομαι ότι ζω πάλι σε εμπόλεμη χώρα. Στέλνω τα παιδιά μου στο σχολείο όπου τα μαθήματα εξακολουθούν να γίνονται διά ζώσης. Αλλοι γονείς όμως δεν τα στέλνουν γιατί φοβούνται και πολλά σχολεία κάνουν τα μαθήματα μέσω Διαδικτύου εδώ και μερικές εβδομάδες».

Ναι, αλλά δεν ψηφίζουν

Και στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα πολλά από τα μαθήματα έχουν μεταφερθεί είτε εξ ολοκλήρου στο Διαδίκτυο είτε γίνονται σε υβριδική μορφή – διά ζώσης και εξ αποστάσεως. Περίπου 20% των φοιτητών προτιμούν τα διαδικτυακά μαθήματα, γιατί δεν αισθάνονται ασφαλείς να πάνε στο πανεπιστήμιο.

«Είναι ανησυχητικά μεγάλο ποσοστό. Είναι δύσκολο πάντως να εκτιμηθεί σε ποιον βαθμό τα πολύ έντονα συναισθήματα που προκαλεί αυτή η κατάσταση θα μετατραπούν αργότερα σε πολιτική δράση των φοιτητών. Στις ΗΠΑ έχουμε πολλές ιστορίες για νέους ανθρώπους που ξεσηκώνονται, αλλά όταν έρχεται η ώρα των εκλογών, τελικά αυτοί οι νέοι ψηφίζουν λιγότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα – οπότε θα δούμε τι θα συμβεί στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο τον Νοέμβριο» τονίζει ο Μάγερς.

Παρά τον φόβο και το πολικό ψύχος, με θερμοκρασίες χαμηλότερες από -20 βαθμούς Κελσίου, οι κάτοικοι της Μινεάπολης δεν πτοούνται. «Η βία της ICE δεν έχει αποτρέψει κανέναν στη Μινεάπολη από το να κάνει αυτό που πρέπει. Αντίθετα, έχει κινητοποιήσει ακόμη περισσότερους ανθρώπους – που, όπως εγώ, είναι λευκοί και δεν αισθάνονται ότι διατρέχουν κίνδυνο να τους συλλάβουν ως μετανάστες – να βγουν στους δρόμους, να καταγράψουν με τα κινητά τους τη βία της ICΕ, να κορνάρουν και να σφυρίζουν ώστε όσοι είναι πιο ευάλωτοι να ειδοποιηθούν και να έχουν λιγότερες πιθανότητες να συλληφθούν και να απελαθούν» λέει στο «Βήμα» ο Ντέιβιντ Πέρι, ιστορικός και δημοσιογράφος. «Δεν μπορούμε να σώσουμε τους πάντες, όμως θα σώσουμε κάποιους ανθρώπους βοηθώντάς τους όπως μπορούμε – έστω και παραδίδοντας τρόφιμα».

«Υπάρχουν και καλοί»

Παντού στη Μινεάπολη διανέμονται σφυρίχτρες, με τις οποίες οι άνθρωποι σφυρίζουν αν δουν πράκτορες της μετανάστευσης να πλησιάζουν. «Aκόμα και άτομα που πριν δεν ήταν πολιτικοποιημένα, μετά τους θανάτους της Γκουντ και του Πρέτι εντάσσονται σε ομάδες γειτονιάς που περιπολούν στις περιοχές τους ή στέκονται έξω από σχολεία και βιντεοσκοπούν σε περίπτωση που εμφανιστεί η ICE» προσθέτει ο Πέρι.

Και η Βανγκ έχει εφοδιάσει τα παιδιά της με σφυρίχτρες. «Προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι η καθημερινότητά τους άλλαξε, όμως τους τονίζω ότι υπάρχουν ακόμη πολλοί άνθρωποι που είναι καλοί, που βοηθούν τους γείτονες, τους φίλους, την κοινότητά τους. Ελπίζω το τραύμα αυτής της εμπειρίας να μην είναι πολύ μεγάλο για τα παιδιά».

