«Οικείωσις» (η διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται οικείο), «Νείκος» (αρχαία ελληνική λέξη για τη σύγκρουση ή τη διαίρεση) και «Φιλότης» (η δύναμη που φέρνει αρμονία σε διακριτά στοιχεία). Η Παυλίνα Βαγιωνή διερευνά την ένταση ανάμεσα στην απόσταση και τη σύνδεση, προτείνοντας την τέχνη ως χώρο συνύπαρξης, μνήμης και υπαρξιακού ανήκειν. Το κάνει μέσα από μια πολυαισθητηριακή εγκατάσταση, που συνδυάζει ήχο, φως, ύλη και χώρο, επαναπροσδιορίζοντας τη φιλοσοφία και τη μυθολογία ως βιωμένη εμπειρία, και η οποία παρουσιάζεται στην έκθεση «Οικείωση» στο κέντρο τεχνών Spazio Tana, κοντά στην είσοδο του ιστορικού συγκροτήματος Arsenale στη Βενετία, με αφορμή την 61η Διεθνή Εκθεση Τέχνης – La Biennale di Venezia. Πρόκειται για μια παραγωγή του Ιδρύματος Ελληνική Διασπορά, σε επιμέλεια της Λόρα Ογκάστα (Jane Dale Owen Director & Chief Curator του Blaffer Art Museum στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον). Η Βαγιωνή, που σπούδασε αρχικά στο LSE στο Λονδίνο και αργότερα στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αλλά έχει και σπουδές στο κλασικό τραγούδι και τη σύνθεση, διαμορφώνει ένα έργο που αντλεί από την προσωπική της διαδρομή ανάμεσα στην Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η δουλειά της συνομιλεί με το πνεύμα της φετινής Biennale, εστιάζοντας στην ανάγκη για επανασύνδεση, συλλογικότητα και νέες μορφές συνύπαρξης σε μια εποχή έντονων κοινωνικών και υπαρξιακών μεταβολών.
Οι έννοιες «οικείωσις», «νείκος» και «φιλότης» έχουν ισχυρό φιλοσοφικό φορτίο. Τι σημαίνουν για εσάς προσωπικά;
«Τις έννοιες “νείκος” και “φιλότης” δεν τις πρωτοσυνάντησα στη φιλοσοφία, αλλά στη μουσική. Ο δάσκαλός μου, ο συνθέτης Γιάννης Ιωαννίδης που χάσαμε πρόσφατα, στα μαθήματα που παρακολουθούσα στη Μουσική Εταιρεία Αθηνών χρησιμοποιούσε τους όρους του Εμπεδοκλή για να μας μάθει τη σύνθεση: “νείκος” και “φιλότης”. Απώθηση και έλξη. Μας έδειξε ότι η συμφωνία και η διαφωνία δεν είναι τεχνικοί όροι. Είναι τα δύο πιο θεμελιώδη αισθήματα που βιώνει ο άνθρωπος μπροστά στον ήχο. Και η σχέση τους κινεί ολόκληρη την ιστορία της μουσικής. Αυτές οι δυνάμεις δεν υπάρχουν μόνο στην τέχνη, είναι παντού. Στη φυσική, στην κοσμολογία, στην κοινωνία μας και μέσα μας. Η “οικείωσις”, όμως, έχει για εμένα πιο υπαρξιακή σημασία. Δεν την ανακάλυψα μέσα από τη θεωρία, αλλά μέσα από τη ζωή. Ολη μου η ζωή είναι μια διαρκής αναζήτηση του ανήκειν. Οχι ως προσαρμογή, αλλά ως επιστροφή σε κάτι βαθιά δικό σου».

