Εύη Λαζού-Λασκαρίδη: «Η θάλασσα δεν αποκαλύπτεται σε όποιον την κοιτάζει μόνο από πάνω»

Η Πρόεδρος του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για το φιλόδοξο πρόγραμμα «Saronicos Project», για τη βαθιά σχέση που τη συνδέει με τη θάλασσα και για τα δεδομένα που πρέπει να μετατρέπονται σε πολιτικές.

Το Κοινωφελές Ιδρυμα Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης υποστηρίζει την ενίσχυση της απασχόλησης και της μικροεπιχειρηματικότητας, καθώς και διάφορες άλλες πρωτοβουλίες που προασπίζονται το συλλογικό συμφέρον, όμως ο βασικός του στόχος παραμένει η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Ελλάδας και η καταπολέμηση της θαλάσσιας ρύπανσης σε όλη τη Μεσόγειο. Μετά το «Typhoon Project» στις ακτές και το «Cyclone Project» στην ενδοχώρα, το Ιδρυμα κάνει ένα βήμα παραπάνω: με το «Saronicos Project», ένα πενταετές πρόγραμμα προϋπολογισμού 1,5 εκατ. ευρώ, επιχειρεί για πρώτη φορά να δει έναν ολόκληρο κόλπο ως ενιαίο οργανισμό – βυθό, νερά, ακτές, ιστορία και ανθρώπινη δραστηριότητα. Η Εύη Λαζού-Λασκαρίδη, η Πρόεδρος του Ιδρύματος, μίλησε στο ΒΗΜΑgazino για το νέο αυτό εγχείρημα, αλλά και για όσα η θάλασσα συνεχίζει να της διδάσκει – στο πεδίο και πέρα από αυτό.

Με το «Typhoon Project» ξεκινήσατε από την ακτογραμμή και με το «Cyclone Project» από την ενδοχώρα. Το «Saronicos Project» μοιάζει να κάνει ένα βήμα παραπάνω: επιλέγει έναν συγκεκριμένο κόλπο και προσπαθεί να τον δει στο σύνολό του. Πώς προέκυψε αυτή η αλλαγή κλίμακας στη σκέψη σας και γιατί ο Σαρωνικός ήταν η αυτονόητη επιλογή για να ξεκινήσει αυτό το πιο σύνθετο μοντέλο;

Το επόμενο βήμα ήρθε σχεδόν φυσικά. Με το «Typhoon Project» ξεκινήσαμε από την απομάκρυνση του πιο ορατού προβλήματος – της ρύπανσης στις απρόσιτες ακτές. Στη συνέχεια, με το «Cyclone Project», περάσαμε στην ενδοχώρα, γιατί θέλαμε να καταλάβουμε καλύτερα από πού ξεκινά η ρύπανση, ποια διαδρομή ακολουθεί και πώς τελικά καταλήγει στη θάλασσα. Με το «Saronicos Project» επιχειρούμε για πρώτη φορά να δούμε ένα ολόκληρο θαλάσσιο σύστημα ως ενιαίο οργανισμό. Οχι αποσπασματικά, όχι μόνο την ακτογραμμή ή μόνο τον βυθό, αλλά το σύνολο: τα νερά, τα ρεύματα, τη βιοποικιλότητα, την ιστορική εξέλιξη της περιοχής και, φυσικά, τις ανθρώπινες δραστηριότητες που την επηρεάζουν καθημερινά.

Ο Σαρωνικός ήταν αυτονόητη επιλογή, διότι είναι ίσως το πιο σύνθετο θαλάσσιο οικοσύστημα της χώρας. Συγκεντρώνει σχεδόν όλες τις χρήσεις της θάλασσας – ναυτιλία, τουρισμό, αλιεία, αναψυχή, αστική και βιομηχανική πίεση – αλλά και μια ιδιαίτερη ιστορική και συμβολική βαρύτητα για την Ελλάδα. Ακριβώς γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είναι μια εύκολη περίπτωση· είναι μια σύνθετη περίπτωση. Και αν καταφέρουμε να τον κατανοήσουμε σε βάθος, να χαρτογραφήσουμε τις πιέσεις που υφίσταται και να προτείνουμε ένα λειτουργικό μοντέλο προστασίας και διαχείρισης, τότε θα έχουμε δημιουργήσει μια μεθοδολογία που μπορεί να αξιοποιηθεί και σε άλλα θαλάσσια οικοσυστήματα, στην Ελλάδα και πέρα από αυτήν.

