Ερση Σωτηροπούλου: «Γράφω σημαίνει σκάβω, πετάω μπάζα»

Η σημαντική ελληνίδα συγγραφέας, Ερση Σωτηροπούλου, μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για το νέο της βιβλίο, «Σενιορίτα». Μια συζήτηση για την αέναη σύγκρουση του μέσα με τον έξω κόσμο, για την ύπαρξη, τη δοκιμασία της γραφής, την ψυχή, τον έρωτα, την ελευθερία, αλλά και για το ενδεχόμενο ενός Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Κάθε συνέντευξη με την Ερση Σωτηροπούλου είναι μια μικρή πρόκληση. Αν θα τη βρεις, πότε θα τη βρεις, πού θα τη βρεις. Ομως δεν το κάνει επίτηδες, αυτός είναι ο τρόπος της. Δεν αποφεύγει ακριβώς τη συνομιλία, την εκτρέπει κάπως, σαν να ζυγιάζει κάθε φορά την άλλη πλευρά. Το κίνητρο, την ουσία κάθε κουβέντας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη η καινούργια της νουβέλα με τίτλο «Σενιορίτα».

Σύντομο αλλά ανησυχαστικό κείμενο, ατμοσφαιρικό, γραπώνει τον αναγνώστη. Τι συμβαίνει σε τούτη την ιστορία; Τίποτα και τα πάντα! Μια γυναίκα, ανάμεσα στην Πόλη του Μεξικού και την Αθήνα, ανάμεσα στην πραγματικότητα του πένθους και την επικίνδυνη φαντασμαγορία των σκέψεών της, των αναμνήσεών της. Μια γυναίκα ανάμεσα στο τώρα και το πριν ή, μάλλον, σε πολλά πριν. Μια γυναίκα και οι εσώτερες, άπειρες εκδοχές της. «Παράξενο βιβλίο», λέω στη Σωτηροπούλου.

Σιωπή παρατεταμένη, ίσως ηλεκτρισμένη. «Δεν το βρίσκω καθόλου παράξενο» απαντά, έπειτα, κοφτά εκείνη. Την έχω εντοπίσει εκτός Ελλάδας, στην Ελβετία, στο περίφημο Fondation Jan Michalski. Τι κάνει εκεί; «Γράφω, κρατάω σημειώσεις για τον “Ιούνιο”,  ένα μυθιστόρημα που είχα αρχίσει να γράφω πριν από τη “Σενιορίτα”. Αφορμή ήταν δύο στίχοι του Φρίντριχ Χέλντερλιν: “Τα χρόνια της νιότης μου πέρασαν, πάει καιρός πια./ Ο Απρίλιος, ο Μάιος και ο Ιούλιος είναι μακριά”. Και ο Ιούνιος; Τι απέγινε; Μια σκόπιμη παράλειψη από τον Χέλντερλιν; Ενας Ιούνιος που δεν υπήρξε ποτέ; Ενας μήνας παγιδευμένος στον ιστό του χρόνου.

Αυτό ήταν το έναυσμα. Ολη η ιστορία συμβαίνει μέσα σε 30 λεπτά, όση ώρα παίρνει μια μαγνητική εγκεφάλου. Η μεγαλύτερη αγωνία μου είναι που θα γυρίσω στην Ελλάδα. Η επιστροφή στο σπίτι. Τα λίγα βήματα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας, το κουμπί του ασανσέρ» αναφέρει στο BHMAgazino η σημαντική ελληνίδα συγγραφέας, πολυμεταφρασμένη και βραβευμένη στο εξωτερικό.

Πώς προέκυψε η συγκεκριμένη νουβέλα, κυρία Σωτηροπούλου;

«Η “Σενιορίτα” ήταν μια δοκιμασία. Καμιά φορά τη σκέφτομαι σαν ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσει κανείς για να περάσει στην αντίπερα όχθη. Γύρισα από το Μεξικό στις αρχές Δεκεμβρίου 2023. Σε έναν μήνα περίπου η νουβέλα είχε γραφτεί. Μετά ήρθε ο καταπέλτης. Μια χιονοστιβάδα από παραλλαγές. Αρχιζα, για παράδειγμα, στις 11 το βράδυ να ξαναγράφω μία παράγραφο. Ολη η νύχτα περνούσε με την παράγραφο.