Τι σημαίνει για εσάς η έννοια του ανήκειν και πώς εκφράζεται σε αυτή την έκθεση;
«Μέσα από την ψυχοθεραπεία και την ψυχανάλυση κατάλαβα ότι πριν ανήκεις οπουδήποτε αλλού πρέπει πρώτα να ανήκεις στον εαυτό σου. Σαν να μπαίνεις επιτέλους στο δικό σου σπίτι. Και όταν συμβεί αυτό ανακαλύπτεις ότι το σπίτι δεν έχει τοίχους. Μπορεί να χωρέσει και τους άλλους. Αυτή η ιδέα διατρέχει όλη την έκθεση. Στο έργο “Νείκος” ο επισκέπτης συναντά έναν διάφανο κύβο. Ο κύβος, που σπάνια απαντά στη φύση, είναι η γεωμετρία του ανθρώπου. Η κατηγοριοποίηση, ο κάνναβος, η κατάκτηση. Και αυτός ο κύβος είναι εσωτερικά κερματισμένος. Ο επισκέπτης περπατάει γύρω του και βλέπει διαιρεμένες αντανακλάσεις του εαυτού του. Από αυτή την εικόνα απώλειας συνοχής μεταφέρεται στο δεύτερο έργο. Στο “Φιλότης” η εμπειρία αλλάζει. Ο χώρος γίνεται πιο σωματικός, πιο ήσυχος, πιο συλλογικός. Εξι άνθρωποι κάθονται γύρω από μια εξαγωνική κατασκευή από καθρέφτη, πάνω σε θερμαινόμενα καθίσματα από ορυκτό αλάτι που φωτίζονται εσωτερικά. Ενας καρδιακός παλμός γεμίζει τον χώρο, σαν το έργο να έχει τη δική του καρδιά. Η παρουσία τους ενεργοποιεί ήχο και φως. Τα καθίσματα θα αλλάζουν σταδιακά μορφή κατά τη διάρκεια της έκθεσης, κρατώντας το αποτύπωμα κάθε σώματος. Η ζεστασιά, ο παλμός, το φως και η αντανάκλαση λειτουργούν μαζί, όχι για να εξηγήσουν κάτι, αλλά για να δημιουργήσουν μια κατάσταση κοινής παρουσίας. Με ενδιαφέρει η στιγμή όπου ο άλλος παύει να είναι εντελώς ξένος. Οχι επειδή του μιλάς ή τον ερμηνεύεις, αλλά επειδή για λίγο μοιράζεστε τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο χώρο, την ίδια σιωπή».
Η πρακτική σας συνδέει τη φιλοσοφία, τη μυθολογία και τη σύγχρονη εμπειρία. Πώς η προσωπική σας ζωή και οι μετακινήσεις σας ανάμεσα σε δύο διαφορετικές χώρες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε αυτές τις έννοιες;
«Χρειάστηκε να φύγω από την Ελλάδα για να μπορέσω να δω πραγματικά την ελληνική γλώσσα. Οταν μεγαλώνεις μέσα σε κάτι, γίνεται αόρατο. Στο Χιούστον, μέσα σε ένα πολυγλωσσικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον, άρχισα να ακούω τα ελληνικά διαφορετικά – όχι πια ως αυτονόητο μέσο, αλλά ως φορέα μνήμης, ιστορίας και σκέψης. Αυτή η απόσταση με έφερε ξανά κοντά και στα αρχαία ελληνικά. Εκεί ανακάλυψα πόσο συχνά οι ίδιες οι λέξεις περιέχουν αντιφάσεις και διπλές κινήσεις. Για παράδειγμα, η λέξη “μυθολογία” κρύβει μέσα της δύο αντίθετες κινήσεις: “μύω”, αποκρύπτω, και “λόγος”, αποκαλύπτω. Αυτό με οδήγησε σε μια τέχνη που δεν δίνει μονοσήμαντες απαντήσεις, αλλά κρατά ταυτόχρονα το φανερό και το κρυφό, το οικείο και το ανοίκειο, την αποκάλυψη και την απόκρυψη».