Γιατί αποφασίσατε να ξεκινήσετε από τα Μέθανα και τον Πόρο;

Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Θέλαμε να ξεκινήσουμε από μια περιοχή που συνδυάζει δύο στοιχεία: υψηλή φυσική και οικολογική αξία, αλλά και πραγματικές πιέσεις που αντανακλούν τη συνολική εικόνα του κόλπου. Τα Μέθανα και ο Πόρος μάς έδωσαν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα. Πρόκειται για περιοχές με ιδιαίτερο γεωλογικό και θαλάσσιο ενδιαφέρον – με υποθαλάσσιο ηφαιστειακό πεδίο, σπάνιες βιοκοινότητες, αλλά και σαφή ανθρώπινη παρουσία. Μας επέτρεψαν να δούμε με καθαρότητα τη συνύπαρξη του φυσικού και του ανθρώπινου αποτυπώματος. Για εμάς, η αφετηρία είχε και συμβολική σημασία: θέλαμε να ξεκινήσουμε από μια περιοχή που δείχνει ότι η προστασία δεν αφορά μόνο τα επιβαρυμένα σημεία, αλλά το σύνολο του οικοσυστήματος.

Η συνεργασία του «Τυφώνα» με το ωκεανογραφικό «Αιγαίο» του ΕΛΚΕΘΕ και το Oceanus Lab του Πανεπιστημίου Πατρών σηματοδότησε και την πρώτη φορά που δουλέψατε σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα – επιφάνεια και βυθό, καθαρισμό και έρευνα. Τι μάθατε εσείς ως Ιδρυμα από αυτή τη συγκρότηση και τι αλλάζει στον τρόπο με τον οποίο θα δουλεύετε από εδώ και πέρα;

Μάθαμε ότι η θάλασσα δεν αποκαλύπτεται σε όποιον την κοιτάζει μόνο από πάνω. Ηταν μια κομβική εμπειρία για το Ιδρυμα. Μέχρι τώρα, η δράση μας ήταν στενά συνδεδεμένη με το ορατό: με την ακτή, με τα απορρίμματα που μπορείς να δεις, να συλλέξεις, να ζυγίσεις, να απομακρύνεις. Αυτή η δουλειά παραμένει απαραίτητη. Για πρώτη φορά, όμως, δουλέψαμε ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: καθαρισμό και επιστημονική έρευνα, σε διαφορετικά βάθη και με διαφορετικούς στόχους. Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τη δράση. Δεν είναι πλέον μόνο αποτέλεσμα στο πεδίο, αλλά και βαθύτερη κατανόηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος – του βαθμού ρύπανσης, αλλά και του πλούτου της βιοποικιλότητας του Σαρωνικού.

Η συνεργασία αυτή μάς έδειξε τη δύναμη ενός νέου μοντέλου: ιδιωτική πρωτοβουλία, δημόσιες ερευνητικές υποδομές και ακαδημαϊκή γνώση στο ίδιο τραπέζι – ή, καλύτερα, στο ίδιο πεδίο. Εκεί αρχίζει να δημιουργείται μια πιο ώριμη περιβαλλοντική πρακτική. Αυτό είναι και το μοντέλο που θέλουμε να ενισχύσουμε από εδώ και πέρα: όχι αποσπασματικές δράσεις, αλλά συνεργασίες που παράγουν δεδομένα – και δεδομένα που μπορούν να μετατραπούν σε λύσεις.