Στις 7 το πρωί που σταματούσα για να κάνω έναν καφέ, αντιλαμβανόμουν ότι η προτέρα εκδοχή, εκείνη που είχα στις 11 το βράδυ, ήταν καλύτερη. Κάποια στιγμή έπαψα να κοιμάμαι. Τον περασμένο Οκτώβριο, είπα να επαναστατήσω στη “Σενιορίτα”. Τη διάβασαν συνεργάτες στον εκδοτικό οίκο και λίγοι φίλοι. Τους άρεσε. Ομως μια ελαφριά νύξη της φλογερής οδοντιάτρου, μιας φίλης η οποία είναι ο απόλυτος κριτής, με ξανάριξε στα νύχια της “Σενιορίτας”. Πάλι τα ίδια».

Δηλαδή; Δώσατε το βιβλίο και το πήρατε πίσω; Το δουλέψατε ξανά;

«Σαν κοράκι σκυμμένη στο γραφείο. Μια τελεία εδώ, μια παύλα εκεί. Ξανά. Τροχάδην επί τόπου. Κάτι με έτρωγε δυο-τρεις μήνες ακόμα μέχρι το βιβλίο να τελειώσει επιτέλους. Η ζωή μας είναι η μισή στο φως, η μισή στο σκοτάδι.

Αυτή η μισοβυθισμένη ζωή με ενδιαφέρει. Πρόκειται για ένα υλικό ακατέργαστο, μπρούτο, και γι’ αυτό μπορεί με κάτι πολύ τυχαίο να δημιουργηθεί μια ρωγμή και να ξεσπάσει κάτι άλλο, συχνά ολέθριο. Αναφέρομαι στις μνήμες, στις διάφορες αλήθειες που έχει ο καθένας μας, οι οποίες, όμως, μέσα στο πέρασμα του χρόνου αναπλάθονται, διαμορφώνονται, αλληλοδιαψεύδονται».

Με μια εικόνα, όταν γράφετε, όταν είστε μέσα σε αυτή τη συνθήκη, πώς βλέπετε τον εαυτό σας;

«Δεν ξεκινάω να γράψω κάτι με πρόθεση ξέροντας πού θα καταλήξει. Γράφω για να ανακαλύψω κάτι. Γράφω για να πλησιάσω κάτι δυσπρόσιτο. Σκάβω, πετάω μπάζα. Είμαι ένας εκσκαφέας. Κάθε βιβλίο είναι μια περιπέτεια που δεν επαναλαμβάνεται. Το μέτρο κάθε φορά είναι το πείσμα και η επιμονή μου σε μια αίσθηση ακόμη θολή, σε κάτι σχεδόν αδιόρατο που δεν υποχωρεί. Ο Κάμινγκς έλεγε ότι εκείνο που μετράει δεν είναι η ιδέα αλλά το βάθος στο οποίο είναι ριζωμένη. Ο κοινωνικός προβληματισμός και το χρονικό πλαίσιο είναι πάντα παρόντα αλλά με τρόπο έμμεσο. Προκύπτουν διαπερνώντας την αφήγηση».

Στη «Σενιορίτα» γίνεται λόγος – αρκετά δηκτικός – και για τους γιατρούς. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι γνώμη έχετε ιδίως για εκείνους που ασχολούνται με την ψυχή;

«Η ψυχή νομίζω είναι θέμα προς αποφυγή. Κολλάει παντού και πουθενά. Αλλωστε χρωματίζεται διαφορετικά ανάλογα με την περίσταση. Οι ψυχίατροι έπαιξαν τον ρόλο του αστυφύλακα στη διάρκεια της εφηβείας μου. Για χρόνια με υπέβαλλαν σε αγωγή με βαριά ψυχοφάρμακα – μεταξύ των οποίων το Melleril, ένα αντιψυχωτικό για περιπτώσεις χρόνιας σχιζοφρένειας. Ηταν καθηγητές Πανεπιστημίου, οι τοπ ψυχίατροι εκείνης της εποχής.

Οι γονείς μου, οι οποίοι αργότερα κατάλαβαν το λάθος τους, είχαν διαλέξει τους καλύτερους. Μα Melleril, ήταν στα καλά τους; Τώρα έχει πλέον απαγορευθεί, αλλά ήδη τότε θεωρείτο θεραπεία έσχατης ανάγκης. Με όποιον ειδικό έτυχε να το συζητήσω εκ των υστέρων, η φαρμακευτική αγωγή ήταν εξωφρενική, έγκλημα. Σαν να προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν κάθε σπίθα ανταρσίας μέσα μου. Αυτή είναι η προσωπική μου εμπειρία, δεν πρόκειται για κατηγορητήριο εναντίον των ψυχιάτρων, θα ήταν γελοίο, εκτός από άδικο».

