«Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής βάσης αποτελεί βασικό στοιχείο της ικανότητας της Ευρώπης να ενεργεί όταν απαιτείται, παραμένοντας ταυτόχρονα σταθερά προσανατολισμένη στη διατλαντική συνεργασία εντός του ΝΑΤΟ» λέει στο «Βήμα» ο Καμίλ Γκραν, γενικός γραμματέας της Ενωσης Βιομηχανιών Αεροδιαστημικής, Αμυνας και Ασφάλειας της Ευρώπης (ASD) στις Βρυξέλλες, η οποία εκπροσωπεί 4.000 ευρωπαϊκές εταιρείες.
Ο Γκραν, που έχει διατελέσει πρώην βοηθός γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ (2016-22), υπεύθυνος για τις αμυντικές επενδύσεις της Συμμαχίας, μας εξηγεί τις προκλήσεις και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής άμυνας και τη δυνατότητά της να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις που έχουν δημιουργηθεί σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων. Προτού αναλάβει επικεφαλής της ASD τον περασμένο Σεπτέμβριο, ήταν συνεργάτης του European Council on Foreign Relations (2022-25) με ειδίκευση στην ευρωπαϊκή άμυνα και στις μακροχρόνιες επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία για την ασφάλεια της Ευρώπης.
Μπορεί η Ευρώπη ρεαλιστικά να επιτύχει στρατηγική αυτονομία στον στρατιωτικό εξοπλισμό και την αμυντική παραγωγή; Είναι η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία ικανή να αντεπεξέλθει καθώς οι διατλαντικές σχέσεις δεν είναι τόσο σταθερές όσο στο παρελθόν;
«Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία διαθέτει τις τεχνολογικές δυνατότητες και τη βιομηχανική βάση για να αυξήσει την παραγωγή και να παραδώσει με ταχύτητα τις προηγμένες στρατιωτικές δυνατότητες που χρειαζόμαστε. Αυτό που είναι ουσιώδες, ωστόσο, είναι η διαρκής ζήτηση. Μακροπρόθεσμες και πολυετείς παραγγελίες επιτρέπουν στις εταιρείες να επενδύουν σε παραγωγική ικανότητα, να επεκτείνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού και να ενισχύουν το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό που απαιτείται για παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα. Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία έχει ήδη αποδείξει την ικανότητά της να αυξάνει σημαντικά την παραγωγή σε αρκετούς τομείς. Με μεγαλύτερο συντονισμό μεταξύ των κρατών-μελών, περισσότερες κοινές προμήθειες και καλύτερη εναρμόνιση των απαιτήσεων, η Ευρώπη θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα υπάρχοντα σημεία συμφόρησης, να βελτιώσει περαιτέρω την αποδοτικότητα και να επιταχύνει τις παραδόσεις».
Πώς επηρεάζει ο πόλεμος στο Ιράν και οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή τη συνολική στρατηγική άμυνας και ασφάλειας της Ευρώπης;
«Κατ’ αρχάς καταδεικνύουν πόσο σύνθετο και αλληλένδετο έχει γίνει το περιβάλλον ασφάλειας της Ευρώπης. Βρισκόμαστε σε μια εποχή γεωπολιτικών κρίσεων εντός και γύρω από την Ευρώπη, και αυτό δεν πρόκειται να εκλείψει. Από βιομηχανική σκοπιά, τέτοιου είδους κρίσεις υπογραμμίζουν τη σημασία της αμυντικής ετοιμότητας και της διαθεσιμότητας βασικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Οι πρόσφατες συγκρούσεις έχουν καταστήσει σαφή την ανάγκη για ένα ευρύ φάσμα μέσων, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, ναυτικών και εναέριων δυνατοτήτων, καθώς και μη επανδρωμένων συστημάτων και τεχνολογιών για την αντιμετώπισή τους. Η διασφάλιση ότι αυτές οι δυνατότητες μπορούν να παραχθούν και να παραδοθούν σε επαρκείς ποσότητες αποτελεί κεντρική πρόκληση. Ταυτόχρονα, περίοδοι κρίσης συχνά οδηγούν σε πολύ υψηλή παγκόσμια ζήτηση για αμυντικό εξοπλισμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το βασικό ζήτημα συχνά δεν είναι οι ίδιες οι αλυσίδες εφοδιασμού αλλά η διαθεσιμότητα του εφοδιασμού, καθώς τα κράτη εύλογα δίνουν προτεραιότητα στις δικές τους επιχειρησιακές ανάγκες. Αυτό ενισχύει τη σημασία για την Ευρώπη να διατηρεί μια ισχυρή και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή τεχνολογική και βιομηχανική βάση άμυνας, ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από άλλους».