Η δουλειά σας συνδυάζει ήχο, φωνή, φως, υλικά και χωρική εμπειρία. Πώς λειτουργεί αυτή η πολυμεσική γλώσσα ως τρόπος σκέψης και όχι απλώς ως επιλογή μέσων, και πώς σας βοηθά να δημιουργήσετε μια πιο βιωματική σχέση ανάμεσα στο έργο και τον θεατή;
«Τα μέσα που χρησιμοποιώ προκύπτουν πάντα από την ιδέα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πώς αντιδρά ο επισκέπτης όταν το έργο δεν απευθύνεται μόνο στη σκέψη, αλλά ταυτόχρονα στο σώμα και στις αισθήσεις. Ο ήχος, η ζεστασιά, το φως και οι αντανακλάσεις δημιουργούν μια εμπειρία που δεν προσλαμβάνεται μόνο νοητικά αλλά βιώνεται άμεσα. Μπορείς να διαφωνήσεις με ένα κείμενο· δεν μπορείς όμως να διαφωνήσεις με τη ζεστασιά στο σώμα σου. Γι’ αυτό για εμένα δεν πρόκειται απλώς για επιλογή μέσων, αλλά για τρόπο σκέψης».
Πώς έχουν επηρεάσει οι σπουδές σας στο κλασικό τραγούδι και στη σύνθεση τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε τον ρυθμό, τη σιωπή και τη διάρκεια μέσα στις εγκαταστάσεις σας;
«Για εμένα, η μουσική και οι εικαστικές τέχνες είναι το ίδιο πράγμα. Η μία ξεδιπλώνεται στον χρόνο, η άλλη στον χώρο. Στα έργα μου συμβαίνει το ίδιο. Ο ρυθμός γεννιέται από την επανάληψη, από φόρμες, αποστάσεις, χρώματα, σχήματα, όπως ακριβώς ένα μοτίβο επανέρχεται σε μια σονάτα. Η σιωπή είναι εξίσου σημαντική: μπορεί να είναι ένα κενό ανάμεσα σε δύο μορφές ή μια στιγμή ακινησίας που καλεί τον επισκέπτη να σταθεί και να προσέξει. Και η διάρκεια είναι ο χρόνος που χρειάζεται ένα έργο για να αποκαλυφθεί. Σε αυτό το επίπεδο, η μουσική με έχει μάθει ότι το ενδιαφέρον γεννιέται πάντα από τη σχέση ανάμεσα στη συμφωνία και τη διαφωνία».
Πώς οδηγηθήκατε σε αυτές τις σπουδές και τι θέλατε να εκφράσετε αρχικά με τη δουλειά σας;
«Είχα πάντα μια καλλιτεχνική φύση, αλλά για πολλά χρόνια η ζωή μου δεν ήταν ευθυγραμμισμένη μαζί της. Η ψυχοθεραπεία με βοήθησε να βρω τον δρόμο μου, και μέσα από αυτή τη διαδικασία ήρθαν οι σπουδές στη μουσική και στις εικαστικές τέχνες. Στην αρχή αυτό που ήθελα ήταν απλό: να συνδεθώ με τους ανθρώπους και να δημιουργήσω χώρους όπου κάποιος μπορεί να νιώσει κάτι αληθινό. Αυτό δεν άλλαξε, αλλά με τον καιρό διευρύνθηκε. Η ανάγκη για σύνδεση δεν αφορά μόνο τους άλλους ανθρώπους. Αφορά και τη σχέση μας με τη φύση, με το άγνωστο, με κάτι που μας υπερβαίνει. Σε έναν κόσμο που απομαγεύει διαρκώς την εμπειρία, με ενδιαφέρει η τέχνη να παραμένει ένας χώρος όπου αυτή η αίσθηση μπορεί ακόμη να υπάρξει».