Στην πρώτη αποστολή απομακρύνθηκαν 1.800 κιλά απορριμμάτων από τις ακτές του Πόρου και των Μεθάνων, η πλειονότητα των οποίων ήταν πλαστικά μπουκάλια, φελιζόλ και άπειρα μαύρα πλαστικά καλαμάκια. Τι σας λέει αυτό για το πόσο μακριά βρίσκεται η εφαρμογή της Οδηγίας για τα πλαστικά μίας χρήσης στην Ελλάδα από την πραγματικότητα στο πεδίο;

Εδώ ακουμπάτε μια πολύ ευαίσθητη χορδή μου: Τα μαύρα πλαστικά καλαμάκια – αυτά που κάποιοι έσπευσαν να βαφτίσουν «επαναχρησιμοποιούμενα», τα τύλιξαν μάλιστα και σε ένα επιπλέον πλαστικό περιτύλιγμα, και τα πλάσαραν στην αγορά ως τη λύση. Παρακαλώ, εξηγήστε μου: ποιος ακριβώς κρατάει ένα μαύρο πλαστικό καλαμάκι για να το πλύνει και να το ξαναχρησιμοποιήσει; Ποια επιχείρηση το απολυμαίνει από τον προηγούμενο πελάτη και το σερβίρει ξανά στον επόμενο; Απλώς κοροϊδευόμαστε. Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της λογικής «να βρω το παραθυράκι», που υπονομεύει συστηματικά κάθε καλοπροαίρετη ρύθμιση. Και το αποτέλεσμα φαίνεται στο πεδίο: ενώ τα πρώτα χρόνια εφαρμογής της Οδηγίας είχαμε καταγράψει μια αισθητή μείωση, σήμερα τα ίδια καλαμάκια κατακλύζουν ξανά τις ακτές μας.

Η ακτή είναι ένας πολύ ειλικρινής καθρέφτης. Δεν ωραιοποιεί τίποτα. Οταν βρίσκεις ακόμη μεγάλες ποσότητες πλαστικών μίας χρήσης, καταλαβαίνεις ότι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που αποφασίζεται θεσμικά και σε αυτό που συμβαίνει καθημερινά παραμένει μεγάλη. Από την έναρξη του «Typhoon Project» έχουν καταγραφεί περίπου 18 εκατομμύρια τεμάχια απορριμμάτων, με σημαντικό ποσοστό σε πλαστικά μίας χρήσης. Τα μαύρα πλαστικά καλαμάκια, τα μπουκάλια, το φελιζόλ είναι μικρές αποδείξεις μιας νοοτροπίας που επιβιώνει – της ιδέας ότι κάτι που χρησιμοποιώ για λίγα λεπτά μπορεί να εξαφανιστεί από τη ζωή μου χωρίς συνέπειες. Αλλά δεν εξαφανίζεται. Απλώς μετακινείται. Από το τραπέζι στην παραλία. Από την παραλία στη θάλασσα. Από τη θάλασσα πίσω σε εμάς. Και αυτό δεν είναι μόνο θέμα ελέγχων ή εφαρμογής. Είναι, πάνω απ’ όλα, θέμα νοοτροπίας. Η περιβαλλοντική ευθύνη δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ως κανονισμός – πρέπει να γίνει προσωπική επιλογή.

Το πρόγραμμα έχει ορίζοντα πενταετίας και προϋπολογισμό ύψους 1,5 εκατ. ευρώ. Πώς φαντάζεστε τον Σαρωνικό μέσα σε πέντε χρόνια – και ποιο θα ήταν για εσάς το πραγματικό κριτήριο επιτυχίας, πέρα από όγκο απορριμμάτων και τετραγωνικά χιλιόμετρα χαρτογράφησης;