Η ψυχολογία – εν πάση περιπτώσει, ο λόγος περί ψυχής – παραέχει εκλαϊκευθεί στις μέρες μας, έτσι δεν είναι; Εννοώ ότι έχει εκλαϊκευθεί με πολύ αγοραίους όρους…

«Προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει καθόλου η ψυχολογία ως ψυχολογία. Με ενδιαφέρει ο ψυχισμός του ανθρώπου. Και δεν με τραβάει καθόλου να αναλύομαι και να διερωτώμαι γιατί αυτό και γιατί εκείνο. Μερικοί το κάνουν με πολύ κέφι ασταμάτητα. Το βρίσκω αφόρητα ανιαρό.

Προτιμώ να παρατηρώ τους άλλους. Οσο για τους ψυχολόγους, συχνά μπερδεύονται με πρακτικές life coaching σήμερα. Να σε στήσουν στα πόδια σου, να σου εμφυσήσουν empowerment – τι φρικτή λέξη. Μου μοιάζει σαν ελατήριο που υψώνεται μόνο του. Και οι άλλοι γύρω σου; Να πάνε να πνιγούν;

Θέλω να πω ότι η λύπη μερικές φορές χρειάζεται, είναι αναγκαίο να τη ζήσεις. Οταν πέθανε ο Μισέλ (σ.σ.: Μισέλ Δημόπουλος, σύζυγος και σύντροφος της συγγραφέως) και τα δύο παιδιά μου με συμβούλεψαν ολόθερμα να πάω σε ψυχολόγο. Να μου κάνει τι ο ψυχολόγος; Να μου κουκουλώσει το πένθος; Δεν πρόκειται για στρίφωμα που κρέμεται. Το πένθος πρέπει να το ζήσεις. Θέλεις δεν θέλεις».

Το βιβλίο κλείνει με τη φράση «όλα παραδομένα στον ίλιγγο της επιθυμίας». Νομίζω ότι η φράση αυτή θα μπορούσε να συμπυκνώσει, εν γένει, τον πυρήνα του έργου σας. Οχι;

«Δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο σ’ αυτά που γράφω. Οι τελευταίες λέξεις της “Σενιορίτας” συνοψίζουν τον κύκλο της ζωής: την παντοδυναμία του έρωτα μέσα στη δίνη της παροδικότητας. Αλλιώς τι; Υπάρχει κάτι άλλο εκτός από τον έρωτα; Καλύτερα να τελειώνουμε ολοταχώς».

Είναι η λογοτεχνία η μόνη κατάσταση μέσα στην οποία αισθάνεστε ασφαλής ως άνθρωπος;

«Το ασφαλής δεν το είχα σκεφτεί, αλλά έχετε δίκιο. Δίκιο από την ανάποδη. Γράφω πάντα αμφιβάλλοντας. Δεν υπάρχει καμιά σιγουριά. Ενα ωραίο ξεκίνημα μπορεί να μείνει στο κενό. Μπορεί να το ανασύρω κάποια στιγμή και να βρει τη θέση του σφηνωμένο σ’ ένα επόμενο βιβλίο, όχι ως ξεκίνημα πια. Ή μπορεί να εμφανιστεί τυχαία μετά από καιρό, να μου αρέσει αλλά να μη θυμάμαι ότι το έγραψα εγώ και να προσπαθώ να θυμηθώ ποιος το έγραψε. Κι αυτό έχει συμβεί. Τουλάχιστον όμως αυτή είναι μια ανασφάλεια που γνωρίζω καλά».

Κατά πόσον παρακολουθείτε τις τάσεις; Διαβάζετε σύγχρονα βιβλία;

«Το διάβασμα για μένα είναι απόλαυση και πρέπει να παραμείνει απόλαυση. Διαβάζοντας ξεπερνάμε τον εαυτό μας. Δεν διαβάζω από υποχρέωση. Ευτυχώς δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, δεν οφείλω να είμαι ενημερωμένη. Σχεδόν κάθε χρόνο διαβάζω πάλι τα διηγήματα του Τσέχοφ. Το ίδιο βιβλίο, έχει πια λιώσει».

