Ο Τσαρλς Κάπτσαν, επικεφαλής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον και Μπαράκ Ομπάμα και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν στην Ουάσινγκτον, μίλησε στο «Βήμα» για το πώς επαναδιαμορφώνει τον κόσμο η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Τι σημαίνει για τον κόσμο, όπως τον γνωρίζαμε, η διακυβέρνηση Τραμπ;
«Σηματοδοτεί ένα ιστορικό σημείο καμπής, εντός και εκτός ΗΠΑ. Και παράλληλα μας οδηγεί στο τέλος της εποχής που ξέραμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, της περιόδου του φιλελεύθερου διεθνισμού και της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, με βάση συγκεκριμένους κανόνες. Ο Τραμπ εκπροσωπεί την πεποίθηση ότι αυτό δε λειτουργεί για τους Αμερικανούς και δεν ανταποκρίνεται σε έναν κόσμο που αλλάζει.
Υπό αυτή την έννοια, ο ίδιος δεν είναι παρά ένας απαραίτητος παράγοντας αλλαγής, που αναγνωρίζει ότι οι παλαιοί διακανονισμοί είναι ανάγκη να μεταρρυθμιστούν. Η μεγάλη μου ανησυχία είναι ότι ο Τραμπ είναι κατεδαφιστής, όχι αρχιτέκτονας. Θα κάνει εξαιρετική δουλειά στο να διαλύσει τον παλαιό κόσμο, αλλά δεν σκοπεύει να κάνει τίποτα για να φτιάξει τον κόσμο που πρόκειται να τον διαδεχθεί.
Νομίζω ότι ζούμε σε μια εποχή που μπορεί να αποδοθεί μέσα από τη φράση του Αντόνιο Γκράμσι: ”Η κρίση συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι το παλαιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί· σε αυτή τη μεσοβασιλεία εμφανίζεται μια μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων”. Γνώμη μου είναι ότι πρέπει να περιμένουμε την περίοδο μετά τον Τραμπ, για να δούμε τι είδους κόσμος θα ακολουθήσει. Προς το παρόν, βιώνουμε μια προεδρία καταστροφής του μεταπολεμικού status quo».
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική επί Τραμπ δοκιμάζει τις σχέσεις με παραδοσιακούς συμμάχους. Πόσο πιθανή είναι μια οριστική ρήξη;
«Από πολλές απόψεις, η εξωτερική πολιτική του Τραμπ έχει χαρακτηριστικά του 19ου αιώνα, είναι δηλαδή προστατευτική, αντιμεταναστευτική και απομονωτική. Και πάλι, αυτή η αντίληψη συμβολοποιείται μέσα από τον ίδιο τον Τραμπ. Αν μπορούσε, θα απέσυρε εδώ και τώρα τις ΗΠΑ, από κάθε είδους εξωτερική δέσμευση και θα τις καταστούσε πρώτα και κύρια ηγεμονική δύναμη του Δυτικού Ημισφαιρίου. Θα έκανε έτσι πραγματικότητα τα λόγια του πρώτου προέδρου Τζορτζ Ουάσιγκτον, ο οποίος, συνοψίζοντας τη λογική του νεοσύστατου τότε κράτους, έλεγε: ”Εμπορικούς δεσμούς με όλους, πολιτικούς δεσμούς με κανέναν”. Αλλά ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν είναι αυτός του 18ου ή του 19ου αιώνα, ο Τραμπ δεν μπορεί να ”τα μαζέψει και να γυρίσει σπίτι”, γιατί ο κόσμος μας έχει γίνει εξαιρετικά αλληλεξαρτώμενος, εξαιρετικά παγκοσμιοποιημένος και δεν είναι πρόθυμος να αφήσει την Αμερική να απεμπλακεί, ακόμη κι αν αυτή το θέλει.