Ο παράγοντας Φλόιντ

Η Μινεάπολη έχει εκπαιδευτεί να είναι ανθεκτική απέναντι στην κρατική καταστολή. Στις 25 Μαΐου 2020, ένας λευκός αστυνομικός της τοπικής αστυνομίας σκότωσε τον Αφροαμερικανό Τζορτζ Φλόιντ. Ακολούθησαν εβδομάδες διαδηλώσεων και πολλή βία – από την Εθνοφρουρά και την τοπική αστυνομία, αλλά και από οργισμένους πολίτες. «Ωστόσο», όπως υποστηρίζει ο Πέρι, «εκείνη την περίοδο άρχισαν να σχηματίζονται οργανώσεις στις γειτονιές, οι άνθρωποι γνώρισαν τους γείτονές τους και ανέπτυξαν ομάδες επικοινωνίας μέσω Signal ή WhatsApp. Η Μινεσότα δείχνει τόση ανθεκτικότητα στην καταστολή γιατί “εξασκήθηκε” πριν από πέντε χρόνια. Τότε δεν το ξέραμε ότι εξασκούμασταν για αυτό που ζούμε σήμερα».

Για τους κατοίκους της Μινεάπολης, είναι ξεκάθαρο ότι ούτε η τοπική αστυνομία ούτε η Εθνοφρουρά, το πολιτειακό στρατιωτικό σώμα που είναι εκπαιδευμένο να αντιμετωπίζει καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, είναι το ίδιο με τους «καταπιεστές» της ICE και της Συνοριοφυλακής. «Οι αστυνομικοί μας φορούν διαφορετικές στολές και δείχνουν τα πρόσωπά τους. Οι άνδρες της Εθνοφρουράς φορούν κίτρινα γιλέκα ασφαλείας πάνω από τις στρατιωτικές στολές και φέρνουν κακάο και ντόνατς στους διαδηλωτές. Δεν ισχυρίζομαι ότι τους εμπιστεύομαι σε μια στιγμή κρίσης, όμως συμπεριφέρονται διαφορετικά απ’ ό,τι πριν από πέντε χρόνια» λέει ο Πέρι.

«Ζούμε μέρα με τη μέρα»

Για ορισμένους, το αντιμεταναστευτικό μένος του Τραμπ, το οποίο δεν θεωρούν ότι είναι μένος κατά των μεταναστών, αλλά εναντίον όλων όσοι δεν ψήφισαν τον Τραμπ, δεν φαίνεται να σταματά. «Ζούμε μέρα με τη μέρα. Χάρηκα όταν πληροφορήθηκα ότι απομακρύνουν τον Μποβίνο, αλλά την επόμενη μέρα (την Τετάρτη) δέχτηκε επίθεση η Ιλχάν Ομάρ, η βουλευτής των Δημοκρατικών της Μινεσότα, η οποία είναι σομαλικής καταγωγής. Από την άλλη, είναι ελπιδοφόρο ότι ο υποψήφιος κυβερνήτης των Ρεπουμπλικανών για την Μινεσότα, ο Μέιντελ, αποσύρει την υποψηφιότητά του» λέει η Κα Βανγκ.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν οι θάνατοι των δύο νέων Αμερικανών θα λειτουργήσουν ως καταλύτης ώστε να υπάρξει αλλαγή στον τρόπο άσκησης της μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ.

Ο Μάγερς πιστεύει ότι «η αλλαγή μπορεί να συμβεί επειδή ο Τραμπ μπορεί να αποφασίσει απλώς “ας επικεντρωθούμε σε κάτι άλλο”, παρότι αν υπάρχει ένα ζήτημα στο οποίο υπήρξε διαχρονικά ιδιαίτερα αφοσιωμένος, αυτό είναι η απέλαση όσο το δυνατόν περισσότερων μεταναστών».

Ανεξαρτήτως των εξελίξεων, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι η Μινεσότα καταδεικνύει ότι η αντίδραση απέναντι στις επιθετικές τακτικές καταστολής στις ΗΠΑ είναι εφικτή και αποτελεσματική. «Κοινότητες που στο μέλλον θα βρεθούν στο στόχαστρο τέτοιου είδους επιχειρήσεων θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Μινεσότα. Υπάρχει πλέον ένα “εγχειρίδιο δράσης” βασισμένο σε όσα έκανε η Μινεσότα. Αυτό που διαφοροποιεί τη Μινεσότα δεν είναι τόσο ότι το μέγεθος των επιχείρησης της ICE εδώ ήταν πρωτοφανές όσο η ένταση της αντίστασης των πολιτών, κάτι που δεν συνέβη σε πιο συντηρητικές Πολιτείες, όπως η Λουιζιάνα και το Τενεσί» καταλήγει ο Μάγερς.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version