Θα ήθελα να μιλάμε για έναν Σαρωνικό που δεν περιγράφεται μόνο μέσα από τον όγκο των απορριμμάτων ή τον βαθμό της ρύπανσής του. Ο στόχος δεν είναι απλώς να μειωθεί το πρόβλημα – αυτό είναι το προφανές. Ο πραγματικός στόχος είναι να έχουμε μια ολοκληρωμένη, τεκμηριωμένη εικόνα, που να επιτρέπει καλύτερες αποφάσεις. Μέσα από το πρόγραμμα θα παραχθούν δεδομένα που σήμερα δεν υπάρχουν. Αλλά το πιο σημαντικό για εμάς είναι κάτι άλλο: να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο συνεργασίας, όπου ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας λειτουργούν συμπληρωματικά, διαμορφώνοντας ένα πρότυπο, μια καλή πρακτική, που θα μπορεί να εφαρμοστεί και αλλού. Αν σε πέντε χρόνια το «Saronicos Project» έχει συμβάλει ώστε οι αποφάσεις για τον κόλπο να βασίζονται σε γνώση και όχι σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, τότε θα μπορούμε να πούμε ότι πέτυχε.

Αντίστοιχα ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα δραστηριοποιούνται και σε άλλες χώρες της Μεσογείου – Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία. Υπάρχει διάλογος ή ανταλλαγή με αυτά;

Υπάρχει – και είναι απαραίτητος. Η θαλάσσια ρύπανση δεν είναι ένα ζήτημα που σταματά στα σύνορα. Τα ρεύματα, τα απορρίμματα, οι πιέσεις είναι διασυνοριακά φαινόμενα – και η αντιμετώπισή τους χρειάζεται κοινή προσέγγιση. Διατηρούμε διάλογο με οργανισμούς και ερευνητικά κέντρα παγκοσμίως, κυρίως σε επίπεδο τεχνογνωσίας και καλών πρακτικών. Ξεχωριστή αναφορά οφείλω να κάνω σε δύο σημαντικές συνεργασίες μας: με τον περιβαλλοντικό οργανισμό Healthy Seas, στον τομέα των εγκαταλελειμμένων ιχθυοκαλλιεργειών, και με το Global Fishing Watch – τον διεθνή μη κερδοσκοπικό οργανισμό που ιδρύθηκε από την Oceana, τη SkyTruth και την Google – στο πεδίο της διαφάνειας της αλιευτικής δραστηριότητας, ειδικά εντός των προστατευόμενων περιοχών. Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο. Οχι ως απλός αποδέκτης καλών πρακτικών, αλλά ως χώρα που παράγει γνώση και προτείνει λύσεις. Εκεί θεωρούμε ότι μπορούμε να συμβάλουμε ουσιαστικά – ενισχύοντας τη θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό και μεσογειακό πλαίσιο.

Στα Μέθανα συμμετείχαν και τα παιδιά του τοπικού δημοτικού σχολείου, βιώνοντας δίπλα σας ολόκληρη τη διαδικασία. Οταν βλέπετε ένα παιδί δέκα χρόνων να σκύβει σε μια παραλία και να ζυγίζει σκουπίδια, τι σκέφτεστε;

Σκέφτομαι ότι εκεί βρίσκεται ίσως το πιο ουσιαστικό κομμάτι της δουλειάς μας. Η εικόνα ενός παιδιού που συμμετέχει ενεργά – που δεν ακούει απλώς, αλλά κάνει κάτι – έχει ιδιαίτερη αξία. Θυμάμαι χαρακτηριστικά στιγμές στο πεδίο όπου παιδιά παρατηρούσαν, ρωτούσαν, συμμετείχαν με πραγματική προσοχή. Εκεί καταλαβαίνεις ότι η αλλαγή μπορεί να συμβεί. Οχι επειδή θα δοθεί μια οδηγία, αλλά επειδή διαμορφώνεται μια διαφορετική σχέση με το περιβάλλον. Τα παιδιά είναι, άλλωστε, οι πιο δυνατοί μας σύμμαχοι. Οχι μόνο γιατί θα φέρουν την αλλαγή στο μέλλον, αλλά γιατί πολύ συχνά μπορούν να επηρεάσουν τους ενήλικες γύρω τους. Εχουν μια αυθεντικότητα και μια δύναμη πειθούς που δύσκολα αγνοούνται. Για εμάς, η εκπαίδευση δεν είναι συμπληρωματική δράση: είναι ο τρόπος να μετατραπεί η περιβαλλοντική ευθύνη από ενημέρωση σε στάση ζωής.