Ποιοι είναι τώρα οι πιο ύπουλοι εχθροί της γυναίκας; Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε;

«Η ισότητα παραμένει ζητούμενο παρά τα όσα έχουν επιτευχθεί. Το γυναικείο κίνημα πρέπει να κατέβει πάλι στους δρόμους. Τόση ενέργεια αναλώνεται σε γυναικείες σπουδές, συνέδρια και διδακτορικά που αναλύουν την παραμικρή ρανίδα του “γυναικείου” ζητήματος, ενώ την ίδια στιγμή οι γυναικοκτονίες αυξάνονται και κεκτημένα δικαιώματα όπως αυτό της άμβλωσης στην Αμερική καταργούνται».

Ελευθερία απόλυτη υπάρχει; Στη ζωή;

«Πώς ζει κανείς ελεύθερος σ’ έναν κόσμο ναρκοθετημένο όπου ένα βήμα μπροστά μπορεί να είναι η καταδίκη σου; Πώς να ζήσεις τα μεγάλα πάθη που ονειρεύεσαι και δονούν την ύπαρξή σου όταν ένας ανιαρός περίγυρος και μια κοινωνία μικρόψυχη παραμονεύουν να σε παγιδεύσουν; Αυτή η αντιπαλότητα, η σύγκρουση του μέσα με τον έξω κόσμο επανέρχεται στα βιβλία μου. Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και πεθαίνουμε παγιδευμένοι στο βιολογικό σώμα, αλλά περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας μ’ ένα άλλο σώμα, διαμορφωμένο από τις επιθυμίες μας. Ενα σώμα ελεύθερο, διαθέσιμο για μεταμορφώσεις και παιχνίδι. Κατά κάποιον τρόπο, μεγαλώνουμε με ένα σώμα αθάνατο. Ολοι είμαστε υποχείρια αυτής της ασυμβατότητας».

Μπορεί να ακούγεται κι ωραία αυτό, πλην όμως, τυραννιόμαστε κιόλας…

«Τυραννιόμαστε γιατί η επιθυμία μπορεί να μας ωθήσει σε ακραίες καταστάσεις, εκεί όπου το σώμα μας δεν μπορεί να την ακολουθήσει. Γερνώντας, το υποκειμενικό σώμα συρρικνώνεται, ενώ το βιολογικό γίνεται αφόρητα παρόν. Ο Εμίλ Σιοράν έγραψε: “Ζω μόνο επειδή είναι στο χέρι μου να πεθάνω όποτε θέλω: χωρίς την ιδέα της αυτοκτονίας, θα είχα αυτοκτονήσει μια για πάντα”. Φυσικά δεν αυτοκτόνησε. Αλλά διατύπωσε με τον δικό του τρόπο τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας».

Και το γράψιμο; Πότε είναι ελεύθερο;

«Το γράψιμο μπορεί να είναι ελεύθερο, αν δεν γράφεις με σκοπιμότητες, με στόχο να αρέσεις ή να πιάσεις τον ρυθμό της εποχής, αλλά η λογοτεχνία είναι ελεύθερη; Σήμερα η λογοκρισία ασκείται από την τηλεόραση και τα social media, κυρίως από τα τελευταία. Εκεί κυλάει πολύ δηλητήριο. Oμως ακόμα πιο ύπουλη, πιο επικίνδυνη και με επιπτώσεις καταστροφικές για τη λογοτεχνία σε βάθος χρόνου, είναι η αυτολογοκρισία. Η τρομοκρατία του πολιτικά ορθού εξαπλώνεται σαν νέφος με ακρίδες. Για τον συγγραφέα που υποκύπτει, αυτό είναι το τέλμα, αλλά όχι μόνον. Φοβάμαι ότι μπορεί να σημαίνει το τέλος της λογοτεχνίας».

Δεν μπορώ να μην το ρωτήσω αυτό. Επειδή το ονοματεπώνυμό σας εμφανίζεται και πάλι στις σχετικές λίστες διεθνών στοιχηματικών εταιρειών, επειδή το ζήτημα έχει ήδη συζητηθεί αρκετά, θέλω εδώ να μου απαντήσετε ειλικρινά. Πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να λάβετε το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, από καθαρά καλλιτεχνική άποψη;

«Πιστεύω πως ναι. Και θα ήταν επίσης μια νίκη για την ελληνική γλώσσα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version