Τι θα μπορούσε να σημαίνει για την Ευρώπη μια γαλλική «πυρηνική ομπρέλα» – κατά την πρόταση του γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν;
«Η συζήτηση γύρω από μια πιθανή ευρωπαϊκή διάσταση της πυρηνικής αποτροπής αντανακλά γενικότερες συζητήσεις σχετικά με την αποτροπή και τη στρατηγική ευθύνη στην Ευρώπη. Η πρόσφατη πρόταση του γάλλου προέδρου για μια “προωθημένη αποτροπή”, η οποία θα συμπληρώνει – αλλά δεν θα αντικαθιστά – το πλαίσιο της εκτεταμένης αποτροπής του ΝΑΤΟ, αποτελεί σημαντική συμβολή σε αυτή τη συζήτηση. Πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη της γαλλικής στρατηγικής σχετικά με τα πυρηνικά, καθώς η Γαλλία δηλώνει έτοιμη να συνεργαστεί στενά με μια μικρή ομάδα στενών συμμάχων (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) στην αποτρεπτική αποστολή, χωρίς ωστόσο να έχει μοιραστεί περισσότερες για αυτή την απόφαση per se. Η πρόταση αυτή, που θα αναπτυχθεί περαιτέρω, μπορεί να αποτελέσει μια χρήσιμη προσθήκη στις παραδοσιακές ρυθμίσεις εκτεταμένης αποτροπής των ΗΠΑ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, συμβάλλοντας στην ασφάλεια της ηπείρου. Σε ευρύτερο επίπεδο, όλο αυτό αναδεικνύει τη σημασία της ύπαρξης αξιόπιστων ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων και της διαρκούς επένδυσης στην άμυνα της Ευρώπης και στη βιομηχανική και τεχνολογική της βάση».
Πόσο καθοριστικός έχει καταστεί ο διαστημικός τομέας – ιδίως οι δορυφορικές επικοινωνίες – στον σύγχρονο πόλεμο;
«Το διάστημα αποτελεί πλέον κρίσιμο επιχειρησιακό πεδίο για τις σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, οι δορυφορικές επικοινωνίες, τα συστήματα πλοήγησης και οι δυνατότητες παρατήρησης της Γης διαδραματίζουν πια καθοριστικό ρόλο στη διοίκηση και τον έλεγχο, στη συλλογή πληροφοριών, στον εντοπισμό στόχων και στην επίγνωση της κατάστασης. Οι πρόσφατες συγκρούσεις έχουν καταδείξει σαφώς τη σημασία, σε επιχειρησιακό επίπεδο, ασφαλών και ανθεκτικών διαστημικών υπηρεσιών. Η προστασία των διαστημικών υποδομών και η διασφάλιση της ανθεκτικότητάς τους απέναντι σε διακοπές ή παρεμβολές καθίσταται συνεπώς ολοένα και πιο σημαντική. Και βέβαια, η ενίσχυση των διαστημικών δυνατοτήτων της Ευρώπης και του βιομηχανικού οικοσυστήματος που τις υποστηρίζει αποτελεί επομένως σημαντική στρατηγική προτεραιότητα για τα επόμενα χρόνια».
Τα drones φαίνεται να πρωταγωνιστούν πλέον στο πεδίο της μάχης. Προσαρμόζεται η Ευρώπη σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, τεχνολογικά και στρατηγικά;
«Είναι γεγονός πως οι πρόσφατες συγκρούσεις έχουν αναδείξει τη διαρκώς αυξανόμενη σημασία των μη επανδρωμένων συστημάτων και των τεχνολογιών αντιμετώπισης drones στον σύγχρονο πόλεμο. Τα drones χρησιμοποιούνται πλέον σε ένα ευρύ φάσμα στρατιωτικών δραστηριοτήτων, όπως επιτήρηση, αναγνώριση, εντοπισμό στόχων και πλήγματα ακριβείας. Ταυτόχρονα, αποτελούν μόνο ένα στοιχείο ενός ευρύτερου συνόλου δυνατοτήτων που διαμορφώνουν το πεδίο της μάχης. Οι σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις βασίζονται στην ενοποίηση πολλαπλών συστημάτων – επανδρωμένων και μη επανδρωμένων, αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, δυνατοτήτων συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR) και διαστημικών υπηρεσιών – που λειτουργούν από κοινού. Η Ευρώπη πάντως διαθέτει ισχυρές τεχνολογικές δυνατότητες στον τομέα των μη επανδρωμένων συστημάτων. Ωστόσο στο μέλλον, ταχύτεροι κύκλοι προμηθειών, αύξηση της παραγωγής και ισχυρότερα οικοσυστήματα καινοτομίας θα είναι καθοριστικοί παράγοντες ώστε οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις να μπορέσουν να προσαρμοστούν πλήρως στις εξελισσόμενες επιχειρησιακές απαιτήσεις».