Τι έχετε μάθει εσείς προσωπικά μέσα από αυτές τις αποστολές – κάτι που να μην υπάρχει σε καμία επιστημονική έκθεση;

Νομίζω ότι το πιο σημαντικό είναι πως η πραγματικότητα στο πεδίο δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες. Βλέπεις το μέγεθος του προβλήματος, αλλά ταυτόχρονα βλέπεις και τις δυνατότητες αλλαγής. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι η προσπάθεια είναι δυσανάλογη με το αποτέλεσμα – αλλά υπάρχουν και στιγμές που επιστρέφεις σε ένα σημείο και βλέπεις τη διαφορά. Αυτό που μένει τελικά είναι κάτι απλό: η συνέπεια έχει αποτέλεσμα. Και ίσως κάτι ακόμη – πιο προσωπικό. Οτι η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι μια ειδική δραστηριότητα. Είναι μια καθημερινή σχέση ευθύνης, που κρίνεται από πολύ μικρές αποφάσεις, αλλά έχει πολύ μεγάλα αποτελέσματα.

Επιστρέφοντας σε κάτι πιο προσωπικό: μεγαλώσατε στη Βέροια, μακριά από τη θάλασσα, και τώρα ηγείστε ενός εγχειρήματος αφιερωμένου σε αυτήν. Πότε νιώσατε ότι δεν είναι απλώς αντικείμενο εργασίας του Ιδρύματος, αλλά κάτι που σας συγκινεί;

Δεν θα έλεγα ότι μεγάλωσα μακριά από τη θάλασσα. Η Βέροια απέχει λιγότερο από μία ώρα από τη θάλασσα. Στην πραγματικότητα, κανένα σημείο της Ελλάδας δεν απέχει περισσότερο από 140 χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι τα καλοκαίρια μου να έχουν γεύση καρπουζιού και αλατιού. Αρα η σχέση μου με τη θάλασσα δεν ξεκίνησε ως “αντικείμενο δουλειάς” αλλά ως σχέση αγάπης, ως αυτονόητο κομμάτι των ανέμελων παιδικών μου καλοκαιριών. Αυτό που άλλαξε στην πορεία, και ειδικά από τότε που γνώρισα τον σύντροφό µου και οραµατιστή και ιδρυτή του ιδρύµατος, Θανάση Λασκαρίδη, είναι η οπτική µου. Η θάλασσα έπαψε να είναι απλώς πηγή χαράς και ευεξίας, τόπος παιχνιδιού και αναψυχής. Η σχέση έγινε πιο συνειδητή. Κατάλαβα ότι η θάλασσα είναι τα πάντα: πηγή ζωής και ευημερίας, το παρελθόν και το μέλλον μας. Είναι η κινητήριος δύναμή μας. Και βλέποντας τις παραλίες που επισκεπτόμασταν σιγά-σιγά να μεταλλάσσονται σε σκουπιδότοπους, μας γεννήθηκε η ανάγκη να κάνουμε κάτι. Ολο αυτό μετατράπηκε σε ένα όραμα και κάπως έτσι γεννήθηκε το Ιδρυμα. Ακόμα και σήμερα, δεν θα την αποκαλούσα ποτέ τη θάλασσα «αντικείμενο δουλειάς». Είναι κάτι που με/μας αφορά προσωπικά, γιατί συνδέεται άμεσα με την ταυτότητά μας, την ελληνικότητά μας, με τον τρόπο που ζούμε.