Πώς η ζωή και η δημιουργική εμπειρία σας στο Χιούστον έχουν επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεστε και δημιουργείτε, σε σχέση με την παρουσία σας στην Ελλάδα;
«Η Αθήνα μού δίνει τη ρίζα, ενώ το Χιούστον μού δίνει τις συνθήκες να πειραματιστώ και να διευρύνω τη συνθετότητα των έργων μου. Στην Ελλάδα νιώθω πιο έντονα τη γλώσσα, τη μνήμη και το πολιτισμικό υπόστρωμα από το οποίο προέρχομαι· στο Χιούστον, αντίθετα, βρίσκω μια ανοιχτή σχέση με την κλίμακα, την τεχνολογία και τη συνεργασία. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα ήταν μια ανάθεση για δημόσιο έργο στο κτίριο Ion, όπου για πρώτη φορά συνεργάστηκα με μηχανικούς των Ion Prototyping Labs, ώστε να υλοποιηθεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο έργο με πάνω από 2.000 επιμέρους κομμάτια. Αυτή η εμπειρία δεν άλλαξε μόνο τις τεχνικές μου δυνατότητες· άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι τι είναι εφικτό μέσα σε ένα έργο».
Πώς θα περιγράφατε αυτή τη γωνιά των ΗΠΑ, ποια η θέση της στον πολιτικό αναβρασμό της χώρας και τις πολιτικές Τραμπ;
«Το Τέξας είναι ένας τόπος βαθιάς αντίφασης και γι’ αυτό συχνά παρεξηγείται. Είναι μια Πολιτεία γνωστή στην Ευρώπη κυρίως για τα στερεότυπά της, αλλά ταυτόχρονα περιλαμβάνει πόλεις όπως το Χιούστον που είναι εξαιρετικά πολυπολιτισμικές, ανοιχτές και σύνθετες. Αυτή η συνύπαρξη αντιθέσεων, οικονομικής ισχύος, κοινωνικής ποικιλίας, συντηρητισμού και διαρκούς μεταβολής δημιουργεί μια ένταση που τη νιώθεις καθημερινά. Για εμένα, ως καλλιτέχνιδα, το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι ζεις και εργάζεσαι μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν σου επιτρέπει να σκεφτείς μονοδιάστατα».
Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με το Ιδρυμα Ελληνική Διασπορά και η παρουσίαση του έργου σας στη Βενετία και τι σημαίνει για εσάς αυτή η συμμετοχή στο πλαίσιο της Biennale;
«Η σχέση μου με το Ιδρυμα Ελληνική Διασπορά ξεκίνησε οργανικά, μέσα από τη συμμετοχή μου σε μια ομαδική έκθεση στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων. Ο ιδρυτής του Βασίλης Καλογηράτος εμπιστεύτηκε τη δουλειά μου και μαζί με τη δρα Λόρα Ογκάστα από το Blaffer Art Museum στο Χιούστον συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία των συνθηκών για αυτή την έκθεση. Οταν η συμμετοχή πήρε τελικά μορφή, ήταν μία από τις πιο χαρούμενες στιγμές της ζωής μου. Είναι το πρώτο μου μεγάλο ευρωπαϊκό project, και τα δύο έργα δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα σε Αθήνα και Βερολίνο, με την ομάδα των Hekate Studios να συντονίζει την παραγωγή. Η Βενετία για εμένα δεν είναι απλώς ένας τόπος προβολής. Είναι η στιγμή όπου όσα δουλεύω εδώ και χρόνια συναντιούνται μπροστά σε ένα κοινό που δεν με γνωρίζει και καλούνται να σταθούν από μόνα τους. Ο κόσμος είναι γεμάτος λόγους για να απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλον. Πόλεμοι, διαιρέσεις, φόβος. Γι’ αυτό ακριβώς η τέχνη πρέπει να κάνει το αντίθετο. Να θυμίσει ότι η σύνδεση δεν είναι ουτοπία. Είναι ανάγκη. Σε μια Biennale που το θέμα της ζητάει ίαση και μας θυμίζει πώς να ανήκουμε ο ένας στον άλλον, εύχομαι να τα καταφέρουμε!».
Φωτογραφίες: Γιώργος Βελλής
INFO
«Οικείωση»: Spazio Tana 2127/A, Βενετία,
από τις 6 Μαΐου
έως τις 25 Οκτωβρίου.