Αυτό εξηγεί γιατί η εξωτερική πολιτική είναι αρκετές φορές σε διάσταση από τις διακηρυγμένες προθέσεις της κυβέρνησης. Υπάρχουν ακόμη περίπου 80.000 αμερικανοί στρατιώτες στην Ευρώπη και δεκάδες χιλιάδες στην Άπω Ανατολή. Όσο για τη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας, αυτή κατέστησε ξεκάθαρο ότι στόχος των ΗΠΑ είναι η αποτροπή της περιφερειακής ηγεμονίας της Κίνας στην Ανατολική Ασία. Αν είσαι σύμμαχος των ΗΠΑ σήμερα, είτε λέγεσαι Ιαπωνία είτε Ελλάδα είτε Πολωνία, έχεις αμφιβολία για το πού κατευθύνονται οι ΗΠΑ. Θα ξέρουμε επομένως πόσα άλλαξε στην εξωτερική πολιτική η δεύτερη προεδρία Τραμπ, όταν φτάσει στο τέλος της, αλλά πιθανότατα το ΝΑΤΟ θα εξακολουθεί να υπάρχει και αμερικανικές δυνάμεις θα εδρεύουν ακόμη στη Μέση Ανατολή και τη Νότια Κορέα. Αλλά οι Ευρωπαίοι και οι Ασιάτες πρέπει να έχουν ”plan B”».
Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνευση στην Ουκρανία φέρουν την υπογραφή Τραμπ. Πώς αξιολογείτε τη στάση του αμερικανού προέδρου;
«Ο Τραμπ, με όλα τα λάθη του, κάνει μια σωστή επιλογή, είναι πολύ λιγότερο ιδεολόγος από τον Μπάιντεν και δείχνει πρόθυμος να μιλήσει με όλους, και με αυταρχικούς ηγέτες. Ο ρεαλισμός του στην Ουκρανία είναι δικαιολογημένος. Η Ουκρανία δε θα κερδίσει τον πόλεμο στρατιωτικά, ο πόλεμος πρέπει να λήξει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και ο χρόνος δεν είναι με την πλευρά του Κιέβου.
Αυτό που δεν καταλαβαίνει ωστόσο ο Λευκός Οίκος είναι οι πολεμικοί στόχοι του Πούτιν. Ο Στίβεν Γουίτκοφ ίσως είναι καλός διαπραγματευτής στην αγορά ακινήτων, αλλά δεν έχει καμία εμπειρία διαπραγμάτευσης με τους Ρώσους και καμία ιδέα σχετικά με τις ιδεολογικές φιλοδοξίες του Κρεμλίνου. Τελικά, ο Τραμπ θα πρέπει να αυξήσει την πίεση προς τον Πούτιν, οικονομικά, με την επιβολή περαιτέρω κυρώσεων, αλλά κυριότερα, μέσω της αύξησης της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος που οι Ευρωπαίοι χειρίζονται το φαινόμενο Τραμπ ως προς την Ουκρανία είναι αποτελεσματικός, παρότι δεν είναι σίγουρα ευχάριστος. Αντί να αποκηρύξουν τον Τραμπ, ως τον αγροίκο της υπόθεσης και να προβάλουν σθεναρή αντίσταση, προσπαθούν να συνεργαστούν μαζί του. Νομίζω το ποτήρι είναι μισογεμάτο, όχι μισοάδειο. Η τελευταία Σύνοδος του ΝΑΤΟ ήταν επιτυχία, αν σκεφτεί κανείς πως, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη συμφώνησε πως θα αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες, κατά 5%, ο Τραμπ επαναλάμβανε τη δέσμευση για την υπεράσπιση των συμμάχων της Ουάσιγκτον.
Στο αρχικό σχέδιο ειρήνευσης για την Ουκρανία, αντί να πουν εξαρχής ”όχι, είναι γελοίο”, προτίμησαν να το συνδιαμορφώσουν. Κατά τη γνώμη μου, έχουν επιλέξει μια πιο μακροπρόθεσμη λογική, που προσπαθεί να συγκρατήσει τον Τραμπ από το νεοαπομονωτικό ένστικτό του. Συγκεκριμένα, στην Ουκρανία επιχειρούν να τον απομακρύνουν από την επίτευξη μιας βιαστικής συμφωνίας, που θα σημάνει παράδοση της χώρας».
*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν και μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας επί Κλίντον και Ομπάμα