Αν είχατε να συμβουλέψετε σήμερα έναν Ελληνα ή μια Ελληνίδα που θέλει να εμπλακεί στην προστασία του περιβάλλοντος – όχι κατ’ ανάγκη μέσα από ένα ίδρυμα, αλλά μέσα από ό,τι κάνει στην καθημερινότητά του – με τι θα του ζητούσατε να ξεκινήσει αύριο το πρωί;

Θα του έλεγα να ξεκινήσει από κάτι τόσο μικρό, που ακριβώς γι’ αυτό είναι δύσκολο να το πάρουμε στα σοβαρά: από την καθημερινή του επιλογή απέναντι στο πλαστικό μίας χρήσης. Να σταματήσει να το βλέπει ως κάτι ασήμαντο. Γιατί τίποτα που επαναλαμβάνεται εκατομμύρια φορές δεν είναι ασήμαντο. Ενα καλαμάκι, ένα ποτήρι, ένα μπουκάλι, μια σακούλα μπορεί να φαίνονται μικρά. Ομως η περιβαλλοντική κρίση δεν χτίζεται μόνο από μεγάλες καταστροφές. Από τα δεδομένα που έχουμε συλλέξει, φαίνεται πως χτίζεται κυρίως από μικρές ευκολίες που επαναλαμβάνονται χωρίς σκέψη. Δεν θα ζητούσα από κάποιον να αλλάξει τη ζωή του σε μία μέρα. Θα του ζητούσα να αλλάξει τον αυτόματο πιλότο του. Να γίνει πιο συνειδητός στις μικρές καθημερινές του συνήθειες. Να σταματήσει για ένα δευτερόλεπτο πριν επιλέξει κάτι που θα χρησιμοποιήσει για λίγα λεπτά και θα μείνει στο περιβάλλον για χρόνια. Η αλλαγή αρχίζει όταν το αυτονόητο παύει να είναι αόρατο.

Το Ιδρυμα διαθέτει σήμερα ίσως την πληρέστερη βάση δεδομένων για την παράκτια ρύπανση στη Μεσόγειο. Ολος ο κόσμος μιλάει για Τεχνητή Νοημοσύνη και αξιοποίηση δεδομένων – εσείς τι σκέφτεστε όταν ακούτε αυτή τη συζήτηση;

Για εμάς, τα δεδομένα δεν είναι ένας αφηρημένος στόχος· είναι εργαλείο ευθύνης. Εχοντας συγκεντρώσει μία από τις πιο εκτεταμένες βάσεις δεδομένων για τη θαλάσσια ρύπανση – τη μεγαλύτερη στη Μεσόγειο – βλέπουμε ξεκάθαρα ότι η γνώση αλλάζει το επίπεδο της συζήτησης. Δεν μένεις στη διαπίστωση του προβλήματος· περνάς στη δυνατότητα αντιμετώπισής του. Η AI μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Αυτό που έχει αξία είναι τι κάνεις με τα δεδομένα, πώς τα αξιοποιείς. Θεωρώ πως ο στόχος είναι σαφής: να μετατρέπονται σε αποφάσεις, σε πολιτικές, σε πρακτικές που έχουν αποτέλεσμα. Αν τα δεδομένα δεν επιστρέψουν στην κοινωνία με αυτή τη μορφή, παραμένουν ανεκμετάλλευτα.

Είστε γυναίκα-Πρόεδρος ενός Ιδρύματος με πραγματική και μετρήσιμη παρουσία, ενεργή σε όλα τα στάδια – από τον σχεδιασμό μέχρι το πεδίο – και ταυτόχρονα έχετε πλήθος προσωπικές και οικογενειακές υποχρεώσεις. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι σήμερα για μια γυναίκα να ηγείται με αυτόν τον τρόπο στην Ελλάδα, και τι έχετε αναγκαστεί να αφήσετε στην άκρη για να φτάσετε ως εδώ;

Δεν θα ήθελα να το περιγράψω με όρους ευκολίας ή δυσκολίας. Θα έλεγα ότι είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας. Ανάμεσα στην ευθύνη και την προσωπική ζωή. Ανάμεσα στην παρουσία που απαιτεί ο ρόλος και στην παρουσία που απαιτούν οι άνθρωποί σου. Για εμένα, το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ να αποδείξω ότι μπορώ να ηγηθώ επειδή είμαι γυναίκα. Ηταν να ηγηθώ με τρόπο ουσιαστικό, συνεπή, παρόντα. Να ξέρω το έργο, να βρίσκομαι στο πεδίο, να συμμετέχω στον σχεδιασμό, να έχω εικόνα και ευθύνη. Και χαίρομαι που σήμερα η συζήτηση μετατοπίζεται. Δεν είναι πια αν μπορεί μια γυναίκα να ηγηθεί – αυτό έχει απαντηθεί. Το ερώτημα είναι τι είδους ηγεσία χρειαζόμαστε. Και εγώ πιστεύω σε μια ηγεσία με παρουσία, ουσία και ευθύνη. Αλλωστε, η ίδια αρχή ισχύει και πέρα από τη δουλειά. Στις προσωπικές μας σχέσεις αυτό που τελικά μένει είναι η ουσιαστική παρουσία – χωρίς την ανάγκη να επιβάλλεσαι ή να αποδεικνύεις διαρκώς κάτι.

Σπουδάσατε εσωτερική διακόσμηση στο Parsons. Σε μια άλλη ζωή ίσως είχατε ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, και μάλιστα έχετε επιμεληθεί προσωπικά την ανακαίνιση του νέου κτιρίου του Ιδρύματος. Τι σας ελκύει σε αυτό το κομμάτι – και υπάρχει τελικά κάποια σχέση ανάμεσα στο να σχεδιάζεις έναν χώρο που λειτουργεί καλά για τους ανθρώπους και το να σχεδιάζεις ένα πρόγραμμα που λειτουργεί καλά για το περιβάλλον;

Περισσότερη από όση φαίνεται με την πρώτη ματιά. Αλλωστε, νωρίτερα, στο Brown είχα σπουδάσει Επιχειρησιακή Συμπεριφορά και Διοίκηση – δηλαδή, αν το πούμε απλά, το πώς λειτουργούν οι άνθρωποι μέσα σε δομές. Αρκετά χρόνια αργότερα, σε μια κίνηση που εκείνη την εποχή μού φάνηκε σχεδόν επαναστατική, παρακολούθησα στο Parsons πρόγραμμα Εσωτερικής Διακόσμησης. Με τον καιρό κατάλαβα ότι οι δύο σπουδές δεν ήταν τόσο μακριά όσο έμοιαζαν: αμφότερες μιλούν, στην ουσία, για το πώς λειτουργούν οι άνθρωποι – η μία μέσα από τους οργανισμούς και τις ομάδες, η άλλη μέσα από τους χώρους που τους περιβάλλουν. Ο σχεδιασμός – είτε αφορά έναν χώρο είτε ένα πρόγραμμα είτε μια ομάδα – έχει να κάνει με το πώς λειτουργούν τα πράγματα στην πράξη. Πώς κινούνται οι άνθρωποι, πώς συμπεριφέρονται, πώς αλληλοεπιδρούν με το περιβάλλον τους.

Η ανακαίνιση του νέου κτιρίου του Ιδρύματος είχε για εμένα και μια συμβολική διάσταση. Ηταν η δημιουργία ενός χώρου που να εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να δουλεύουμε: με καθαρότητα, λειτουργικότητα, συνεργασία και αίσθηση σκοπού. Στο Ιδρυμα, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να σχεδιάζουμε παρεμβάσεις που δεν «υπάρχουν» μόνο όσο διαρκεί μία δράση, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν μακροπρόθεσμα. Και εκεί η λογική του design είναι πολύ χρήσιμη: να σκεφτείς τη συνολική εμπειρία, να προβλέψεις τις συμπεριφορές, να δημιουργήσεις συνθήκες που διευκολύνουν τη σωστή επιλογή. Στην ουσία, πρόκειται για το ίδιο πράγμα – να σχεδιάζεις κάτι που να λειτουργεί για τους ανθρώπους και, τελικά, και για το περιβάλλον.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version